ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

πίσω


Κεφάλαιο πρώτο - Οι πρώτοι χρόνοι (50-529)

Διάδοση του Χριστιανισμού στην Ελλάδα

Η επισκοπή Κορίνθου

Οι διωγμοί

Πρώτη διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδας

Οι αιρέσεις και η Εκκλησία της Ελλάδας

Πτώση της εθνικής θρησκείας στην Ελλάδα

Κεφάλαιο δεύτερο - Οι μέσοι χρόνοι (529-1204)

Η εξαρχία Θεσσαλονίκης

Η Εικονομαχία και η Εκκλησία της Ελλάδας

Νέα διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας

Ο μοναχικός βίος

Εσωτερική ζωή της Εκκλησίας της Ελλάδας

2. Η επισκοπή Κορίνθου

Η παρουσία του μεγάλου Αλεξανδρέα διδασκάλου συνετέλεσε πάντως στην ενίσχυση του Χριστιανισμού, θα πρέπει να σημειωθεί δε ότι στο πανεπιστήμιο των Αθηνών φοιτούσαν ήδη και Χριστιανοί, όπως ο Γρηγόριος από τον Πόντο, ο κατόπιν μαθητής του Ωριγένη και στη συνέχεια δοξασθείς ως επίσκοπος Νεοκαισαρείας. Φαίνεται ότι η Εκκλησία της Ελλάδας ήταν και διοικητικώς οργανωμένη από αυτούς ακόμη τους αποστολικούς χρόνους, διότι ήδη ο απόστολος Παύλος θεωρεί τις παροικίες της Ελλάδας ως αποτελούσες ένα σύνολο. Πράγματι, τη Β΄ προς Κορινθίους επιστολή την αποστέλλει «τη Εκκλησία του θεού τη ούση εν Κορίνθω συν τοις αγίοις πασι τοις ούσιν εν όλη τη Αχαΐα» (1,1). Εκτός των εσωτερικών ανωμαλιών, οι όποιες ανεφύησαν κατά τους αποστολικούς χρόνους και κατεστάλησαν από τον απόστολο Παύλο με τις επιστολές και την προσωπική του παρουσία, περί τα τέλη του Α΄ αιώνα παρουσιάσθηκαν νέες ανωμαλίες, για την ίαση των οποίων έγραψε επιστολή, το έτος 95, η Εκκλησία της Ρώμης δια του Κλήμεντος («η Εκκλησία του Θεού, η παροικούσα Ρώμην, τη Εκκλησία του Θεού τη παροικούση Κόρινθον»), η οποία αποτελεί καθυστερημένη λόγω των διωγμών απάντηση σε προηγούμενη επιστολή της παροικίας της Κορίνθου («δια τας αιφνίδιους και επαλλήλους γενομένας ημίν συμφοράς και περιπτώσεις»). Η Εκκλησία της Ρώμης εξέφραζε τη λύπη της για την «μιαράν και ανόσιον στάσιν», την οποία προκάλεσαν «ολίγα πρόσωπα προπετή και αυθάδη» και δια της οποίας «επηγέρθησαν οι άτιμοι επί τους εντίμους, οι άδοξοι επί τους ενδόξους, οι άφρονες επί τους φρονίμους, οι νέοι επί τους πρεσβυτέρους». Αιτία της στάσεως υπήρξε ο φθόνος. Γι’ αυτό παραινούνται στην επιστολή οι Κορίνθιοι χριστιανοί να πειθαρχούν και να ομονοούν, εγκαταλείποντες την αλαζονεία. Φαίνεται ότι οι Κορίνθιοι χριστιανοί δεν μπορούσαν να απαλλαγούν από την ολέθρια επίδραση της κρατούσας γενικώς στην πόλη τους κοινωνικής ακαταστασίας.

Κατά τον Β΄ αιώνα επισκέφθηκε την Κόρινθο ο Ηγήσιππος, ο οποίος στα «Υπομνήματα» του σημείωσε και τα εξής, διασωθέντα από τον Ευσέβιο στην «Εκκλησιαστική Ιστορία»: «και επέμενεν η Εκκλησία η Κορινθίων εν τω ορθώ λόγω μέχρι Πρίμου, επισκοπεύοντος εν Κορίνθω· οίς συνέμειξα πλέων εις Ρώμην και συνδιέτριψα τοις Κορινθίοις ημέρας ικανός, εν αις συνανεπάημεν τω ορθώ λόγω». Του μνημονευομένου εδώ επισκόπου Κορίνθου Πρίμου διάδοχος υπήρξε ο Διονύσιος, ο οποίος «της ενθέου φιλοπονίας ου μόνον τοις υπ αυτόν, αλλ’ ήδη και τοις επί της αλλοδαπής αφθόνως εκοινώνει, χρησιμώτατον εαυτόν καθιστάς, εν αίς υπετυπούτο καθολικαις προς τας εκκλησίας επιστολαίς», λέγει ο Ευσέβιος. Ο τελευταίος μεταδίδει και το περιεχόμενο των «καθολικών επιστολών» του Διονυσίου προς τις χριστιανικές παροικίες Λακεδαίμονος, Αθηνών, Νικομήδειας, Γορτύνης της Κρήτης, Αμάστριδος του Πόντου, Κνωσού της Κρήτης και Ρώμης. Στην τελευταία ο Διονύσιος επαινούσε την παροικία της Ρώμης για τις βοήθειες που έστελνε στις άλλες χριστιανικές παροικίες, και ιδιαίτερα τον επίσκοπο της Σωτήρα (166-175), ο οποίος είχε απευθύνει πιθανώς κατά των αιρετικών και ιδιαίτερη επιστολή προς την Εκκλησία της Κορίνθου. Ο Διονύσιος Κορίνθου υπέστη, όπως και ο προκάτοχος του, το 188, μαρτυρικό θάνατο στη Ρώμη. Μετά από αυτόν ήκμασε στην Κόρινθο, κατά τα έτη 190-197, ο επίσκοπος Βακχύλιος, ο οποίος έγινε γνωστός από τους αγώνες του υπέρ της πίστεως. Η προσωπικότητα του Διονυσίου προσέδωσε εξαιρετική αίγλη στην επισκοπή της Κορίνθου, αλλά και ασχέτως του γεγονότος αυτού η χριστιανική επισκοπή της Κορίνθου ως επισκοπή της τότε πρωτεύουσας πόλεως της Ελλάδας κατέστη η μητρόπολη όλων των εκκλησιών αυτής στη διάρκεια των τριών πρώτων αιώνων. Ή επισκοπή της Κορίνθου λοιπόν ήταν μητρόπολη της τότε χριστιανικής Ελλάδας και συγκέντρωνε την όλη ζωή αυτής σε μία εποχή κατά την οποία η καθόλου χριστιανική Εκκλησία διωκόταν από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω: