ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

πίσω


Κεφάλαιο πρώτο - Οι πρώτοι χρόνοι (50-529)

Διάδοση του Χριστιανισμού στην Ελλάδα

Η επισκοπή Κορίνθου

Οι διωγμοί

Πρώτη διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδας

Οι αιρέσεις και η Εκκλησία της Ελλάδας

Πτώση της εθνικής θρησκείας στην Ελλάδα

Κεφάλαιο δεύτερο - Οι μέσοι χρόνοι (529-1204)

Η εξαρχία Θεσσαλονίκης

Η Εικονομαχία και η Εκκλησία της Ελλάδας

Νέα διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας

Ο μοναχικός βίος

Εσωτερική ζωή της Εκκλησίας της Ελλάδας

5. Οι αιρέσεις και η Εκκλησία της Ελλάδας

Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες απασχόλησε με ένταση την καθόλου Εκκλησία το ζήτημα περί της εορτής του Πάσχα, στο οποίο η Εκκλησία της Ελλάδας τασσόταν προς τη γνώμη και τη συνήθεια των Εκκλησιών Αλεξανδρείας και Ρώμης. Προκειμένου δε περί της νηστείας προ του Πάσχα, ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης σημείωσε ότι «οι εν Ρώμη τρεις προ του Πάσχα εβδομάδας, πλην του Σαββάτου και της Κυριακής, συνημμένας νηστεύουσιν, οι δε εν Ιλλυριοίς και όλη τη Ελλάδι και οι εν Αλεξάνδρεια προ εβδομάδων εξ την προ του Πάσχα νηστείαν νηστεύουσι, Τεσσαρακοστήν αυτήν ονομάζοντες». Και στο ζήτημα της νηστείας λοιπόν η Εκκλησία της Ελλάδας ήταν σύμφωνη προς εκείνη της Αλεξανδρείας. Κατά την αρχή του Δ΄ αιώνα η μεγάλη αίρεση του Αρειανισμού, η οποία ξεκίνησε από την Αλεξάνδρεια και επεκτάθηκε στη Συρία και άλλες επαρχίες, παρέμεινε εκτός των ορίων της Ελλάδας. Όταν όμως ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος συνεκάλεσε την Α΄ Οικουμενική σύνοδο στη Νίκαια (325) για τη λύση του προκληθέντος από τον Αρειανισμό ζητήματος περί της θεότητας του Ιησού Χριστού και για τον καθορισμό της ημέρας της εορτής του Πάσχα, η Εκκλησία της Ελλάδας αντιπροσωπεύθηκε στη σύνοδο από τους επισκόπους Αλέξανδρο Θεσσαλονίκης, Βούδιο Στοβών, Μάρκο Μητροπόλεως (Θεσσαλίας), Αλιτόδωρο Κερκύρας, Πρωτογενή Σαρδικής, Πιστό Αθηνών, Μάρκο Βοίας (Χαλκίδας), Κλαυδιανό Λαρίσης και Κλεόνικο Θηβών. Σύμφωνα με μερικές ειδήσεις στη σύνοδο παρέστη και ο άγιος Αχίλλιος Λαρίσης, εκτός από τον Κλαυδιανό, ο οποίος κατείχε άλλη έδρα στη Θεσσαλία. Πράγματι, σε μερικούς καταλόγους των πατέρων της Α΄ Οικουμενικής συνόδου ο Κλαυδιανός ονομάζεται γενικώς επίσκοπος Θεσσαλίας. Ο άγιος Αχίλλιος ήκμασε αναμφίβολα κατά τους χρόνους της Α΄ Οικουμενικής συνόδου, διακρινόμενος για την αγιότητα του βίου.

Κατά τον Ι΄ αιώνα οι Βούλγαροι εισέβαλαν στη Θεσσαλία και αποκόμισαν από τη Λάρισα το λείψανο του αγίου Αχιλλίου στην Πρέσπα. Ίδρυσαν μάλιστα και μονή επί του τάφου του στη νησίδα της Μικρής Πρέσπας. Ο υπάρχων σήμερα ναός του αγίου στη Λάρισα κτίσθηκε το 1794.

