ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

πίσω


Κεφάλαιο πρώτο - Οι πρώτοι χρόνοι (50-529)

Διάδοση του Χριστιανισμού στην Ελλάδα

Η επισκοπή Κορίνθου

Οι διωγμοί

Πρώτη διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδας

Οι αιρέσεις και η Εκκλησία της Ελλάδας

Πτώση της εθνικής θρησκείας στην Ελλάδα

Κεφάλαιο δεύτερο - Οι μέσοι χρόνοι (529-1204)

Η εξαρχία Θεσσαλονίκης

Η Εικονομαχία και η Εκκλησία της Ελλάδας

Νέα διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας

Ο μοναχικός βίος

Εσωτερική ζωή της Εκκλησίας της Ελλάδας

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΠ' ΑΡΧΗΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ 1934
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ,
ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΧΡ. ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΟΣ
ΑΘΗΝΑ 2000

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ - ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΧΡΟΝΟΙ (50 ? 529)

1. Διάδοση του Χριστιανισμού στην Ελλάδα

Κατά τις παραμονές της εμφανίσεως του χριστιανισμού η Ελλάδα ευρισκόταν σε μεγάλη παρακμή. Οι Ρωμαίοι, αφού συνέτριψαν το τελευταίο της έρεισμα, την Αχαϊκή Συμπολιτεία (146 π.Χ.), τη μετέβαλαν σε ρωμαϊκή επαρχία, την οποία ονόμασαν Αχαΐα, με το όνομα δε αυτό γνώρισαν τη χώρα οι πρώτοι κήρυκες του Χριστιανισμού. H Αθήνα μόλις διέσωζε τις αναμνήσεις της παλαιάς της δόξας ως πνευματικό κέντρο της υποδουλωθείσας πλέον χώρας, της οποίας εμπορικό κέντρο κατέστη η Κόρινθος. Σ? αυτήν είχε την έδρα του και ο Ρωμαίος ανθύπατος Αχαΐας. Η Κόρινθος, μετά την ανακαίνισή της από τον Ιούλιο Καίσαρα ανέκτησε την προηγούμενη ακμή της, ταυτόχρονα όμως εξελίχθηκε σε εστία εσχάτης διαφθοράς και απερίγραπτης ακολασίας. Γενικά, η θρησκεία στην Ελλάδα είχε καταπέσει τελείως. Οι εκλεκτικοί φιλόσοφοι, οι νέοι πυθαγόρειοι και οι νέοι πλατωνικοί, είχαν αναλάβει να υποστηρίξουν τη θρησκεία δια της φιλοσοφίας με τον μετασχηματισμό της τελευταίας σε θεολογία και την αλληγορική ερμηνεία των μύθων, τους οποίους παρέστησαν ως σύμβολα υψηλών εννοιών. Αλλά το θρησκευτικό αίσθημα του λαού ήταν χωρίς πραγματικό περιεχόμενο. Ως μίμηση δε του παρελθόντος, η αναζωογόνηση της θρησκείας δεν στηριζόταν επί της πραγματικής ζωής, αλλά προερχόταν από τα βιβλία και ως τέτοια ήταν ξένη προς τον λαό. Για τον λόγο τούτο οι φιλόσοφοι έστρεψαν την προσοχή τους στην Ανατολή και ανεζήτησαν σ? αυτήν νέους θεούς και νέες θρησκευτικές ιδέες, γεγονός που μάλλον επέτεινε τη θρησκευτική σύγχυση. Κακότεχνα ξόανα αιγυπτιακών και περσικών θεοτήτων της Ίσιδας, του Σεράπιδα, του Μίθρα, αντικατέστησαν τα λαμπρά αγάλματα των ελληνικών θεών. Τελετές ακατανόητες, ξένες, γελοίες και ακόλαστες, διέστρεφαν κάθε θρησκευτική ιδέα και επηύξαναν τη διαφθορά και την ακολασία. Σε εποχή κατά την οποία οι λόγιοι άνδρες απομακρύνονταν από τη θρησκεία, την οποία ματαίως προσπαθούσε να αποπνευματίσει ή φιλοσοφία, ο όχλος επέμενε στον παχυλό πολυθεϊσμό? λάτρευε τα οικιακά του είδωλα, τηρούσε τις θρησκευτικές συνήθειες, τις τελετές και τις δεισιδαιμονίες, χωρίς να αποκομίζει από αυτές κάποια πνευματική ή ηθική ωφέλεια.

