ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

9 Μαΐου


† Μνήμη τοῦ Προφήτου ῾Ησαΐου.

῾Ο Προφήτης ῾Ησαΐας, υἱός τοῦ ᾿Αμώς, ἐγεννήθηκε στά ῾Ιεροσόλυμα περί τό 774 π.Χ. ῾Υπῆρξε ὁ πρῶτος μεταξύ τῶν τεσσάρων μεγάλων Προφητῶν, ὁ λαμπρότερος καί μεγαλοφωνότερος ἀπό αὐτούς. Τό ὄνομα ῾Ησαΐας, ἑβραϊστί Γιασιαγιάχου, σημαίνει «ὁ Θεός σώζει».

Κατά ἀρχαία ραββινική παράδοση, ὁ πατέρας του ἦταν ἀδελφός τοῦ βασιλέως τῶν ᾿Ιουδαίων ᾿Αμασίου, δέ θυγατέρα του λέγεται ὅτι εἶχε νυμφευθεῖ τόν βασιλέα Μανασσῆ. Οἱ παραδόσεις αὐτές, θρῦλοι μᾶλλον καί ὄχι ἱστορικές ἀλήθειες, ὑποδηλώνουν πάντως τήν εὐγενή καταγωγή τοῦ ῾Ησαΐου. ῾Ο ῾Ησαΐας ἦταν ἔγγαμος καί εἶχε ἀποκτήσει δύο παιδιά, τά ὁποῖα ἀναφέρονται στίς Προφητεῖες του. Σέ αὐτά, κατ᾿ ἐντολήν προφανῶς τοῦ Θεοῦ, εἶχαν δοθεῖ συμβολικά ὀνόματα. Τοῦ μέν πρώτου τό ὄνομα ἦταν ᾿Ιασούβ καί σημαίνει κατά τούς ῾Εβδομήκοντα «τό ὑπόλοιπο θά ἐπιστρέψει», δηλαδή οἱ ἐναπομείναντες στήν αἰχμαλωσία ᾿Ιουδαῖοι θά ἐπανέλθουν στήν πατρίδα τους. Τοῦ δέ ἄλλου τό ὄνομα ἦταν Μαχέρ Σχαλάζ Χάς Βάζ καί σημαίνει «ταχέως σκύλευσον, ὀξέως προνόμευσον», σέ δήλωση τῆς ἐπικείμενης κατά τῶν ῾Ιεροσολύμων ἐπιδρομῆς τῶν ᾿Ασσυρίων καί Βαβυλωνίων.

῾Ο ῾Ησαΐας ἐκλήθηκε στήν προφητική διακονία του κατά τό 738 π.Χ., τελευταῖο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ ᾿Οζίου καί πρῶτο ἔτος τῆς βασιλείας ᾿Ιωάθαμ. ῾Ο ἴδιος ἱστορεῖ σέ μία συναρπαστική περιγραφή τήν κλήση του. Εὑρισκόμενος στό ἱερό εἶδε τόν Κύριο καθήμενο ἐπάνω σέ θρόνο ὑψηλό, ἐνῶ ὁ ναός ἦταν πλημμυρισμένος ἀπό ὑπέρλαμπρο φῶς τῆς θείας δόξας. Τά ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ ἵσταντο γύρω ἀπό τό θεῖο θρόνο προσφωνώντας καί ἀντιφωνώντας τό ἕνα τό ἄλλο, δοξολογώντας τόν Θεό καί λέγοντας «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πᾶσα γῆ τῆς δόξης Αὐτοῦ»84. Μπροστά στό μεγαλειῶδες αὐτό θέαμα ὁ ῾Ησαΐας καταλήφθηκε ἀπό βαθιά συγκίνηση καί δέος, ἀναλογίσθηκε τήν ἀναγιότητά του ὡς ἀνθρώπου καί ἀνεφώνησε, ὅτι, ὡς ἄνθρωπος πού ἔχει ἀκάθαρτα χείλη, ἀξιώθηκε νά δεῖ τόν Βασιλέα, Κύριο Σαβαώθ. Μετά τήν ταπεινή αὐτή ὁμολογία του, ἕνα ἀπό τά Σεραφίμ ἔλαβε διά τῆς λαβίδος στό χέρι του ἀναμμένο κάρβουνο ἀπό τό θυσιαστήριο, στό ὁποῖο ἐκαιγόταν εὐῶδες θυμίαμα, ἄγγιξε τά χείλη τοῦ ῾Ησαΐα καί τοῦ εἶπε· «ἰδού, αὐτό ἄγγιξε τά χείλη σου καί θά ἀφαιρέσει τίς ἀνομίες σου καί θά καθαρίσει τελείως καί θά ἀπαλείψει ἀπό σένα τίς ἁμαρτίες σου»85.

Τό ἔργο τοῦ Προφήτου ῾Ησαΐα ἐπεκτάθηκε ἐπί τῆς βασιλείας τῶν ᾿Ιωάθαμ, ῎Αχαζ, ᾿Εζεκίου, ἴσως δέ καί ἐπί Μανασσῆ, ἀπό τόν ὁποῖο, ὅπως λέγεται, καταδικάσθηκε σέ θάνατο καί ἐκτελέσθηκε μέ ξύλινο πριόνι, ἐπειδή τόν ἔλεγξε δημοσίως γιά τήν ἀσέβειά του.

῾Η ἐποχή κατά τήν ὁποία ἔζησε ὁ ῾Ησαΐας ἦταν πολύ δύσκολη γιά τό ᾿Ισραηλιτικό βασίλειο. Οἱ ῾Εβραῖοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχαν ἐκτραπεῖ σέ μία ὑλόφρονα ζωή, γιά τήν ἱκανοποίηση τῆς ὁποίας δέν ἐδίσταζαν μπροστά σέ καμιά ἀδικία καί παρανομία. Οἱ ἱερεῖς ἦσαν μέθυσοι, οἱ ψευδοπροφῆτες ὀργίαζαν, οἱ ἄρχοντες ἦσαν κλέφτες. Οἱ ψευδοευλαβεῖς ἐκεῖνοι, πού ἐνήστευαν καί προσέφεραν θυσίες ὑποκριτικά καί ἦταν ἄδικοι καί ἀνελεήμονες, εἶχαν πληθυνθεῖ καί συνεργοῦσαν στή διαφθορά.

Μιά τέτοια κατάπτωση ἦταν ἑπόμενο νά ὁδηγήσει σέ ὀλιγοπιστία, σέ ἀπιστία πρός τόν ᾿Αληθινό Θεό καί σέ ἐκτροπή πρός τήν εἰδωλολατρία. ᾿Εξ αἰτίας τῆς ἁμαρτωλότητος καί ἀσέβειας πού κυριαρχοῦσε, μέ σκοπό τήν παιδαγωγία, τήν ἐπιστροφή τοῦ λαοῦ καί τήν ὑπακοή στό θεῖο νόμο, ὁ Θεός ἐπέτρεπε συμφορές καί θλίψεις, ἰδιαίτερα δέ τίς καταστρεπτικές ἐπιδρομές ξένων, γειτονικῶν καί μακρινῶν λαῶν.