Μετά την Α΄ Οικουμενική σύνοδο ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος στην επιστολή, με την οποία ανήγγειλε τη λύση του ζητήματος περί της ημέρας της μεγάλης εορτής του Πάσχα, εξέφραζε την ευχή αυτή να εορτάζεται παντού «και εις όλην την Ελλάδα» την ίδια ημέρα. Κατά τους επακολουθήσαντες δε μετά τη σύνοδο αγώνες υπέρ της ορθοδοξίας διακρίθηκε ο Ησίοδος Κορίνθου, στις ευχές του οποίου αποδίδεται ο οικτρός θάνατος του Αρείου. Επίσης διακρίθηκε και ο Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης, ο οποίος συνεργάσθηκε με τον ?γιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας εναντίον των Αρειανών και των παραφυάδων της αιρέσεως. Πλην των ανωτέρω, κατά των εν λόγω αιρετικών αγωνίσθηκε και ο Λαρίσης άγιος Αχίλλιος, καθώς και άλλοι επίσκοποι της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Από επιστολή του Μεγάλου Αθανασίου προς τον επίσκοπο Κορίνθου Επίκτητο, διάδοχο πιθανώς του Ησιόδου, μαθαίνουμε ότι διεξάγονταν στην Κόρινθο σχετικές συζητήσεις επί των θεολογικών ζητημάτων που είχαν προκληθεί από τον Αρειανισμό και τον Απολλιναρισμό 3 . Ο Επίκτητος περί το 370 υπέβαλε μερικά ερωτήμα τα προς τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος απήντησε σ? αυτά με επιστολή, αναπτύσσοντας τη διδασκαλία περί του προσώπου του Ιησού Χριστού.

Στο μεταξύ, μετά τις συνόδους των αρειανών και των ημιαρειανών στην Αντιόχεια (340-341), οι οποίες καταδίκασαν τον Μέγα Αθανάσιο και το «ομοούσιον», αποφασίσθηκε να συνέλθει στο Σίρμιο το 343 νέα Οικουμενική σύνοδος. Επειδή όμως οι ανατολικοί απέκρουαν την παρουσία σ' αυτήν του Μεγάλου Αθανασίου, αποσχίσθηκαν και συγκρότησαν κατά το ίδιο έτος τη σύνοδο της Φιλιππουπόλεως, ενώ οι δυτικοί συνήλθαν στη Σαρδική, όπου ανανέωσαν και υποστήριξαν το σύμβολο της Νικαιας. Είναι αξιοσημείωτο ότι με τους ανατολικούς συνέπραξε μόνο ένας επίσκοπος από την Ελλάδα, ο Ελλάδιος Αμαντίας (της Ηπείρου), ενώ όλοι οι υπόλοιποι 36 συνήλθαν με τους δυτικούς στη Σαρδική. Ο Μέγας Αθανάσιος, ο οποίος είχε εξορισθεί, με την επέμβαση του Κώνσταντα, αδελφού και συνάρχοντα του Κωνσταντίου, επανήλθε στην Αλεξάνδρεια, αλλά μετά τον θάνατο του Κώνσταντα υποστηρίχθηκαν οι αρειανοί, οι οποίοι συγκρότησαν σύνοδο στο Σίρμιο της Παννονίας (351) και καταδίκασαν τον συνεργάτη του Μεγάλου Αθανασίου Μάρκελλο Αγκύρας και τον μαθητή του Φωτεινό Σιρμίου. Στο Σίρμιο συγκροτήθηκαν κατά της ορθόδοξης πίστεως άλλες δύο σύνοδοι, το 357 και το 358.