Σε τέτοια θρησκευτική και ηθική κατάπτωση ακούσθηκε το χριστιανικό κήρυγμα στην Ελλάδα δια του μεγίστου των αποστόλων, του Παύλου. Αυτός, γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας, πόλη ελληνική και ακμαιότατη τότε? γνώριζε έτσι και μιλούσε την ελληνική γλώσσα ως μητρική. Μετά τη θαυμαστή προσέλευση του στον Χριστιανισμό, με ορμητήριο την Αντιόχεια, ή οποία έγινε ή πρώτη μητρόπολη των εξ Ελλήνων και λοιπών εθνικών χριστιανών, επιχείρησε την πρώτη αποστολική του περιοδεία στο ελληνικό νησί Κύπρο, το οποίο έκτοτε άρχισε να εκχριστιανίζεται. Κατά τη δεύτερη περιοδεία του ο Παύλος διέτρεξε τις ελληνικές και εξελληνισμένες πόλεις της Συρίας, της Λυκαονίας και της Φρυγίας, της Γαλατίας και της Μυσίας, σκοπεύοντας να προχωρήσει στη Βιθυνία και από εκεί στον Πόντο, αλλά ευρισκόμενος στην Τρωάδα οδηγήθηκε με όραμα στη διαπεραίωση του στις ευρωπαϊκές επαρχίες του ελληνικού κόσμου. Μετά τον απόπλου του από την Τρωάδα με τον Σίλα και τον Τιμόθεο, αποβιβάσθηκε στην στη Νεάπολη της Μακεδονίας (κοντά στην Καβάλα), όπου κήρυξε για πρώτη φορά τον Χριστιανισμό. Από εκεί μετέβη με τον Σίλα στη Θεσσαλονίκη και τη Βέροια, αναγκαζόμενος παντού να αποκρούει τους αντιδρώντες Ιουδαίους. Στη συνέχεια, αφού άφησε εκεί τον Σίλα και τον Τιμόθεο, έφθασε στην Αθήνα στο τέλος του 50 ου έτους, όπου στην αρχή μεν κήρυττε στη συναγωγή των Ιουδαίων, στην οποία προσέρχονταν και οι προσήλυτοι Έλληνες, στη συνέχεια δε και στην ίδια την Αγορά προκαλούσε, με σωκρατικό τρόπο, συζητήσεις τόσο με τους επικουρείους, όσο και με τους στωικούς. Την πόλη των Αθηνών τη βρήκε «κατείδωλον», γεμάτη από ναούς, βωμούς και είδωλα, τους δε κατοίκους της «ως δεισιδαιμονεστέρους», παραδεδομένους τελείως στη λατρεία των ειδώλων. Εντύπωση έκανε στον Παύλο κάποιος βωμός με την επιγραφή «αγνώστω θεώ».

Δεν έχει ανεβρεθεί μέχρι σήμερα από τους αρχαιολόγους βωμός, ο οποίος να φέρει ακριβώς αυτή την επιγραφή, αναφέρεται όμως κάποια ανάλογη επιγραφή «τω προσήκοντι θεώ», από τον Διογένη Λαέρτιο, ο οποίος επί πλέον παρέχει την πληροφορία ότι στα περίχωρα των Αθηνών υπήρχαν «βωμοί ανώνυμοι». Και ο Παυσανίας είδε στον δρόμο από το Φάληρο προς την Αθήνα βωμούς αφιερωμένους σε αγνώστους θεούς («εστί δε βωμοί θεών τε ονομαζόμενων αγνώστων και ηρώων»), κάτι όμοιο δε παρατήρησε και στην Ολυμπία. Και ο Φιλόστρατος, στον βίο του Απολλωνίου Τυανέως, λέγει ότι αυτός είδε στην Αθήνα βωμό «αγνώστων θεών», ο δε Λουκιανός διέσωσε και συνήθη όρκο «Νη τον άγνωστον εν Αθήναις». Στην Περγαμο ανεβρέθηκε σε βωμό που ιδρύθηκε από τον Καπίτωνα δαδούχο επιγραφή «θεοίς αγνώστοις». Ο Λατίνος πρεσβύτερος Ιερώνυμος (? 420) αναγράφει ότι ο Παύλος γενικώς είπε ότι ο βωμός είχε επιγραφή «αγνώστω θεώ», ενώ η επιγραφή έλεγε «θεοίς Ασίας, Ευρώπης και Αφρικής θεοίς αγνώστοις και ξένοις» (diis Asiae et Europae et Africae diis iqnotis et peregrinis). Υπό τον ίδιο περίπου τύπο διέσωσε την επιγραφή και ο Οικουμενικός Τρίκκης. Εν πάση περιπτώσει είναι αναντίρρητο ότι ο Παύλος είδε βωμό που έφερε την επιγραφή «αγνώστω θεώ», ταρασσόταν δε από το θέαμα της γεμάτης από είδωλα πόλεως.