῎Ετσι τό ἔργο τοῦ Προφήτου ῾Ησαΐα, καθ᾿ ὅλο τό διάστημα τῆς δράσεώς του, ἦταν νά ἐλέγχει τήν ἁμαρτωλότητα καί ἀσέβεια, νά καταδικάζει αὐστηρότατα τήν ἀποστασία καί εἰδωλολατρία, νά προλέγει θλίψεις κατά τοῦ ἀποστάτη λαοῦ καί νά καλεῖ σέ μετάνοια καί ἐπιστροφή πρός τόν Θεό. Σέ περίοδο δέ προφανῶν κινδύνων, ἐπιδρομῆς ἐχθρῶν καί δουλείας τοῦ λαοῦ, ἐνεθάρρυνε τούς ἀποκαρδιωμένους, ἀναθέρμαινε τήν πίστη καί ὑπακοή πρός τόν Θεό, ἐκαλλιεργοῦσε τήν ἐλπίδα τῆς ἀπολυτρώσεως. ᾿Αλλά ἐκεῖνο τό ὁποῖο χαρακτηρίζει ἐντονότερα τόν ῾Ησαΐα εἶναι κυρίως οἱ πολυάριθμες καί καθαρότατες χριστολογικές Προφητεῖες του. Φωτιζόμενος ἀπό τό Πανάγιο Πνεῦμα προανήγγειλε τήν ἐκ Παρθένου γέννηση τοῦ Λυτρωτοῦ, ὅπως καί τό ῎Ονομα Αὐτοῦ «᾿Εμμανουήλ», τό ὁποῖο σημαίνει «ὁ Θεός μαζί μας». Γι᾿ αὐτό καί ἐπονομάσθηκε ἀπό τούς Πατέρες «Εὐαγγελικός Προφήτης», οἱ δέ Προφητεῖες του «καθ᾿ ῾Ησαΐαν Εὐαγγέλιον».

Τό ἱερό λείψανό του μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολη, ἐπί αὐτοκράτορος Θεοδοσίου Βύ (408-450 μ.Χ.), καί κατατέθηκε στό ναό τοῦ ῾Αγίου Μάρτυρος Λαυρεντίου πού ἦταν πλησίον τῶν Βλαχερνῶν.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Χριστοφόρου.

῾Ο ῞Αγιος Μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος καταγόταν ἀπό μιβάρβαρη φυλή καί ὀνομαζόταν Ρεμπρόβος, πού σημαίνει ἀδόκιμος, ἀποδοκιμασμένος, κολασμένος. Πιθανότατα ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Δεκίου (249-251 μ.Χ.), ὅταν στήν ᾿Αντιόχεια ᾿Επίσκοπος ἦταν ὁ ῞Αγιος ῾Ιερομάρτυς Βαβύλας († 4 Σεπτεμβρίου).

῾Ο ῞Αγιος ὡς πρός τήν ἐξωτερική ἐμφάνιση ἦταν τόσο πολύ ἄσχημος, γι᾿ αὐτό καί ἀπεκαλεῖτο «κυνοπρόσωπος».

῾Η μεταστροφή του στόν Χριστό ἔγινε μέ τρόπο θαυμαστό. Συνελήφθη αἰχμάλωτος σέ μάχη, πού διεξήγαγε τό ἔθνος του μέ τά Ρωμαϊκά αὐτοκρατορικά στρατεύματα. Κατατάγηκε στίς Ρωμαϊκές λεγεῶνες καί ἐπολέμησε κατά τῶν Περσῶν, ἐπί Γορδίου καί Φιλίππου.

῞Οταν ἦταν ἀκόμη κατηχούμενος, γιά νά εὐχαριστήσει τόν Χριστό, ἐγκαταστάθηκε σέ ἐπικίνδυνη δίοδο ποταμοῦ καί μετέφερε δωρεάν ἐπί τῶν ὤμων του ἐκείνους πού ἐπιθυμοῦσαν νά διέλθουν τόν ποταμό. Μία μέρα ἐπαρουσιάσθηκε πρός αὐτόν μικρό παιδί, τό ὁποῖο τόν παρεκάλεσε νά τό περάσει στήν ἀπέναντι ὄχθη. ῾Ο Ρεμπρόβος πρόθυμα τό ἔθεσε ἐπί τῶν ὤμων του καί στηριζόμενος ἐπί τῆς ράβδου του εἰσῆλθε στόν ποταμό. ῞Οσο ὅμως ἐπροχωροῦσε, τόσο τό βάρος τοῦ παιδιοῦ αὐξανόταν, ὥστε μέ μεγάλο κόπο κατόρθωσε νά φθάσει στήν ἀπέναντι ὄχθη. Μόλις ἔφθασε στόν προορισμό του, κατάκοπος εἶπε στό παιδί ὅτι καί ὅλο τόν κόσμο νά ἐσήκωνε δέν θά ἦταν τόσο βαρύς. Τό παιδί τοῦ ἀπάντησε· «Μήν ἀπορεῖς, διότι δέν μετέφερες μόνο τόν κόσμο ὅλο, ἀλλά καί τόν πλάσαντα αὐτόν. Εἶμαι ᾿Εκεῖνος στήν ὑπηρεσία τοῦ ῾Οποίου ἔθεσες τίς δυνάμεις σου καί σέ ἀπόδειξη αὐτοῦ φύτεψε τό ραβδί σου καί αὔριο θά ἔχει βλαστήσει», καί ἀμέσως ἐξαφανίσθηκε. ῾Ο Ρεμπρόβος ἐφύτεψε τή ράβδο καί τήν ἑπόμενη τήν εὑρῆκε πράγματι νά ἔχει βλαστήσει. Μετά τό περιστατικό αὐτό ἐβαπτίσθηκε Χριστιανός ἀπό τόν ῞Αγιο ῾Ιερομάρτυρα Βαβύλα, ὁ ὁποῖος τόν μετονόμασε σέ Χριστοφόρο. ῾Η ἄκτιστη θεία Χάρη, πού ἔλαβε τήν ὥρα τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος, μεταμόρφωσε ὅλη του τήν ὕπαρξη. Καί αὐτή ἀκόμα δύσμορφη ὄψη του ἐφαινόταν φωτεινότερη καί ὀμορφότερη.

Στήν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ὁ ῞Αγιος εἰκονίζεται νά μεταφέρει στόν ὦμο του τόν Χριστό. ᾿Εξ ἀφορμῆς ἴσως τοῦ γεγονότος αὐτοῦ θεωρεῖται προστάτης τῶν ὁδηγῶν καί στό Μικρόν Εὐχολόγιον καί συγκεκριμένα στήν ᾿Ακολουθία «ἐπί εὐλογήσει νέου ὀχήματος» ὑπάρχει, πρῶτο στή σειρά, τό ἀπολυτίκιό του.

Κατά τόν τότε ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν διωγμό, λίγο μετά τή βάπτισή του, εἶδε Χριστιανούς νά κακοποιοῦνται ἀπό τούς εἰδωλολάτρες. ᾿Από ἀγανάκτηση ἐπενέβη καί ἔκανε δριμύτατες παρατηρήσεις πρός αὐτούς, διέφυγε δέ τή σύλληψη χάρη στό γιγαντιαῖο του παράστημα καί τήν ράκλεια δύναμή του. Καταγγέλθηκε ὅμως στόν αὐτοκράτορα καί διατάχθηκε σύλληψή του. Γιά τό σκοπό αὐτό ἀπεστάλησαν διακόσιοι στρατιῶτες. Αὐτοί, ἀφοῦ ἐρεύνησαν σέ διάφορα μέρη, τόν εὑρῆκαν κατά τή στιγμή τήν ὁποία ἑτοιμαζόταν νά γευματίσει μέ ἕνα κομμάτι ξερό ψωμί. Κατάκοποι οἱ στρατιῶτες καί πεινασμένοι ἐζήτησαν ἀπό τόν ῞Αγιο Χριστοφόρο νά τούς δώσει νά φάγουν καί ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ ὑποσχέθηκαν ὅτι δέν θά τόν κακομεταχειρίζονταν. ῞Ενας ἀπό τούς στρατιῶτες, βλέποντας ὅτι πλήν τοῦ ξεροῦ ἄρτου δέν ὑπῆρχε καμία ἄλλη τροφή, εἰρωνευόμενος τόν Χριστοφόρο τοῦ εἶπε ὅτι εὐχαρίστως θά ἐγινόταν Χριστιανός, ἐάν εἶχε τή δύναμη νά τούς χορτάσει ὅλους μέ τό κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ ἄρτου. Τότε ὁ ῞Αγιος, ἀφοῦ ἐγονάτισε, ἄρχισε νά παρακαλεῖ τόν Χριστό νά πολλαπλασιάσει τό κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ ἄρτου, ὅπως ἐπολλαπλασίασε τούς πέντε ἄρτους στήν ἔρημο, γιά νά χορτασθοῦν οἱ πεινῶντες στρατιῶτες καί νά φωτισθοῦν στήν ἀναγνώριση καί ὁμολογία Αὐτοῦ. ῾Η παράκληση τοῦ ῾Αγίου εἰσακούσθηκε καί τό τεμάχιο τοῦ ἄρτου ἐπολλαπλασιάσθηκε. Βλέποντας οἱ στρατιῶτες τό θαῦμα αὐτό, προσέπεσαν στά πόδια τοῦ ῾Αγίου καί τόν παρακαλοῦσαν νά τούς γνωρίσει καλύτερα τόν Θεό του. ῾Ο ῞Αγιος, ἐξέθεσε μέ ἁπλότητα τή Χριστιανική διδασκαλία καί ἀφοῦ ὅλοι ἐξέφρασαν τήν ἐπιθυμία νά γίνουν Χριστιανοί, τούς ὁδήγησε πρός τόν ᾿Επίσκοπο ᾿Αντιοχείας Βαβύλα, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τούς ἐκατήχησε, τούς ἐβάπτισε. ῞Οταν ὁ αὐτοκράτορας Δέκιος ἐπληροφορήθηκε τό γεγονός, τούς μέν στρατιῶτες συνέλαβε καί ἀποκεφάλισε, τόν δέ Χριστοφόρο προσπάθησε μέ ὑποσχέσεις καί κολακεῖες νά μεταπείσει, ἀλλά οἱ προσπάθειές του προσέκρουσαν στήν ἐπίμονη ἄρνηση αὐτοῦ. Κατόπιν τούτου ἔστειλε πρός αὐτόν δύο διεφθαρμένες γυναῖκες, τήν ᾿Ακυλίνα καί τήν Καλλινίκη, ἐλπίζοντας ὅτι μέ τά θέλγητρά τους θά τόν ἐσαγήνευαν καί θά τόν παρέσυραν. Οἱ δύο γυναῖκες, ἀφοῦ ἄκουσαν τήν προτροπή τοῦ ῾Αγίου, γιά νά ἐπανέλθουν στό δρόμο τῆς ἁγνότητος καί τῆς ἀρετῆς, ἔγιναν Χριστιανές καί, ἀφοῦ ἐπαρουσιάσθηκαν ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος Δεκίου, ὁμολόγησαν τόν Χριστό. Γι᾿ αὐτό καί εὑρῆκαν μαρτυρικό θάνατο.

Στή συνέχεια ὁ ῞Αγιος Χριστοφόρος ὑποβλήθηκε σέ φρικτά βασανιστήρια καί τέλος ὑπέστη τόν δι᾿ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο τό 251 μ.Χ.

῾Η Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στό Μαρτύριο αὐτοῦ κοντά στό ναό τοῦ ῾Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στό Κυπαρίσσιον καί στό ναό τοῦ ῾Αγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, πλησίον τῆς ῾Αγίας Εὐφημίας τῶν ᾿Ολυβρίου.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων ᾿Ακυλίνης καί Καλλινίκης.

Οἱ ῾Αγίες Μάρτυρες ᾿Ακυλίνα καί Καλλινίκη ἐπίστεψαν στόν Χριστό διά τοῦ ῾Αγίου Μεγαλομάρτυρος Χριστοφόρου καί, ἀφοῦ ἐβασανίσθησαν ἀνηλεῶς μέ σιδερένιες ράβδους πού διεπέρασαν τό σῶμα τους, ἐμαρτύρησαν ἐπί αὐτοκράτορος Δεκίου (249-251 μ.Χ.).


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων ᾿Επιμάχου, τοῦ Ρωμαίου, καί Γορδιανοῦ.

Οἱ ῞Αγιοι Μάρτυρες ᾿Επίμαχος καί Γορδιανός κατάγονταν ἀπό τή Ρώμη καί ἄθλησαν ἐπί αὐτοκράτορος Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Κατηγορήθηκαν ὡς Χριστιανοί, συνελήφθησαν καί ὁδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ γεμόνος. ᾿Αφοῦ ἀρνήθηκαν νά θυσιάσουν στά εἴδωλα, ἐβασανίσθηκαν ἀνηλεῶς καί ἀποκεφαλίσθηκαν. Τά ἱερά λείψανά τους ἐνταφιάσθηκαν στόν ἴδιο τάφο καί σημαντικό μέρος αὐτῶν φυλάσσεται στό ᾿Αββαεῖο τῶν Βενεδικτίνων στό Κέμπτον τῆς Βαυαρίας στή Γερμανία.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἠμῶν Μαξίμου, πατριάρχου ῾Ιεροσολύμων.

῾Ο ῞Αγιος Μάξιμος ἔγινε Πατριάρχης ῾Ιεροσολύμων τό 333 μ.Χ. καί διαδέχθηκε στό θρόνο τόν Πατριάρχη Μακάριο (314-333 μ.Χ.). Τά προηγούμενα χρόνια, ἐπί αὐτοκράτορος Μαξιμίνου (307-313 μ.Χ.), ὅταν οἱ Χριστιανοί ἐδιώκοντο, εἶχε καταδικασθεῖ στά μεταλλεῖα, ὅπου τοῦ ἔβγαλαν τό δεξιό ὀφθαλμό καί τοῦ ἀκρωτηρίασαν τό ἀριστερό πόδι. Τό 335 μ.Χ. συμμετεῖχε στή Σύνοδο τῆς Τύρου, ἀλλά δέν ὑπέγραψε τήν καταδίκη τοῦ Μεγάλου ᾿Αθανασίου, τό δέ 349 μ.Χ. ὑποδέχθηκε μέ μεγάλη χαρά τόν Μέγα ᾿Αθανάσιο πού ἐπέστρεψε ἀπό τήν ἐξορία.

῾Ο ῞Αγιος Μάξιμος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 350 μ.Χ.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἠμῶν Σίου, τοῦ ἐκ Γεωργίας.

῾Ο ῞Οσιος Σίος ἐγεννήθηκε στήν ᾿Αντιόχεια τῆς Συρίας στίς ἀρχές τοῦ 6ου αἰῶνος μ.Χ. ἀπό γονεῖς πλούσιους καί εὐσεβεῖς, πού δέν εἶχαν ἄλλα παιδιά. ῾Ο Σίος ἦταν ὁ μοναδικός κληρονόμος τῆς τεράστιας περιουσίας τους καί μοναδική παρηγοριά τῶν γηρατειῶν τους. Τόν ἀνέθρεψαν, λοιπόν, μέ περισσή στοργή καί ἐπιμέλεια, καλλιεργώντας στήν ψυχή του τούς σπόρους τῆς ἀρετῆς καί τῆς εὐσέβειας. ᾿Εκεῖνος, πάλι, πρόθυμα ἄκουγε τίς ὠφέλιμες συμβουλές καί τίς θεῖες διδαχές τους. «Πνεύματος ῾Αγίου πεπλησμένος ἔτι ἐκ κοιλίας μητρός αὐτοῦ»86, ὅπως ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ἀφ᾿ ὅτου ἔμαθε ἀνάγνωση, ἐμελετοῦσε ἀκατάπαυστα τίς ἱερές Γραφές, ἔχοντας πάντοτε μαζί του τήν Καινή Διαθήκη καί τό Ψαλτήριον.

Σέ λικία εἴκοσι ἐτῶν ἄκουσε γιά τόν ῞Οσιο ᾿Ιωάννη Ζενταζνέλι, πού ἐζοῦσε σέ μιάν ἔρημο, κοντά στήν ᾿Αντιόχεια, καί εἶχε πολλούς μαθητές. ᾿Αμέσως ἔτρεξε νά εὕρει τόν ῞Οσιο Γέροντα. ῾Ο προορατικός Γέροντας τοῦ εἶπε νά ἐπιστρέψει στήν πατρική οἰκία καί νά λάβει τήν εὐχή τῶν γονέων του, πού θά γίνονταν καί αὐτοί μοναχοί. ῎Ετσι καί ἔγινε.

᾿Ελεύθερος πλέον ὁ ῞Οσιος Σίος ἐφρόντισε πρῶτα νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό βάρος τῆς πατρικῆς περιουσίας. ῞Ενα μέρος τό ἐμοίρασε στά μοναστήρια, ὅπου ἐγκαταβίωσαν οἱ γονεῖς του, καί τό ὑπόλοιπο στούς φτωχούς. ῾Ο ἴδιος ἐκράτησε μόνο τήν ῾Αγία Γραφή. ῎Ετσι ἐπέστρεψε στόν ῞Οσιο ᾿Ιωάννη, ὁ ὁποῖος γεμάτος χαρά τόν ἐμακάρισε, διότι ἔβαλε τό χέρι του στό ἀλέτρι καί δέν ἐκοίταζε πίσω στόν κόσμο.

῞Οταν ὁ ῞Οσιος Σίος ἔγινε μοναχός, καρδιά του ἐφλογίσθηκε ἀκόμα περισσότερο ἀπό τό θεῖο ἔρωτα. Χάρη στήν ἀδιάκριτη ὑπακοή, τή βαθιά ταπείνωση, τήν ἀπέραντη ἀγάπη καί τίς ἄλλες θεῖες ἀρετές του, ἀξιώθηκε νά λάβει πολύ ἐνωρίς οὐράνια χαρίσματα. ῾Ο ῞Οσιος ᾿Ιωάννης μέ ἔκπληξη καί δέος παρατηροῦσε τόν ἁγιοπνευματικό πλουτισμό τοῦ ὑποτακτικοῦ του, πού στό ῎Ονομα καί μέ τή Χάρη τοῦ Κυρίου, ἄρχισε νά θεραπεύει θαυματουργικά τούς ἀσθενεῖς καί νά ἀποδιώχνει τά δαιμόνια.

Εἴκοσι χρόνια ἔζησε ἔτσι κοντά στόν ῞Οσιο ᾿Ιωάννη. Καί ὅταν ἐκεῖνος, μέ θεία ἀποκάλυψη, ἔφυγε γιά τή Γεωργία, πῆρε μαζί του τόν ὅσιο Σίο καί ἄλλους ἕνδεκα μαθητές του.

Τρία χρόνια ἔμειναν στή Μτσχέτα κηρύσσοντας τό λόγο τοῦ Θεοῦ. ῞Υστερα ἀνέβηκαν γιά ἄσκηση στό ὄρος Ζαντένι.

Δυό χρόνια ἀργότερα, μία νύχτα, ῾Υπεραγία Θεοτόκος καί ῾Αγία Νίνα ἐμφανίσθηκαν στόν ῞Οσιο ᾿Ιωάννη καί τόν πρόσταξαν νά στείλει τούς ὑποτακτικούς του σέ ὅλη τή Γεωργία γιά ἱεραποστολή. Οἱ δώδεκα Πατέρες ἐκίνησαν γιά διάφορες περιοχές τῆς χώρας, μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντός τους καί τήν εὐλογία τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Εὐλογίου. ῞Υστερα ἀπό σχετική συμβουλή τοῦ τελευταίου, ὁ καθένας πῆρε μαζί του, ὡς βοηθό καί συμπαραστάτη, ἀπό ἕνα Γεωργιανό μοναχό. ῾Ο ῞Οσιος Σίος ὅμως, ὡς ἐραστής τῆς ἐρημίτικης ζωῆς, προτίμησε νά φύγει μόνος. ῾Ο ῞Οσιος ᾿Ιωάννης δέν εἶχε ἀντίρρηση.

῾Ο ῞Οσιος Σίος ἐκίνησε γιά τά ὄρη Σαρκινέτι τῆς Κάρτλης. ᾿Αφοῦ ἐπέρασε ἐρημικές περιοχές, πυκνά δάση καί δυσκολοδιάβατα βουνά, ἦλθε στό Μγίβε (=σπήλαιο), σέ μιά βαθιά χαράδρα, ἀπ᾿ ὅπου ἐπερνοῦσε ὁ ποταμός Κύρος. ᾿Εκεῖ ἐγκαταστάθηκε, παραδίδοντας τόν ἑαυτό του μέ πίστη στήν πρόνοια καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. ᾿Από τότε ἄρχισε νά ζεῖ μέ σκληρή ἄσκη-ση. Προσευχόταν ἀδιάλειπτα. ᾿Εκοιμόταν ἐλάχιστα. ᾿Ετρεφόταν μόνο μέ ἄγρια χόρτα καί νερό. ῎Εγινε ἔτσι ἕνας ἐπίγειος ἄγγελος.

Οἱ φθονεροί δαίμονες, βέβαια, κατέφευγαν σέ κάθε πανουργία, γιά νά τόν ἐκφοβίσουν καί νά τόν πλανέψουν. Συχνά, τήν ὥρα πού προσευχόταν, ἐμφανίζονταν μπροστά του μέ μορφές εἴτε φοβερῶν θηρίων εἴτε ἑρπετῶν. ῾Ο ῞Αγιος τούς ἐνικοῦσε στό ῎Ονομα τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.

Κάποια νύχτα ὁ ῞Οσιος εἶδε ἕνα ἀσυνήθιστο φῶς καί ὀσφράνθηκε μιάν ἄρρητη εὐωδία. ῾Η ψυχή του ἐπλημμύρισε ἀπό χαρά. Στό ἄνοιγμα τοῦ σπηλαίου ἐμφανίσθηκε ῾Υπεραγία Θεοτόκος μέ ραβδί στό χέρι. Δίπλα της ἐστεκόταν ἕνας ἐπιβλητικός ἄνδρας μέ ἀσκητική μορφή. ῏Ηταν ὁ Τίμιος Πρόδρομος. ῎Εντρομος ὁ ῞Οσιος ἀπό τήν ἀπροσδόκητη οὐράνια ἐπίσκεψη, ἔπεσε μέ τό πρόσωπο στή γῆ. ῾Η Παναγία τόν ἐπλησίασε καί τόν ἄγγιξε μέ τό ραβδί της. «Σήκω», τοῦ εἶπε. Μόλις ἐσηκώθηκε, ἐκείνη τοῦ ἔβαλε στό χέρι κάτι λευκό σάν τό χιόνι. «῾Ο Βαπτιστής ᾿Ιωάννης καί ἐγώ, βλέποντας τήν ἀγάπη σου στόν Σωτήρα τοῦ κόσμου, ἤλθαμε νά σέ παρηγορήσουμε. Φάγε αὐτό πού ἔχεις στό χέρι σου. ᾿Από ἐδῶ καί πέρα, ὥσπου νά ἀποκτήσεις ὑποτακτικούς, θά παίρνεις τροφή ἀπό τόν οὐρανό. ῞Οσο γιά τούς δαίμονες, μήν τούς φοβᾶσαι. Μέ τή Χάρη τοῦ Υἱοῦ μου θά τούς κατανικήσεις. Καί τούτη ἐδῶ ἔρημος θά γεμίσει θεοφόρους ἄνδρες, πού θά μιμηθοῦν τή ζωή σου καί θά δοξάσουν τό ῎Ονομα τοῦ Θεοῦ».

῾Ο ῞Οσιος, μόλις συνῆλθε ἀπό τό δέος καί τήν ἔκπληξη, ἐγεύθηκε τήν οὐράνια τροφή πού εἶχε λάβει ἀπό τό Θεομητορικό χέρι. Τό στόμα του ἐγέμισε μέ μιάν ἀνείπωτη γλυκύτητα. Εὐχαρίστησε τόν ῞Αγιο Τριαδικό Θεό καί τή Θεοτόκο καί ἀπό τότε, ὅπως τοῦ εἶχε ὑποσχεθεῖ Παναγία, ἕνα θεόσταλτο περιστέρι τοῦ ἔφερνε καθημερινά φρέσκο ψωμί.

Πρῶτος ὑποτακτικός του ἦταν ὁ Εὐάγριος, ἄρχοντας νέος καί εὐσεβής, συνεργάτης τοῦ βασιλέως Παρσμάν ΣΤύ (541-553 μ.Χ.). Σέ λίγο πολλοί Χριστιανοί ἄρχισαν νά καταφθάνουν στό σπήλαιο τοῦ ῾Οσίου, γιά νά λάβουν τήν εὐχή του καί ἄλλοι γιά νά μονάσουν ἐκεῖ. Κάθε νέος ἀδελφός, μέ ἐντολή τοῦ ῾Οσίου, ἔσκαβε μιά μικρή σπηλιά καί ἐκατοικοῦσε ἐκεῖ, ζώντας μέ νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή καί ἐργόχειρο. ῾Ο ῞Οσιος Σίος δέν ἔβγαινε ἀπό τό δικό του σπήλαιο παρά μόνο τίς Κυριακές καί τίς ἑορτές, γιά νά τούς διδάξει καί νά τούς καθοδηγήσει στόν ἀσκητικό βίο.

Σέ λίγο καιρό ὁ ῞Οσιος Σίος, μέ τήν εὐχή τοῦ ῾Οσίου ᾿Ιωάννου καί τήν εὐλογία τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου, ἔζησε ἔγκλειστος στό σπήλαιό του μέ ἀδιάλειπτη προσευχή καί ὅρισε ὡς διάδοχό του τόν ῞Οσιο Εὐάγριο.

῾Ο ῞Οσιος Σίος, ἀφοῦ ἐκοινώνησε τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων, ὕψωσε τό βλέμμα του στόν οὐρανό καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη.

῾Η ᾿Εκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τή μνήμη τοῦ ῾Οσίου στίς 4 ᾿Ιανουαρίου, στίς 4 Φεβρουαρίου καί τήν Πέμπτη τῆς Τυρινῆς ἑβδομάδος87.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος Κωνσταντίνου, βασιλέως τῶν Σκώτων.

῾Ο ῞Αγιος Κωνσταντίνος ἔζησε κατά τόν 6ο αἰώνα μ.Χ. Λέγεται ὅτι ἦταν Βρεττανός βασιλέας, ὁ ὁποῖος μετά τό θάνατο τῆς συζύγου του παραιτήθηκε ἀπό τό θρόνο ὑπέρ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καί ἔγινε μοναχός στή μονή τοῦ ῾Αγίου Δαβίδ, προστάτου τῆς Οὐαλλίας. Συνεργάσθηκε μέ τόν ῞Αγιο Κολούμπα († 9 ᾿Ιουνίου) γιά τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στούς Πίκτες88 τῆς Σκωτίας, ἵδρυσε μονή καί ἐμαρτύρησε ἀπό τούς εἰδωλολάτρες89 τό 576 μ.Χ.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου ὁσιομάρτυρος Νικολάου τοῦ Νέου, τοῦ ἐν Βουνένοις.