Κατά τη συγκεχυμένη εκείνη περίοδο γύρω από τον Μέγα Αθανάσιο συγκεντρώνονταν οι διαπρεπέστεροι των ιεραρχών και συνεργάζονταν για την προπαρασκευή της νίκης της ορθοδοξίας. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Μέγας Βασίλειος, επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας και ο Θεσσαλονίκης Αχόλιος, προς τον οποίο έγραφε ο Μέγας Βασίλειος εξυμνώντας τις μεγάλες αρετές του. Όταν δε μετά από μικρό διάστημα ο Αχόλιος βάπτισε τον Θεοδόσιο, αρχικά μεν συνάρχοντα του Γρατιανού, αργότερα δε μονοκράτορα, προκάλεσε την έκδοση από αυτόν νόμου κατά των αρειανών (380). Ο Θεοδόσιος συγκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη τη Β΄ Οικουμενική σύνοδο (381), στην οποία καταδικάσθηκε οριστικά ο Αρειανισμός και όλες οι παραφυάδες του. Είναι γνωστό ότι στις εργασίες αυτής παρέστη από την Εκκλησία της Ελλάδας ο Δωρόθεος Κορίνθου, αλλά όταν παρουσιάσθηκαν κάποιες δυσχέρειες περί τη διαδοχή του θανόντος προέδρου της συνόδου αγίου Μελετίου, προσκλήθηκε και ο Αχόλιος Θεσσαλονίκης με τους επισκόπους της Μακεδονίας. Όπως δε θα δούμε στη συνέχεια ο Αχόλιος επικοινώνησε με τη Ρώμη για το ζήτημα του Αιγυπτίου Μαξίμου του Κυνικού, ο οποίος προσπάθησε να καταλάβει τον αρχιερατικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Το 382 ο επίσκοπος της Θεσσαλονίκης συμμετείχε σε σύνοδο που συγκλήθηκε στη Ρώμη από τον τοπικό επίσκοπο Δάμασο (364-384). Σύγχρονος του Αχολίου υπήρξε ο άγιος Δονάτος, επίσκοπος Ευροίας της Ηπείρου, του οποίου τη μνήμη η ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την 30 Απριλίου 4 . Κατά τη διάρκεια των μεγάλων προβλημάτων που προκλήθηκαν από την άδικη καταδίκη και εξορία του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως (407), διακρίθηκε ο Κορίνθου Αλέξανδρος, προς τον οποίο το 405 και 406 έγραψε ο μέγας ιεράρχης, παρακαλώντας τον να συντελέσει στην άρση της αδικίας εκείνης με τη συγκρότηση Οικουμενικής συνόδου.

Κατά την περίοδο των ανακυψασών χριστολογικών αιρέσεων μερικοί από τους επισκόπους της Ελλάδας τάχθηκαν αναφανδόν υπέρ των ιδεών και του προσώπου του Νεστορίου, όπως ο Βασίλειος Λαρίσης, ο Μάξιμος

Δημητριάδος, ο Παυσιανός Υπάτης, ο Θεόκτιστος Καισαρείας (της Θεσσαλίας) και ο Ιουλιανός Σαρδικής, ο οποίος και καθαιρέθηκε. Στην Γ΄ Οικουμενική σύνοδο της Εφέσου (431) παρέστη από τους επισκόπους της Μακεδονίας ο Φιλίππων Φλαβιανός, ο οποίος αντιπροσώπευσε και τον ΘεσσαλονίκηςΡούφο και συνεργάσθηκε με τον πρόεδρο της συνόδου ?γιο Κύριλλο Αλεξανδρείας κατά του Νεστορίου, κατόπιν δε μετέβη και στην Κωνσταντινούπολη ως αντιπρόσωπος της συνόδου. Από τη Θεσσαλία, εκτός των ανωτέρω, παρέστησαν στη σύνοδο και ο Θεόδωρος Εχίνου, ο Περρέβιος Φαρσάλων, ο Σεκουνδιανός Λαμίας και ο Δίων Θηβών. Ο μητροπολίτης Κορίνθου Περιγένης είχε στη συνοδεία του τους επισκόπους Κορώνης Αγαθοκλέα, Οπούντος Δομνίνο, Θηβών Ανύσιο, Αθηνών Μόδεστο, Ναυπάκτου Καλλικράτη και Μεγάρων Νικία. Από την Κρήτη ο Γορτύνης Ικόνιος είχε μαζί του τον Ζηνόβιο Κνωσού, τον Ανδέριο Χερσονήσου και τον Παύλο Λάμπης. Από την Παλαιά Ήπειρο παρέστη ο μητροπολίτης Νικοπόλεως Δονάτος με τους επισκόπους Θεόδωρο Δωδώνης και Φήλικα Απολλωνίας και Βελλιάδος. Επίσης παρέστη μόνος ο μητροπολίτης Δυρραχίου Ευχάριος από τη Νέα Ήπειρο. Τέλος, από τα νησιά παρευρέθηκαν οι επίσκοποι Μυτιλήνης, Μηθύμνης, Πορδοσελήνης, Ρόδου και Πάρου. Η σύνοδος κατεδίκασε, μεταξύ άλλων, και τον επίσκοπο Τενέδου Αναστάσιο ως νεστοριανό. Η πλήρης αποκατάσταση της ειρήνης στην Εκκλησία μετά την Γ΄ Οικουμενική σύνοδο επιτεύχθηκε με την καταδίκη του Νεστοριανισμού με όρο που υπεγράφη το 433, τα σχετικά δε προς την όλη υπόθεση εξέθεσε ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας με εκτενέστατη επιστολή προς τον διαπρεπή μητροπολίτη Νικοπόλεως Δονάτο (Δυνατό).