Η διδασκαλία του, οι συνομιλίες στην αγορά και οι συζητήσεις με τους στωικούς και τους επικούρειους προκαλούσαν διάφορα σχόλια. Οι μεν τον χαρακτήριζαν ως «σπερμολόγον», άνθρωπο ευτελή, περιερχόμενο στην αγορά, οι δε έλεγαν ότι ήταν κήρυκας «ξένων δαιμονίων». Ως ξένα δε ή «καινά δαιμόνια», όπως έλεγαν οι Αθηναίοι, υπελάμβαναν τον Ιησού και την Ανάσταση, «και γαρ την ανάστασιν θεον ενόμιζον, άτε ειωθότες και θηλείαις σέβειν», λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Τέτοια κατηγορία εάν αποδεικνυόταν συνεπαγόταν τον θάνατο, κατά τους αθηναϊκούς νόμους. Όμως ο Παύλος κατά κύριο λόγο δεν καταγγέλθηκε επί «ασεβεία», όπως χαρακτηριζόταν το έγκλημα αυτό («ασεβείας γραφής»), αλλά του ζητήθηκαν εξηγήσεις γύρω από τη διδασκαλία του. Για τον λόγο αυτό τον οδήγησαν «επί τον ?ρειον Πάγον», για να μάθουν τι πραγματικά δίδασκε και έτσι ούτε κατήγορος παρουσιάσθηκε, ούτε κατηγορία διατυπώθηκε, ούτε δίκη έγινε, ούτε απόφαση εκδόθηκε. Οι συνελθόντες δεν ήσαν μόνο αρεοπαγίτες, αλλά και φιλόσοφοι και άνρωποι του λαού, άνδρες και γυναίκες. Ο Παύλος δεν προσαγορεύει δικαστές αεροπαγίτες, αλλά τον λαό («άνδρες Αθηναίοι»). Οι συγκεντρωθέντες προσήλθαν μάλλον από περιέργεια, για να ακούσουν τους λόγους του Παύλου, διότι «Αθηναίοι πάντες και οι επιδημούντες ξένοι εις ουδέν ηυκαιρουν ή λέγειν τι και ακούει κενότερον», σημείωσε ο συγγραφέας των Πράξεων. Δεν ήσαν λοιπόν δικαστές οι ακροατές του Παύλου, και η ομιλία του έχει λαϊκό και όχι δικανικό χαρακτήρα, έμεινε δε ατελής, διότι διακόπηκε από τους φιλοσόφους, κάτι που δεν θα συνέβαινε αν ευρισκόταν ενώπιον δικαστηρίου. Η διακοπή συνοδεύθηκε από χλευασμούς και από την περιφρονητική φράση «ακουσόμεθα σου περί τούτου και πάλιν».

Μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί αναντίρρητο ότι ο Παύλος μίλησε στον λόφο του Αρείου Πάγου. Αρχίζοντας τη θαυμάσια ομιλία του επαίνεσε τη θεοσέβεια των Αθηναίων, αναφέροντας δε ότι μεταξύ των πολλών σεβασμάτων είδε και βωμό με την επιγραφή «αγνώστω Θεώ», δίδαξε περί της υπάρξεως ενός και μόνου αληθινού Θεού, δημιουργού και κυρίου των πάντων, «όστις ουκ εν χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί, ουδέ υπό χειρών ανθρώπων θεραπεύεται, προσδεόμενος τινος». Λέγοντας αυτά ο Παύλος είχε ενώπιον του την Ακρόπολη και τους ευρισκόμενους σ? αυτήν χειροποίητους ναούς. Στη συνέχεια ανέπτυξε τη διδασκαλία περί της δημιουργίας του ανθρώπου από τον Θεό, και περί της προνοίας αυτου επί των διαφόρων λαών, πρόσθεσε δε ότι οι άνθρωποι σαν να ευρίσκονταν σε κάποιο σκοτεινό τόπο αναζητούσαν να εύρουν και να ψηλαφίσουν, αν ήταν δυνατό, τον Θεό, ενώ και Έλληνες ποιητές είπαν ότι οι άνθρωποι καταγόμεθα από τον Θεό, ως δημιουργό μας, ζούμε, κινούμεθα και υπάρχουμε σ?αυτόν . Τέλος, ανέφερε ότι ο Θεός προσκαλεί τους ανθρώπους σε μετάνοια, διότι όρισε συγκεκριμένη ημέρα κατά την οποία θα κρίνει με δικαιοσύνη τους πάντες, δια του απεσταλμένου Υιού του, τον οποίον ανέστησε εκ νεκρών. Στο σημείο εκείνο διακόπηκε η ομιλία του αποστόλου Παύλου από τους φιλοσόφους, οι οποίοι ηρνούντο την ανάσταση των νεκρών.