῾Ο ῞Αγιος ῾Οσιομάρτυς Νικόλαος ὁ Νέος ἐγεννήθηκε πιθανῶς στή γῆ τῆς Μικρᾶς ᾿Ασίας. ᾿Από τήν παιδική του λικία διακρινόταν γιά τή θερμή πίστη, τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν εὐσέβειά του. ῾Η ἀρετή καί ἀνδρεία τοῦ Νικολάου δέν μποροῦσαν νά κρυφθοῦν. ῾Η φήμη του ξεπέρασε γρήγορα τά στενά ὅρια τῆς πατρίδος του καί ἁπλώθηκε μέχρι καί αὐτή τή Βασιλεύουσα, τήν Κωνσταντινούπολη. ῾Ο τότε αὐτοκράτορας Λέων ὁ ΣΤύ ὁ Σοφός (886-912 μ.Χ.) ἐζήτησε καί ἐγνώρισε τόν Νικόλαο. ᾿Εκτίμησε ἀμέσως, μέ τήν πρώτη ἐπαφή μαζί του, τά σωματικά καί ψυχικά του χαρίσματα καί τόν διόρισε ἀρχηγό τοῦ αὐτοκρατορικοῦ ἀποσπάσματος τῆς Λαρίσης, πού εἶχε ὡς σκοπό νά φρουρεῖ καί νά ὑπερασπίζεται τήν πόλη αὐτή τῆς Θεσσαλίας.

᾿Ανέλαβε τά καθήκοντά του μέ ζῆλο. Τό πέρασμα τοῦ χρόνου αὔξανε τήν πνευματικότητα τοῦ Νικολάου καί τήν ἀγάπη τῶν στρατιωτῶν καί τοῦ λαοῦ στό πρόσωπό του.

῞Οταν οἱ ῎Αβαροι ἔφθασαν μέχρι τή Θεσσαλία, ἔκαναν βαρβαρική ἐπιδρομή καί ἐσκορποῦσαν παντοῦ τήν ἐρήμωση καί τό θάνατο. ῾Ο Νικόλαος μέ τίς λιγοστές δυνάμεις του προσπάθησε νά ἀναχαιτίσει τόν ἐχθρό. Οἱ παμπληθεῖς ὅμως δυνάμεις τῶν ἀντιπάλων εὔκολα ἐπικράτησαν καί ἐπιδόθηκαν σέ γενικές σφαγές καί λεηλασίες. Πολλοί ἀπό τούς κατοίκους ἐγκατέλειψαν τήν πόλη καί τήν περιοχή καί κατέφυγαν σέ ὀρεινά μέρη. Τελικά καί ὁ Νικόλαος μέ ὅσους στρατιῶτες εἶχαν ἀπομείνει ἐπορεύθηκε στό δάσος πού εὑρισκόταν στό ὄρος τῆς Βουνένης, ὅπου ὑπῆρχαν πολλοί ἀσκητές μέ τά ἀσκητήριά τους στά ἀπόκρημνα ὑψώματα. ᾿Εγκαταστάθηκε κοντά τους συναγωνιζόμενος αὐτούς στήν ἄσκηση καί τήν προσευχή. Μαζί του εἶχε καί τούς στρατιῶτες του, πού ἐζοῦσαν καί αὐτοί τήν ἀγγελική ζωή τῶν μοναχῶν.

Κάποιο βράδυ, ἐνῶ ὁ ῞Οσιος προσευχόταν, ῎Αγγελος Κυρίου ἐπαρουσιάσθηκε καί προανήγγειλε τό μαρτυρικό τους θάνατο· «Δεῦρο, ἀθληταί τοῦ Χριστοῦ, πρός τό μαρτυρῆσαι ἑαυτούς εὐτρεπίσατε». Πράγματι οἱ ἐχθροί τούς συνέλαβαν καί τούς ὑπέβαλαν σέ πλῆθος βασανιστήρια. Τούς προέτρεψαν νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους. ᾿Εκεῖνοι ἔμειναν ἀμετακίνητοι στήν πατρώα εὐσέβεια καί ἐτελειώθησαν μαρτυρικά. Τά ὀνόματά τους ἐγράφησαν στό βιβλίο τῆς ζωῆς. ᾿Από αὐτά μᾶς εἶναι γνωστά τά ἀκόλουθα· ᾿Ακίνδυνος, ῾Αρμόδιος, Γρηγόριος, Δημήτριος, Εὐώδιος, Θεόδωρος, ᾿Ιωάννης, Μιχαήλ, Παγκράτιος, Παντολέων, Χριστοφόρος, καί Αἰμιλιανός.

῾Ο βιογράφος τοῦ ῾Αγίου Νικολάου μαζί μέ τά ὀνόματα τῶν στρατιωτῶν Μαρτύρων ἀναφέρει καί τά ὀνόματα δύο γυναικῶν μαρτύρων· Εἰρήνης καί Πελαγίας. Προφανῶς θά πρόκειται γιά δύο ρωίδες χριστιανές γυναῖκες, πού ἐμαρτύρησαν γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Θά ἀνῆκαν στόν ἄμαχο πληθυσμό τῆς πόλεως Λαρίσης, πού εἶχε καταφύγει στά ὀρεινά τοῦ Τυρνάβου.

῾Ο μακάριος Νικόλαος, διακρινόμενος γιά τήν ἀνδρεία του, κατόρθωσε νά διαφύγει τή μανία τοῦ ἐχθροῦ. Φεύγοντας ἀπό τά μέρη τῆς Λαρίσης καί τοῦ Τυρνάβου, ἔφθασε στά ἐνδότερα τῆς Θεσσαλίας, στά μέρη τῆς Καρδίτσας, ὅπου τό χωριό Βούνενα· ἐκεῖ εὑρῆκε κατάλληλο τόπο γιά ἄσκηση. ῾Ο ῞Οσιος ἐδιάλεξε γιά κατάλυμα μιά σπηλιά, πού τήν ἐσκέπαζε μιά βελανιδιά. ᾿Εκεῖ συνέχισε τήν ἀσκητική ζωή, πού εἶχε ἀρχίσει κοντά στούς ἀσκητές τοῦ Τυρνάβου. ῾Υπέταξε κάθε σωματική ἐπιθυμία καί δαιμονική παρεμβολή. ῾Η Χάρη τοῦ Θεοῦ τόν εἶχε ἐπισκιάσει.

῞Ομως οἱ βάρβαροι ἐπιδρομεῖς ἀνεκάλυψαν τόν ἀθλητή τοῦ Χριστοῦ Νικόλαο. Τόν συνέλαβαν καί τόν ἐπίεζαν μέ ὑποσχέσεις καί κολακεῖες νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του. ᾿Εκεῖνος ἀντιστεκόταν γενναῖα. Τόν ἐβασάνιζαν καί ἐκεῖνος εὐχαριστοῦσε τόν Θεό, διότι τόν ἀξίωσε νά ὑπομένει γιά χάρη Του βασανιστήρια. Τελικά τόν ἀποκεφάλισαν καί ἔτσι ὁ ῾Οσιομάρτυς Νικόλαος ἔλαβε τόν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας καί εἰσῆλθε στή χαρά τοῦ Κυρίου του.