Από τα ανωτέρω υποδηλώνεται πόσο βαθειά υπήρξε η απήχηση των ζητημάτων που προέκυψαν από τον Νεστοριανισμό και στην Εκκλησία της Ελλάδας. Μετά την Γ΄ Οικουμενική σύνοδο συγκροτήθηκαν, όπως είναι γνωστό, άλλες σύνοδοι για την καταδίκη της νέας αιρέσεως, του Μονοφυσιτισμού. Για πρώτη φορά καταδικάσθηκε από τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανό (446-449), στη συγκληθείσα εκεί συνοδό, στην οποία παρέστη και ο επίσκοπος ?ργους Γενέθλιος υπογράφοντας την καθαίρεση του αρχηγέτη της μονοφυσιτικής αιρέσεως αρχιμανδρίτη Ευτυχή. Την υπεράσπιση του τελευταίου ανέλαβε ο Αλεξανδρείας Διόσκορος (444-451), ο οποίος έπεισε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ να συγκαλέσει σύνοδο στην Έφεσο, η οποία, λόγω των βιαίων πράξεων της, έμεινε γνωστή με την επωνυμία «ληστρική».

Στη σύνοδο αυτή μετείχαν αρκετοί από τους επισκόπους της Ελλάδας, ειδικότερα δε ο μητροπολίτης Φιλίππων Σώζων με τους επισκόπους Βερροίας Λουκά, κηρυγμένου οπαδού του Ευτυχή, Δοβήρου Ευσέβιο, Σερρών Μαξιμιανό, Κασσανδρείας Ερμογένη και Κβιντίλλιο Ηρακλείας Λυγκιστίδος, ο οποίος αντιπροσώπευε και τον Αναστάσιο Θεσσαλονίκης. Από τη Θεσσαλία ο μητροπολίτης Λαρίσης Βιγιλάντιος συνοδευόταν από τους επισκόπους Δημητριάδος Κωνσταντίνο, Πλαταιών Δομνίνο και Οπούντος Αθανάσιο. Από την Αχαΐα παρέστη ο Κορίνθου Ερασίστρατος, από την Κρήτη ο Γορτύνης Μαρτύριος, από την Παλαιά Ηπειρο ο μητροπολίτης Νικοπόλεως Αττικός προσήλθε με τους επισκόπους Μάρκο Ευροίας, Κλαύδιο Αγχησμού (Ογχησμού), Ευτύχιο Αδριανουπόλεως και Σωτήριχο Κερκύρας, από τη νέα Ήπειρο προσήλθε ο Λουκάς Δυρραχίου, από τη μέση Δακία ο Διογένης Ρεμεσιανών και τέλος από τα νησιά ο Ρόδου Ιωάννης. Ολοι σχεδόν οι ανωτέρω, υπό τη βία του Διοσκόρου, ψήφισαν υπέρ του Ευτυχή και κατά του Φλαβιανού Κωνσταντινουπόλεως.