Το έργο του όμως απέδωσε τους πρώτους καρπούς, διότι σχηματίσθηκε ή πρώτη χριστιανική παροικία των Αθηνών από τους προσελθόντες στη νέα θρησκεία δια της διδασκαλίας του αποστόλου, αναφέρονται δε ονομαστικά μεταξύ αυτών και ο αρεοπαγίτης Διονύσιος και κάποια γυναίκα ονομαζόμενη Δάμαρις. Ο Διονύσιος, ως μέλος του Αρείου Πάγου, ήταν από τους άρχοντες της πόλεως των Αθηνών και κατά τη μαρτύρια του Διονυσίου επισκόπου Κορίνθου (Β΄ αιώνας), την οποία διέσωσε ο Ευσέβιος στην «Εκκλησιαστική Ιστορία», ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης χρημάτισε επίσκοπος Αθηνών, σύμφωνα δε προς τον εκκλησιαστικό ιστορικό Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο, είχε μαρτυρικό θάνατο. Αργότερα ο Διονύσιος ταυτίσθηκε με άλλο Διονύσιο, ο οποίος περί το 250 μετέβη στη Γαλλία και υπέστη μαρτυρικό θάνατο. Με το όνομα του Διονυσίου Αθηνών διασώθηκαν μερικά συγγράμματα, τα οποία προφανώς δεν ανήκουν σ? αυτόν.

Μετά την απομάκρυνση του από την Αθήνα ο Παύλος μετέβη στην Κόρινθο, την πρωτεύουσα της Αχαΐας, όπου ανθύπατος ήταν ο Γαλλίων, αδελφός του Σενέκα. Σύμφωνα με κάποιες επιγραφές των Δελφών και των Πλαταιών, ο Γαλλίων χρημάτισε ανθύπατος κατά το έτος 51-52, φαίνεται δε ότι ο Παύλος έφθασε στην Κόρινθο στην αρχή του 51. Η πρόοδος του κηρύγματος του υπήρξε μεγάλη, από τους πρώτους δε οι οποίοι προσήλθαν στον Χριστιανισμό υπήρξαν ο Στέφανος, «η απαρχή της Αχαΐας» και οι εταίροι αυτού Φορτουνάτος και Αχαϊκός. Ο Απόστολος κήρυττε στην οικία κάποιου προσηλύτου, του Τίτου Ιούστου, η οποία ευρισκόταν δίπλα στην εβραϊκή Συναγωγή. Έτσι, οι Ιουδαίοι εξεγέρθησαν εναντίον του, στα επεισόδια όμως που έλαβαν χώρα ενώπιον του Γαλλίωνα, ο Ρωμαίος ανθύπατος φάνηκε να διάκειται μάλλον δυσμενώς έναντι των Εβραίων. Από την Κόρινθο ο Παύλος έγραψε τις προς Θεσσαλονικείς και προς Ρωμαίους επιστολές, πιθανώς δε και την προς Γαλάτας. Μετά από δεκαοκτάμηνη διαμονή στην Κόρινθο δια των Κεγχρεών μετέβη στην Έφεσο, την Καισαρεία, την Ιερουσαλήμ και την Αντιόχεια, από όπου και ανέλαβε κατά το 52 την Τρίτη αποστολική περιοδεία. Στην Έφεσο κήρυττε κατά τα έτη 53-56, κατά δε το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 56-57 μετέβη και πάλι στην Κόρινθο δια της Μακεδονίας, για την εμπέδωση του Χριστιανισμού. Στο έργο του αυτό ο Παύλος είχε συνεργάτες το ζεύγος από τον Πόντο Ακύλα και Πρίσκιλλα, οι οποίοι είχαν απομακρυνθεί από τη Ρώμη και τον λόγιο Αλεξανδρέα Απολλώ. Δυστυχώς, όμως, η νεαρή χριστιανική παροικία της Κορίνθου είχε διαιρεθεί σε διάφορες μερίδες, για τον λόγο δε αυτό ο Παύλος είχε ήδη γράψει, ενώ ευρισκόταν στην Έφεσο και καθ? οδόν προς την Κόρινθο, προ της τελευταίας μεταβάσεως του εκεί, τις δύο προς Κορινθίους επιστολές. Ακολούθως, με την προσωπική του εργασία και μέριμνα στην Κόρινθο μπόρεσε να θέσει σταθερά τα θεμέλια του χριστιανικού οικοδομήματος και να καταστήσει την εν λόγω πόλη κέντρο της διαδόσεως του Χριστιανισμού ανά την Ελλάδα.