῾Ο ἐπίσκοπος τῆς Λαρίσης Φίλιππος μετέφερε μέ πομπή στήν πόλη τά λείψανα τῶν μαρτύρων τοῦ Τυρνάβου. Τό ἱερό λείψανο τοῦ ῾Αγίου Νικολάου ἀνακαλύφθηκε ἀπό τόν δούκα Εὐφημιανό τῆς Θεσσαλονίκης. ῾Ο Εὐφημιανός ἀρρώστησε κάποτε βαριά ἀπό τή φοβερή ἀσθένεια τῆς λέπρας. ᾿Αναζήτησε τή θεραπεία του σέ ὅλους τούς ἰατρούς, ἀλλά μάταια. ῎Αρχισε τότε νά ἐπικαλεῖται τούς διαφόρους ῾Αγίους καί νά κάνει ἀγαθοεργίες ἐλπίζοντας στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Προσέφερε τά χρήματά του σέ χῆρες, ὀρφανά καί φτωχούς. Παρακαλοῦσε τόν Θεό νά τόν ἐλεήσει καί νά τοῦ χαρίσει τήν πολυπόθητη ὑγεία του. Κατέφυγε στόν πολιοῦχο τῆς Θεσσαλονίκης ῞Αγιο Δημήτριο καί τόν πολιοῦχο τῆς Λαρίσης ῞Αγιο ᾿Αχίλλιο, πού εἶχε ἀκούσει πολλά γιά τά θαύματά τους. ᾿Ενῶ ὅμως εὑρισκόταν στή Λάρισα καί προσευχόταν μπροστά στό λείψανο τοῦ ῾Αγίου ᾿Αχιλλίου, τοῦ ὑποδείχθηκε νά μεταβεῖ στά ὄρη τῶν Βουνένων. Τό σχετικό ὅραμα τοῦ ἔλεγε νά φροντίσει νά εὕρει τό ἱερό λείψανο τοῦ ῾Οσιομάρτυρος Νικολάου, νά λουσθεῖ σέ πηγή πού εὑρίσκεται κοντά στόν τόπο τοῦ ἱεροῦ λειψάνου καί νά πιστεύει ὅτι ὕστερα ἀπό αὐτά θά εὕρισκε τή θεραπεία του. Χαρούμενος ἀπό τό ἐλπιδοφόρο τοῦτο ἄγγελμα ὁ Εὐφημιανός ἐξεκίνησε γιά τά Βούνενα, ὅπου εὑρῆκε τό τίμιο σκήνωμα τοῦ ῾Αγίου Νικολάου καί τήν ἰδική του θεραπεία. Γεμάτος χαρά καί εὐγνωμοσύνη γιά τή θεραπεία πού τοῦ ἐχάρισε ὁ ῾Οσιομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ, ἔκτισε ἕνα μικρό ναό καί ἐνταφίασε ἐκεῖ τό ἱερό λείψανο.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τοῦ μεγάλου πρίγκιπος τῆς Μόσχας.

῾Ο ῞Αγιος Δημήτριος (Ντονσκόι) ἐγεννήθηκε τό 1350 στή Μόσχα καί ἦταν μέγας πρίγκιπας. Στίς 7 Σεπτεμβρίου 1380 ἐπολέμησε τούς Τάρταρους καί ἀπήλλαξε τή Ρωσία ἀπό τούς ἐχθρούς της. ῾Ο Ρωσικός λαός ἀποκαλοῦσε τόν γεμόνα του «Ντονσκόι» ἀπό τόν ποταμό Δόν, κοντά στόν ὁποῖο διεξήχθη ἱστορική μάχη κατά τῶν βαρβάρων.

῾Ο ῞Αγιος Δημήτριος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 1389.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἠμῶν ᾿Ιωσήφ, τῆς ῎Οπτινα.

῾Ο ῞Οσιος ᾿Ιωσήφ, τῆς ῎Οπτινα, κατά κόσμον ᾿Ιβάν Εὐθύμοβιτς Λιτόφκιν, ἐγεννήθηκε στίς 2 Νοεμβρίου 1837 στό χωριό Γκοροντίστσα τῆς περιοχῆς Στάρομπελσκ τῆς ἐπαρχίας Καρκώφ, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί φιλόθεους, τόν Εὐθύμιο Αἰμιλιάνοβιτς καί τήν Μαρία Βασίλιεβνα Λιτόφκιν. Εἶχαν ἕξι παιδιά, τρεῖς υἱούς καί τρεῖς θυγατέρες, τόν ᾿Ιβάν, τόν Πέτρο, τόν Συμεών, τήν ᾿Αλεξάνδρα, τήν ῎Αννα καί ἀκόμη μία θυγατέρα. ῾Η ἀδελφή του ᾿Αλεξάνδρα, πού ἀργότερα ἔγινε μοναχή μέ τό ὄνομα Λεωνίδα, διηγεῖτο πώς ὁ μικρός ᾿Ιβάν ἦταν πολύ στοργικό καί εὐαίσθητο παιδί. Μέ τήν τρυφερή ψυχή του συμμετεῖχε στίς θλίψεις τῶν ἄλλων, ἄν καί ἔμφυτη μετριοφροσύνη καί συστολή του συχνά δέν τοῦ ἐπέτρεπαν νά ὁμιλεῖ. ῞Οταν ὁ ᾿Ιβάν ἦταν τεσσάρων ἐτῶν, ἔχασε τόν πατέρα του καί λίγο ἀργότερα, τό ἔτος 1814, τή μητέρα του ἀπό τήν ἐπιδημία χολέρας πού ἐνέσκηψε στό χωριό.

῾Η ἀγάπη του γιά τό μοναχικό βίο ὁδήγησε τά βήματά του στήν ῎Οπτινα. Μετά ἀπό τρία χρόνια, στίς 15 ᾿Απριλίου 1872, ἐχειροθετήθηκε μοναχός μέ τό ὄνομα ᾿Ιωάννης καί στίς 16 ᾿Ιουλίου τοῦ ἰδίου ἔτους ἐκάρη μοναχός καί ἔλαβε τό ὄνομα ᾿Ιωσήφ. Τό 1877 ἐχειροτονήθηκε διάκονος. Αὐτό ἔγινε τελείως ἀπροσδόκητα καί μ᾿ ἕναν τρόπο πού ἔδειχνε καθαρά πώς τό χέρι τοῦ Θεοῦ τόν καθοδηγοῦσε στό δρόμο του. Τόν ᾿Οκτώβριο τοῦ 1884 ἔλαβε τή χάρη τῆς ἱερωσύνης ἀπό τόν ᾿Επίσκοπο τῆς Καλούγκα Βλαδίμηρο.

῾Ο ῞Οσιος ἀπό τήν πρώτη μέρα τῆς χειροτονίας του ἐλειτουργοῦσε μέ προθυμία, μέ εὐλάβεια, χωρίς βιασύνη καί αἰσθανόταν μεγάλη πνευματική χαρά. Οἱ ἄλλοι πατέρες τόν εὐλαβοῦνταν καί τόν ἀγαποῦσαν ἰδιαίτερα, γιατί τόν ἐθεωροῦσαν ἀληθινό μοναχό. ῾Ο Γέροντας τῆς μονῆς ᾿Αμβρόσιος διέβλεπε σέ αὐτόν τό μελλοντικό διάδοχό του καί τοῦ ἔδιδε τήν εὐλογία νά ἐξομολογεῖ μερικούς ἀπό τούς ἐπισκέπτες τῆς μονῆς. Τόν προετοίμαζε σιγά-σιγά, γιά νά τόν διαδεχθεῖ. Τόν ἐδίδασκε τόσο μέ τό λόγο, ὅσο καί μέ τό παράδειγμά του.