Γρήγορα όμως συγκλήθηκε στη Χαλκηδόνα η Δ΄ Οικουμενική σύνοδος (451), η οποία απαρτίσθηκε από 600 επισκόπους. Μεγάλο μέρος των επισκόπων της Εκκλησίας της Ελλάδας συμμετείχαν στις εργασίες της, από αυτούς δε μερικοί είχαν μετάσχει και στη ληστρική σύνοδο. Ο Θεσσαλονίκης Αναστάσιος αντιπροσωπεύθηκε και πάλι από τον Κβιντίλλιο Ηράκλειας. Παρέστησαν από τη Μακεδονία ο Φίλιππων Σώζων με τους Δοβήρου Ευσέβιο, Σερρών Μαξιμιανό, Νικόλαο Στοβών, Δαρδάνιο Βαργάλων και Ιωάννη Παρθικουπόλεως, οι οποίοι υπέγραψαν δια του πρεσβυτέρου Κυριακού. Ο μητροπολίτης Λαρίσης Ανδρέας παρέστη συνοδευόμενος από τους επισκόπους Κωνσταντίνο Δημητριάδος και Πέτρο Εχίνου. Αυτοπροσώπως παρέστη από την Αχαΐα ο Πέτρος Κορίνθου με τους επισκόπους Δομνίνο Πλαταιών, Αθανάσιο Οπούντος, Ειρηναίο Ναυπάκτου, Ωφέλιμο Τεγέας, Ονήσιμο ?ργους, Θεόφιλο Ωρεού (Ιστιαίας), Νικία Μεγάρων, Ιωάννη Μεσσήνης και Ιωάννη Πατρών. Από την Κρήτη συμμετείχαν ο Μαρτύριος Γορτύνης με τους επισκόπους Γεννάδιο Κνωσού, Ευσέβιο Απολλωνίας, Δημήτριο Λάμπης, Κύριλλο Σουβρίτου, Ευφράτα Ελευθέρνας και Παύλο Καντανίας. Από την Παλαιά Ηπειρο ο Νικοπόλεως Αττικός συνοδευόταν από τους επισκόπους Μάρκο Ευροίας, Φιλόθεο Δωδώνης, Ιωάννη Φωτικής, Κλαύδιο Αγχησμού, Περεγρίνο Φοινίκης και Σωτήριχο Κερκύρας. Από τη Νέα Ήπειρο έλαβαν μέρος Λουκάς Δυρραχίου με τον Αντώνιο Λυχνιδού, από τη Δακία ο Εύανδρος Διοκλείας, από δε τα νησιά οι επίσκοποι Δήλου Σαβίνος, Τενέδου Φλωρέντιος, Κω Ιουλιανός, Ρόδου Ιωάννης, Χίου Τρύφων και Θάσου Ονοράτος. Οι επίσκοποι της Ελλάδας παρέστησαν στην Δ΄ Οικουμενική σύνοδο ως «δυτικοί», συντεταγμένοι με τους λοιπούς επισκόπους της Δύσεως και τους αντιπροσώπους του Λέοντα Α΄ Ρώμης (440-461), τήρησαν όμως ανεξάρτητη και πολύ χαρακτηριστική στάση. Κατά το πρώτο στάδιο των εργασιών της η σύνοδος καταδίκασε τη βίαιη σύνοδο του 449 και τον Διόσκορο. Όταν δε εισήλθε στο δογματικό μέρος και διαπίστωσε την ορθοδοξία του Φλαβιανού Κωνσταντινουπόλεως, ο Πέτρος Κορίνθου από την αριστερή πτέρυγα στην οποία ευρισκόταν μεταπήδησε στη δεξιά, πράξη που η σύνοδος χαιρέτισε χαρακτηριστικά με τους ακόλουθους λόγους: «ο Πέτρος τα Πέτρου φρονεί? ορθόδοξε, καλώς ήλθες». Το παράδειγμα του Πέτρου ακολούθησαν και πολλοί επίσκοποι από τη Μακεδονία, την Κρήτη και την υπόλοιπη Ελλάδα. Μολονότι δε αυτοί διατελούσαν υπό την πνευματική δικαιοδοσία του Ρώμης Λέοντα, όταν αναγνώσθηκε η περίφημη επιστολή του προς τον Φλαβιανό Κωνσταντινουπόλεως, εξέφρασαν αμφιβολίες περί της ορθοδοξίας ορισμένων σημείων της. Από την αντιβολή αυτών προς σχετικά σημεία των συγγραμμάτων του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας αποδείχθηκε η ορθοδοξία τους, αλλά ο Νικοπόλεως Αττικός αμφισβήτησε το πόρισμα της έρευνας αυτής και ζήτησε προθεσμία για τη μελέτη της επιστολής του Λέοντα. Τη γνώμη αυτή ασπάσθηκαν και άλλοι επίσκοποι από την Ελλάδα (Ιλλυρικό), για τον λόγο δε αυτό αναβλήθηκε η λήψη κάθε αποφάσεως. Τελικά, μετά από εμπεριστατωμένη μελέτη οι επίσκοποι από την Ελλάδα, όπως και εκείνοι από την Παλαιστίνη, πείσθηκαν να αποδεχθούν την επιστολή του Λέοντα ως ορθόδοξη.