Κατά την παράδοση και άλλοι απόστολοι εργάσθηκαν προς τον σκοπό αυτό, ιδίως δε ο Ανδρέας, ο οποίος και υπέστη μαρτυρικό θάνατο στην Πάτρα περί το 66ο έτος. Ο Ανδρέας κήρυξε προηγουμένως τον Χριστιανισμό σε πολλά μέρη και ιδιαίτερα στο Βυζάντιο, όπου ίδρυσε την Εκκλησία, η οποία εφεξής κατέστη ένδοξη. Επίσης, ο μαθητής και συνέκδημος του Παύλου Τίτος κήρυξε τον Χριστιανισμό στην Κρήτη, όπου και χρημάτισε επίσκοπος, σύμφωνα δε με κάποιες παραδόσεις και ο απόστολος Φίλιππος εργάσθηκε ιεραποστολικά στην Αθήνα, όπου ιδρύθηκε και ναός στη μνήμη του, ΒΔ του θησείου, καθώς και ο ευαγγελιστής Λουκάς σε διάφορα άλλα μέρη της Ελλάδας. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, κατά την εξορία του στην Πάτμο είδε την Αποκάλυψη στο μέρος, όπου αργότερα ιδρύθηκε η ένδοξη μονή, η οποία τιμάται στο όνομα αυτού.

Από επιγραφές μάλιστα και από άλλες μαρτυρίες και ενδείξεις καταφαίνεται ότι υφίσταντο πολλές χριστιανικές παροικίες στην Ελλάδα, οι οποίες είχαν ιδίους επισκόπους, μεταξύ δε αυτών υπερείχαν οι παροικίες της Κορίνθου, των Αθηνών, των Μεγάρων, της Σπάρτης και της Πάτρας. Μεγαλύτερη υπήρξε η διάδοση του Χριστιανισμού στην Ήπειρο με κέντρο τη Νικόπολη, στη Θεσσαλία με κέντρο τη Λάρισα, στην Κρήτη με κέντρο τη Γόρτυνα και στα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, ιδιαίτερα δε στη Μήλο, την Τήνο, την Πάρο, τη θήρα, την Αστυπάλαια, την Κάλυμνο, την Τένεδο, τη Λέρο και τη Χίο. Ακμαίες χριστιανικές παροικίες υπήρχαν στη Μακεδονία (Φίλιπποι, Θεσσαλονίκη, Βέρροια), με δεσπόζουσα εκείνη της Θεσσαλονίκης, ευρεία δε υπήρξε η διάδοση της νέας θρησκείας στη Μικρά Ασία και την Προποντίδα. Στο Βυζάντιο υπήρχε ήδη κατά τον Β' αιώνα χριστιανική παροικία, από την οποία προήλθε ο αιρετικός θεόδοτος, ο οποίος περί το 190 μετέβη στη Ρώμη. Το γεγονός ότι ο Χριστιανισμός χρησιμοποιούσε την ελληνική γλώσσα για τη διατύπωση της διδασκαλίας του και ότι έτσι η γλώσσα αυτή κατέστη γλώσσα της χριστιανικής Εκκλησίας ανά τον κόσμο και σ? αυτήν ακόμη τη Ρώμη, συντελούσε τα μέγιστα στην ευχερέστερη διάδοση της νέας θρησκείας στον ελληνικό και εξελληνισμένο κόσμο. Το προκαλούμενο από τον Χριστιανισμό πνευματικό ενδιαφέρον είλκυε την προσοχή των Ελλήνων, το δε απελευθερωτικό του κήρυγμα ανακούφιζε τους στενάζοντες υπό τον βαρύτατο ρωμαϊκό ζυγό λαούς.