῞Οταν ὁ Γέροντας ᾿Αμβρόσιος ἐκοιμήθηκε, ὅλοι ἐστράφησαν πρός τόν ῞Οσιο ᾿Ιωσήφ. Καί ἐκεῖνος μέ προσευχή καί ταπείνωση ἀνέλαβε τό ἔργο τῆς πνευματικῆς καθοδηγήσεως τῶν ἀδελφῶν. ῾Η προσευχή του εἶχε μεγάλη δύναμη καί εἶχε ἀξιωθεῖ ἀπό τόν Θεό καί τοῦ προορατικοῦ χαρίσματος.

῾Ο ῞Οσιος δέν ἐπέτρεπε ποτέ στούς μοναχούς νά ἀρνηθοῦν κάποιο διακόνημα. ῎Ελεγε πώς ἐκεῖνος πού φέρει σέ πέρας τό διακόνημα πού τοῦ ἔχουν ἀναθέσει, ἀξιώνεται νά ἔχει εὐλογημένο τέλος. ῞Οταν οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἐξέφραζαν τό παράπονο πώς ὑπακοή ἦταν δύσκολη καί προκαλοῦσε πολλή λύπη, τό πρόσωπο τοῦ ῾Οσίου ἐφωτιζόταν μέ χαρά, τά μάτια του ἐγέμιζαν μέ τρυφερή πατρική ἀγάπη καί ἔλεγε μέ ἕναν ἰδιαίτερο πνευματικό τόνο· «Λοιπόν, καί τί μ᾿ αὐτό; Λόγῳ αὐτῆς τῆς ὑπακοῆς θά γίνετε μάρτυρες». Σέ κάποια μοναχή ὁ ῞Οσιος εἶπε τά ἀκόλουθα· «῎Αν οἱ ἁμαρτίες τοῦ ἀδελφοῦ σου σέ ἐνοχλοῦν καί δέν μπορεῖς νά εὕρεις τήν εἰρήνη τῆς ψυχῆς σου, θυμήσου τά ἑξῆς·

α. ῎Αν οἱ ἁμαρτίες τοῦ ἀδελφοῦ σου πού θέλεις νά διορθώσεις σέ ἐνοχλοῦν, σέ ἐκνευρίζουν καί χάνεις τήν εἰρήνη σου, τότε ἁμαρτάνεις καί σύ. ῾Η ἁμαρτία δέν διορθώνεται μέ τήν ἁμαρτία, ἀλλά μέ τήν ταπείνωση.

β. ῾Ο ζῆλος πού θέλει νά καταστρέψει ὅλα τά κακά εἶναι ἀπό μόνος του ἕνα μεγάλο κακό.

γ. Μέσα στό μάτι σου ὑπάρχει ἕνα μεγάλο δοκάρι καί σύ προσέχεις τό κάρφος στό μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου.

δ. ῾Υπάρχουν ἀτέλειες πού εἶναι ἀναπόφευκτες καί ἄλλες πού μπορεῖ νά εἶναι καί εὐεργετικές. Τό καλό δοκιμάζεται ἀπό τό κακό.

ε. Τό παράδειγμα τῆς μακροθυμίας τοῦ Θεοῦ πρέπει νά χαλιναγωγήσει τήν ἀνυπομονησία μας, πού μᾶς στερεῖ τήν εἰρήνη.

στ. Τό παράδειγμα τοῦ ῎Ιδιου τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μᾶς φανερώνει μέ πόση ταπείνωση καί καρτερία πρέπει νά ὑπομένουμε τήν ἀνθρώπινη ἁμαρτία. ῎Αν δέν ἔχουμε κάποια θέση εὐθύνης ἔναντι τῶν ἄλλων, πρέπει νά ἀντιμετωπίζουμε τήν ἁμαρτία τους μέ συμπάθεια.

ζ. Κάθε ἄνθρωπος καταδικάζει ἐκεῖνες τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, γιά τίς ὁποῖες κατηγορεῖται ὁ ἴδιος.

η. Γιά τίς πράξεις τῶν ἄλλων δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο πού νά μᾶς ἠρεμεῖ περισσότερο ὅσο σιωπή, προσευχή καί ἀγάπη».

Θιασώτης καί ἐργάτης τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς, ὁ ῞Οσιος προσπαθοῦσε νά ἐνθαρρύνει καί τούς ἄλλους νά ἀσκοῦν τό θεῖο αὐτό ἔργο. ᾿Εδίδασκε τήν προσευχή πολύ καλά καί ἐπίστευε πώς ἦταν σπουδαιότερη ἀπασχόληση γιά ὅλους. ᾿Εμπόδιζε δέ ἐπιτακτικά καί αὐστηρά τούς ἄπειρους καί τούς δόκιμους ἀπό τήν ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Τούς ἐδίδασκε νά πορεύονται προοδευτικά, ἀρχίζοντας ἀπό τήν προφορική ἄσκηση τῆς προσευχῆς τοῦ ᾿Ιησοῦ, κάνοντας μερικά κομποσχοίνια. «Αὐτό προστατεύει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ὑπερηφάνεια», ἔλεγε ὁ ῞Οσιος.

Κάθε μέρα ἔξω ἀπό τό κελλί τοῦ ῾Οσίου ἐμαζεύονταν οἱ φτωχοί καί ὁ μοναχός πού ἦταν σέ ὑπηρεσία ἔδιδε ἐλεημοσύνη σέ ὅλους.

῾Ο ῞Οσιος ᾿Ιωσήφ ἐλειτούργησε γιά τελευταία φορά στήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τό 1905. ᾿Από τήν ἑπόμενη μέρα ἀσθένησε καί ὅλοι ἐπερίμεναν τό ἀναπόφευκτο. ῾Ο Θεός ὅμως παρέτεινε τή ζωή τοῦ ῾Οσίου, πού ἦταν πολύτιμη γιά ὅλους, μέχρι τό 1911. Λίγο πρίν τήν κοίμησή του ἐκοινώνησε τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων καί παρεκάλεσε τούς ἀδελφούς νά προσευχηθοῦν στόν Θεό νά ἐλευθερώσει τήν ψυχή ἀπό τό σῶμα του. ᾿Εζήτησε νά βάλουν κοντά του μία εἰκόνα. Οἱ μοναχοί ἔφεραν τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, μέ τήν ὁποία τόν εὐλόγησε ὁ μοναχός ᾿Ισαάκιος, τήν ἐτοποθέτησαν ἀπέναντί του στό τραπεζάκι κοντά στό μαξιλάρι του καί ἄναψαν μπροστά της ἕνα καντήλι. ῾Ο ῞Οσιος ἐκρατοῦσε στά χέρια του ἕνα μικρό ἄσπρο ξύλινο σταυρό καί στό στῆθος του εἶχαν ἀκουμπήσει τό ἱερό λείψανο τῆς ῾Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας. ῎Ετσι ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη90.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῶν νεομαρτύρων τῆς Σλομπόντσκαγια Οὐκρανίας.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός,

ἐλέησον μᾶς. ᾿Αμήν.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.