Η Δ΄ Οικουμενική σύνοδος καταδίκασε οριστικά τον Μονοφυσιτισμό, αλλά δυστυχώς η αίρεση αυτή συμπαρέσυρε τους ιθαγενείς πληθυσμούς της Αιγύπτου και της Συρίας και προκάλεσε πολύ μεγάλη ανωμαλία στο κράτος. Για την πρόληψη των αρνητικών συνεπειών της αιρέσεως, οι μετά την Δ΄ Οικουμενική σύνοδο αυτοκράτορες του Βυζαντίου αγωνίσθηκαν να συμβιβάσουν τους αποδεχθέντες τον Μονοφυσιτισμό ιθαγενείς πληθυσμούς με την Ορθόδοξη Εκκλησία, σε βάρος του κύρους της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου, η οποία κατά τους μονοφυσίτες είχε αποφανθεί υπέρ του Νεστοριανισμού. Η Εκκλησία της Ελλάδας ενέμεινε στην ορθοδοξία και απέκρουσε κάθε κίνηση υπέρ του συμβιβασμού των μονοφυσιτών με τη μείωση του κύρους της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου. Το 458 ο μητροπολίτης Κορίνθου Πέτρος συγκρότησε επαρχιακή σύνοδο από 20 επισκόπους της δικαιοδοσίας του για την υποστήριξη των αποφάσεων της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου, έγραψε δε και σχετική επιστολή προς τον αυτοκράτορα Λέοντα Α΄ (457-474). Το ίδιο έκαναν και οι μητροπολίτες των άλλων επαρχιών της Εκκλησίας της Ελλάδας. Ένα έτος μετά, το 459, ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος Α΄ (458-471) συγκάλεσε συνοδό στην Κωνσταντινούπολη κατά της «σιμωνίας». Τη σχετική πράξη της συνόδου αυτής υπέγραψαν ο παραστάς στη σύνοδο επίσκοπος Αθηνών Ανατόλιος και πολλοί άλλοι επίσκοποι της Εκκλησίας της Ελλάδας, προς τους οποίους απεστάλη για έγκριση και υπογραφή.

Από την ανωτέρω αναγραφή των επισκόπων, οι οποίοι μετείχαν στην Δ΄ Οικουμενική σύνοδο, υποδηλώνεται πόσο ευρέως είχε ήδη εξαπλωθεί ο Χριστιανισμός στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς στερούμεθα ειδήσεων περί της εσωτερικής αναπτύξεως της Εκκλησίας της. Είναι μόνο γνωστό ότι υπήρχε κάποια πνευματική κίνηση, διότι περί τα μέσα του Ε΄ αιώνα ήκμασε ο επίσκοπος Φωτικής Διάδοχος 5 , ο οποίος έγραψε εκατό κεφάλαια ασκητικά και ετιμήθη ως άγιος. Το εν λόγω σύγγραμμα του Διαδόχου απέβλεπε στη μοναχική τελείωση.

Το 477 ο αυτοκράτορας Ζήνων εξέδωσε το «Ένωτικόν», το οποίο υποστήριξε τον Μονοφυσιτισμό και προκάλεσε σχίσμα μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής Εκκλησίας, στην οποία περιλαμβανόταν και η Εκκλησία της Ελλάδας. Από τον Ιουστινιανό Α΄ (527-565) καταβλήθηκαν προσπάθειες για τον συμβιβασμό των μονοφυσιτών με την ορθόδοξη Εκκλησία, χωρίς όμως να προσβληθεί το κύρος της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου. Έτσι, ο Δημήτριος Θεσσαλονίκης, όταν προσκλήθηκε το 531 με τον Υπάτιο Εφέσου και άλλους επισκόπους στην Κωνσταντινούπολη, διεξήγαγε δημόσια συζήτηση με σεβηριανούς μονοφυσίτες. Στη σύνοδο που συγκλήθηκε το ίδιο έτος στη Ρώμη κατά των μονοφυσιτών μετέσχε και ο επίσκοπος Δημητριάδος Αβουδάντιος. Το 533 ο προμνημονευθείς Υπάτιος απεστάλη με τον Δημήτριο προς τον Ρώμης Ιωάννη Β΄ (531-535) για την απόδειξη των κακοδοξιών των «Ακοίμητων», οι οποίοι ηρνούντο ότι η Παρθένος Μαρία υπήρξε «Θεοτόκος» και ότι ενσαρκώθηκε ένα από τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, καθώς επίσης και για την απόσπαση της συναινέσεως του επισκόπου Ρώμης στο περιεχόμενο του εκδοθέντα νόμου κατά νεστοριανών και ευτυχιανών. Στις προσπάθειες του αυτοκράτορα για τον συμβιβασμό των μονοφυσιτών με την ορθόδοξη Εκκλησία οφειλόταν η συγκρότηση συνόδου στην Κωνσταντινούπολη το 536, στην οποία παρέστησαν ο Γορτύνης Θεόδωρος και ο Ευροίας (της Ηπείρου) Θεόδωρος και εκ μέρους του Φωτίου Κορίνθου οι διάκονοι Καλλίνικος και Διονύσιος. Στα ανωτέρω πλαίσια συγκλήθηκε και η Ε΄ Οικουμενική σύνοδος (533), στην οποία έλαβαν μέρος λίγοι μόνο επίσκοποι από την Εκκλησία της Ελλάδας ο Ηρακλείας (Λυγκιστίδος) Βενίνος, ο Οπούντος Καλλίνικος, ο Λακεδαιμονίας Θεοδόσιος, ο Πορθμού (Ερέτριας) Θεόδωρος, ο Αυλώνος Σωτήρ και ο προκαθήμενος της νεοϊδρυθείσης τότε αρχιεπισκοπής Ιουστινιανής Α΄ Βενενάτος. Ο Παύλος, επίσκοπος Ουλπιανών της Δαρδανίας υπέγραψε το έγγραφο « Constitutum » του επισκόπου Ρώμης Βιγιλίου (538-555) και αρνήθηκε να παραστεί στη σύνοδο, για τον λόγο ότι δεν παρίστατο ο μητροπολίτης Δαρδανίας. Την ίδια στάση τήρησε και ο Προΐεκτος Ναϊσού. Στη σύνοδο που συγκροτήθηκε κατά το επόμενο έτος (536) στην Κωνσταντινούπολη από τον πατριάρχη Μηνά (536-552) μετείχε και ο Βερροίας Τιμόθεος, ο οποίος παρεπιδημούσε τότε εκεί. Παρ? όλα αυτά οι μονοφυσίτες εξακολουθούσαν την αντίδραση τους κατά της ορθόδοξης Εκκλησίας. Ησαν μάλιστα και μεταξύ τους διαιρεμένοι, κάποια δε μερίδα τους, οι λεγόμενοι «Τριθείτες», κατόρθωσε να εισχωρήσει και στην Εκκλησία της Ελλάδας, αφού στην Αθήνα και στην Κόρινθο υπήρχε κοινότητα των «Τριθεϊτών», υπό ίδιο επίσκοπο, ο οποίος έδρευε στην Αθήνα 6 . Περί την εποχή εκείνη ήκμασε ο αρχιεπίσκοπος ΘεσσαλονίκηςΕυσέβιος (590-604), ο οποίος διακρίθηκε ως αντιρρητικός θεολόγος. Συνέγραψε πραγματεία σε δέκα βιβλία και επιστολή προς τον μοναχό Ανδρέα τον Έγκλειστο, οπαδό του «αφθαρτοδοκητισμού». Περί το 600 ήκμασε και ο Οικουμένιος Τρίκκης, ο οποίος διακρίθηκε ως ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, πρώτος μάλιστα συνέγραψε ερμηνεία στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, αν και η γνησιότητα των έργων του άμφιβάλλεται 7.

Κατά την ΣΤ΄ Οικουμενική σύνοδο (680), η οποία συγκλήθηκε από τον Κωνσταντίνο Πωγωνάτο στην Κωνσταντινούπολη και καταδίκασε τον Μονοθελητισμό, παρέστησαν ο Ιωάννης «ελέω θεού επίσκοπος Θεσσαλονίκης, βικάριος του αποστολικού θρόνου Ρώμης και ληγάτος» με τον Στόβων Ιωάννη από τη Μακεδονία και τον Σιλουανό Λήμνου, ο Κορίνθου Στέφανος, ο Αθηνών Ιωάννης, ο Γορτύνης Βασίλειος με τους επισκόπους Λάμπης Ιωάννη και Καντανίας Γρηγόριο. Ο Βασίλειος Γορτύνης είχε διαδεχθεί τον ?γιο Ευμένιο Γορτύνης, ο οποίος κατά τις μονοθελητικές έριδες είχε αποσταλεί στη θηβαιδα για να αγωνισθεί κατά των αιρετικών, όπου και τελικά πέθανε κατά τη διάρκεια των αγώνων του. Το λείψανο του ανακομίσθηκε στή Γόρτυνα της Κρήτης, η μνήμη του δε εορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία τη 18 Σεπτεμβρίου. Επίσης ο προμνημονευθείς Ιωάννης Θεσσαλονίκηςυπήρξε συγγραφέας αξιόλογης πραγματείας περί εικόνων, της οποίας αποσπάσματα αναγνώσθηκαν στην Ζ΄ Οικουμενική σύνοδο, καθώς επίσης και διηγήσεων περί του μεγαλομάρτυρας αγίου Δημητρίου.

Για τη συμπλήρωση του έργου των Οικουμενικών συνόδων Ε΄ και ΣΤ΄ συνήλθε η Πενθέκτη σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη (692), στην οποία επίσης παρέστησαν ο μνημονευθείς Βασίλειος Γορτύνης με τους επισκόπους Κισάμου Θεόπεμπτο, Χερσονήσου Σισίνιο Β΄ και Κυδωνιάς Νικήτα, από δε τη Μακεδονία ο Αμφιπόλεως Ανδρέας, ο Εδέσης Ισίδωρος, ο Θεωρίου Ιωάννης, ο Στόβων Μαργαρίτης και ο Πρώτης Ιουστινιανής Ιωάννης Β΄. Από τη Νέα Ήπειρο παρέστη ο Δυρραχίου Σισίνιος και από τα νησιά ο Σιλουανός Λήμνου. Η σύνοδος εξέδωσε 102 κανόνες, οι οποίοι αναφέρονται στην εσωτερική ζωή της Εκκλησίας. Περί την εποχή αυτή διακρίθηκε ο Ανδρέας Γορτύνης της Κρήτης ως έξοχος εκκλησιαστικός ρήτορας και υμνογράφος, ο οποίος μεταξύ των άλλων συνέταξε και τον Μέγα Κανόνα.

Οι επίσκοποι της Εκκλησίας της Ελλάδας, συμμετέχοντες στις Οικουμενικές συνόδους, υποστήριζαν την ορθοδοξία, προς την οποία από τότε συνδέθηκε σταθερά και ο Ελληνισμός. Η Εκκλησία της Ελλάδας παρουσιαζόταν ενωμένη ενάντια στις αιρετικές προκλήσεις, καιτοι σε κάποιες περιοχές υπήρχαν μερικές διαφορές στην εκκλησιαστική ζωή. Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης (Ε΄ αιώνας) σημείωσε, όπως είδαμε, ότι «οι εν Ιλλυριοίς και όλη τη Ελλάδι και οι εν Αλεξάνδρεια, προ εβδομάδων εξ την προ του Πάσχα νηστεύουσι Τεσσαρακοστήν αυτήν ονομάζοντες». Στη Θεσσαλία επιβαλλόταν στους κληρικούς να απέχουν των συζύγων τους, εάν ήσαν έγγαμοι, προ της χειροτονίας τους. Εισηγητής του έθους αυτού, το οποίο φυλασσόταν «εν Θεσσαλονίκη και αυτή τη Μακεδονία και Ελλάδι», έγινε ο Ηλιόδωρος εξ Εμέσης, ο οποίος λέγεται ότι χρημάτισε επίσκοπος Τρίκκης, ήκμασε δε κατά το β΄ ήμισυ του Γ΄ αιώνα και έγινε γνωστός από το πολύκροτο μυθιστόρημα του «Σύνταγμα των περί Θεαγένην και Χαρίκλειαν Αιθιοπικών». Εξ αλλού στη Θεσσαλία βάπτιζαν μόνο κατά τις ήμερες του Πάσχα, «δι? ο σφόδρα, πλην ολίγων, οι λοιποί μη βαπτισθέντες αποθνήσκουσι», προσθέτει ο Σωκράτης 8.


3. Αθανασίου, Επιστολή προς Επίκτητον, Migne 26,1049-70. Πρβλ. Επιφανίου Κύπρου, Αιρ. 77,2, Migne 42,644.

4. Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλησ. Ιστορία 22,45

5. Κ. P ο p ον, Ο μακάριος Διάδοχος Επίσκοπος Φωτικής και τα συγγράμματα αυτού (ρωσικά), εν Κιέβω 1903.

6. Βλ. περί αυτών Ιωάννου Εφέσου, Έκκλησ. Ιστορία Α,31,Ε,2 μετάφρ. Schonfelder , 31.

7. F.Diekamp, Mittheilungen uber der neuanfgefundenen Commentar des Oekumenius zur Apokalypse, Berlin 1901. Πρβλ. Κ. Κρουμβάχερ, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, μετάφραση Γ. Σωτηριάδου, Α. 259 εξ. Δ.Σ. Μπαλάνου, Πατρολογία, σ. 512. Κ . Staab, Pauluskommentare aus der griech. Kirche, M ϋ nster 1933, σ . XXXVII εξ . Σε κάποιο αγιολόγιο, το οποίο αναγράφει την 3 Μαΐου τη μνήμη του «οσίου πατρός ημών Οικουμενίου επισκόπου Τρίκκης» (Γ.Π. Κρέμον, Φωκικά, εν Αθήναις 1874-80, τόμ. Α΄, σ. 103), προστίθενται οι εξής στίχοι:

Ο σος θείος πέμπει σε Ελλάδος θείον

Λαρίσσης ?χιλειος ως μυστιπόλος.

8. Πρβλ. Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλησ. Ιστορία 12,34

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.