Και όλα αυτά συνέβαιναν σε χρόνο κατά τον οποίο η εθνική θρησκεία προοδευτικά κατέρρεε. Ως χαρακτηριστικό επεισόδιο αναφέρεται και κάποια παράδοξη είδηση κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Τιβερίου περί του θανάτου του «μεγάλου Πάνος». Ένας Έλληνας, ονομαζόμενος Επιθέρσης, γραμματικός από την Προύσσα, πλέοντος προς την Ιταλία άκουσε μεταξύ Παξού και Αντιπάξου μία φωνή που έλεγε προς τον κυβερνήτη του πλοίου: «Οταν γένη κατά το Παλώδες, ανάγγειλον ότι Πάν ο μέγας τέθνηκεν». Ο Αιγύπτιος ναύκληρος όταν έφθασε στο Παλώδες εξετέλεσε την εντολή, ακούσθηκε δε ως απάντηση μεγάλος στεναγμός σαν να έβγαινε από τα στόματα πολλών ανθρώπων. Βέβαια, η γενική κατάπτωση της εθνικής θρησκείας ήταν πασίδηλη, μάταια δε αγωνίζονταν οι υπέρμαχοι της να τη στηρίξουν με την εισαγωγή στην Ελλάδα της λατρείας των ανατολικών θεοτήτων. Αυτή μάλλον επέσπευσε τη διάλυση της εθνικής πολυθεϊστικής θρησκείας. Στα πλαίσια αυτά ο Λουκιανός με τους διάλογους του και τα λοιπά συγγράμματα του ενέπαιζε και σατύριζε τους ψευδείς Θεούς.

Παρά την αντίδραση της φιλοσοφίας, η οποία είχε συνδεθεί με την πολυθεϊστική θρησκεία, η νέα θρησκευτική ζωή είχε τέτοιες εκδηλώσεις, ώστε, κατά την πληροφορία του Τερτυλλιανού, για πρώτη φορά άρχισαν να συγκροτούνται Σύνοδοι προς επίλυση διαφόρων εκκλησιαστικών ζητημάτων στην Ελλάδα. Φαίνεται δε ότι και οι πρώτοι αιρετικοί, οι Γνωστικοί, συνήντησαν ελεύθερο πεδίο στην Ελλάδα, διότι στη Σάμη της Κεφαλληνίας αναφέρονται οπαδοί του Αλεξανδρέα γνωστικού Επιφανή. Σημαντικότατο επίσης γεγονός αποτέλεσε η επανειλημμένη επίσκεψη του Αλεξανδρέα θεολόγου Ωριγένη (? 251), διδάσκαλος του οποίου διετέλεσε ο Αθηναίος Κλήμης, πρεσβύτερος Αλεξανδρείας. Η πρώτη επίσκεψη του Ώριγένη στην Ελλάδα και ειδικά στην Αθήνα, προκλήθηκε από κάποια εκκλησιαστικά ζητήματα, για την επίλυση των οποίων ο εν λόγω θεολόγος, λαϊκός ων, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στην Παλαιστίνη. Κατά τον έκκλ. ιστορικό Ευσέβιο, ο Ωριγένης «επειγούσης χρείας εκκλησιαστικών ένεκα πραγμάτων επί την Ελλάδα στειλάμενος δια Παλαιστίνης πρεσβείου χειροθεσίαν εν Καισαρεία προς των τήδε επισκόπων αναλαμβάνει». Κατά τη δεύτερη επίσκεψη του έμεινε επί μακρόν στην Αθήνα, όπου περάτωσε το υπόμνημα στον προφήτη Ιεζεκιήλ και συνέταξε τα πέντε βιβλία στο «?σμα των Ασμάτων». Περί της Εκκλησίας των Αθηνών ο Ωριγένης, παραβάλλοντας την προς την αρχαία «Εκκλησίαν του Δήμου των Αθηναίων», γράφει ότι ήταν «πραεία τις και ευσταθής άτε θεώ αρέσκειν τω επί πάσιν βουλομένη, η δ? Αθηναίων εκκλησία στασιώδης και ουδαμώς παραβαλλομένη τη Εκκλησία του Θεού». Ο Ωριγένης άφησε ζωηρές αναμνήσεις στην Αθήνα, όπου, κατά πληροφορίες του Λατίνου πρεσβυτέρου Ρουφίνου (? 410), είχε πολλούς οπαδούς. Πιθανώς ο Ωριγένης επισκέφθηκε και τη Νικόπολη της Ηπείρου.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω: