ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

21 Μαΐου


† Μνήμη τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου, τοῦ Μεγάλου, καί ῾Ελένης, τῶν ᾿Ισαποστόλων.

῾Ως γενέτειρα πόλη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀναφέρεται τόσο Ταρσός τῆς Κιλικίας ὅσο καί τό Δρέπανο τῆς Βιθυνίας. ῾Ωστόσο ἄποψη πού ἐπικρατεῖ φέρει τόν Μέγα Κωνσταντίνο νά ἔχει γεννηθεῖ στή Ναϊσό τῆς ῎Ανω Μοισίας179. Τό ἀκριβές ἔτος τῆς γεννήσεώς του δέν εἶναι γνωστό, θεωρεῖται ὅμως ὅτι ἐγεννήθηκε μεταξύ τῶν ἐτῶν 274-288 μ.Χ.

Πατέρας του ἦταν ὁ Κωνστάντιος, πού λόγῳ τῆς χλωμότητος τοῦ προσώπου του ὀνομάσθηκε Χλωρός, καί ἦταν συγγενής τοῦ αὐτοκράτορος Κλαυδίου. Μητέρα του ἦταν ῾Αγία ῾Ελένη, θυγατέρα ἑνός πανδοχέως ἀπό τό Δρέπανο τῆς Βιθυνίας.

Τό 305 μ.Χ. ὁ Κωνσταντίνος εὑρίσκεται στήν αὐλή τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ στή Νικομήδεια μέ τό ἀξίωμα τοῦ χιλίαρχου. Τό ἴδιο ἔτος οἱ δύο Αὔγουστοι, Διοκλητιανός καί Μαξιμιανός, παραιτοῦνται ἀπό τά ἀξιώματά τους καί ἀποσύρονται. Στό ὕπατο ἀξίωμα τοῦ Αὐγούστου προάγονται ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρός στή Δύση καί ὁ Γαλέριος στήν ᾿Ανατολή. ῾Ο Κωνστάντιος ὁ Χλωρός ἀπέθανε στίς 25 ᾿Ιουλίου 306 μ.Χ. καί ὁ στρατός ἀνεκήρυξε Αὔγουστο τόν Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι ὅμως πού δέν ἀποδέχθηκε ὁ Γαλέριος. Μετά ἀπό μιά σειρά διαφόρων ἱστορικῶν γεγονότων ὁ Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται μέ τόν Μαξέντιο, υἱό τοῦ Μαξιμιανοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπλεονεκτοῦσε στρατηγικά, ἐπειδή διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα καί ὁ στρατός τοῦ Κωνσταντίνου ἦταν ἤδη καταπονημένος.

᾿Από τήν πλευρά του ὁ Μέγας Κωνσταντίνος εἶχε κάθε λόγο νά αἰσθάνεται συγκρατημένος. Δέν εἶχε καμία ἄλλη ἐπιλογή ἐκτός ἀπό τήν ἐπίκληση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. ῎Ηθελε νά προσευχηθεῖ, νά ζητήσει βοήθεια, ἀλλά καθώς διηγεῖται ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος, δέν ἤξερε σέ ποιόν Θεό νά ἀπευθυνθεῖ. Τότε ἔφερε νοερά στή σκέψη του ὅλους αὐτούς πού μαζί τους συνδιοικοῦσε τήν αὐτοκρατορία. ῞Ολοι τους, ἐκτός ἀπό τόν πατέρα του, ἐπίστευαν σέ πολλούς θεούς καί ὅλοι τους εἶχαν τραγικό τέλος. ῎Αρχισε, λοιπόν, νά προσεύχεται στόν Θεό, ὑψώνοντας τό δεξί του χέρι καί ἱκετεύοντάς Τον νά τοῦ ἀποκαλυφθεῖ. ᾿Ενῶ προσευχόταν, διαγράφεται στόν οὐρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τίς μεσημβρινές ὧρες τοῦ λίου, κατά τό δειλινό δηλαδή, εἶδε στόν οὐρανό τό τρόπαιο τοῦ Σταυροῦ, πού ἔγραφε «τούτῳ νίκα». Καί ἐνῶ προσπαθοῦσε νά κατανοήσει τή σημασία αὐτοῦ τοῦ μυστηριακοῦ θεάματος, τόν κατέλαβε νύχτα. Τότε ἐμφανίζεται ὁ Κύριος στόν ὕπνο του μαζί μέ τό σύμβολο τοῦ Σταυροῦ καί τόν προέτρεψε νά κατασκευάσει ἀπομίμηση αὐτοῦ καί νά τό χρησιμοποιεῖ ὡς φυλακτήριο στούς πολέμους.

῎Εχοντας ὡς σημαία του τό Χριστιανικό λάβαρο ἀρχίζει νά προελαύνει πρός τή Ρώμη ἐκμηδενίζοντας κάθε ἀντίσταση.

῞Οταν φθάνει στή Ρώμη ἐνδιαφέρεται γιά τούς Χριστιανούς τῆς πόλεως. ῞Ομως τό ἐνδιαφέρον του δέν περιορίζεται μόνο σέ αὐτούς. Πολύ σύντομα πληροφορεῖται γιά τήν πενιχρή κατάσταση τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ᾿Αφρικῆς καί ἐνισχύει ἀπό τό δημόσιο ταμεῖο τά ἔργα διακονίας αὐτῆς.

Τό Φεβρουάριο τοῦ 313 μ.Χ., στά Μεδιόλανα, ὅπου γίνεται ὁ γάμος τοῦ Λικινίου μέ τήν Κωνσταντία, ἀδελφή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐπέρχεται μιά ἱστορική συμφωνία μεταξύ τῶν δύο ἀνδρῶν πού καθιερώνει τήν ἀρχή τῆς ἀνεξιθρησκείας.

Τά προβλήματα πού εἶχε νά ἀντιμετωπίσει ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἦσαν πολλά. ῾Η αἱρετική διδασκαλία τοῦ ᾿Αρείου, πρεσβυτέρου τῆς ᾿Αλεξανδρινῆς ᾿Εκκλησίας, ἦλθε νά ταράξει τήν ἑνότητα τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Η διδασκαλία αὐτή, πού ὀνομάσθηκε ἀρειανισμός, κατέλυε οὐσιαστικά τό δόγμα τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ.

Μόλις ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἐπληροφορήθηκε τά ὅσα θλιβερά συνέβαιναν στήν ᾿Αλεξάνδρεια, ἀπέστειλε μέ τόν πνευματικό του σύμβουλο ῞Οσιο, ᾿Επίσκοπο Κορδούης τῆς ᾿Ισπανίας, ἐπιστολή στόν ᾿Επίσκοπο ᾿Αλεξανδρείας ᾿Αλέξανδρο (313-328 μ.Χ.) καί τόν ῎Αρειο. ῾Η προσπάθεια ἐπιλύσεως τοῦ θέματος δέν εὐδοκίμησε. ῎Ετσι ἀποφασίσθηκε σύγκληση τῆς Αύ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας τό 325 μ.Χ.

῾Η περιγραφή τῆς ἐναρκτήριας τελετῆς ἀπό τόν ἱστορικό Εὐσέβιο εἶναι ὁμολογουμένως ἐνδιαφέρουσα. Στό μεσαῖο οἶκο τῶν ἀνακτόρων εἶχαν προσέλθει ὅλοι οἱ σύνεδροι. ᾿Επικρατοῦσε ἀπόλυτη σιγή καί ὅλοι ἐπερίμεναν τήν εἴσοδο τοῦ αὐτοκράτορος, τόν ὁποῖο οἱ περισσότεροι θά ἔβλεπαν γιά πρώτη φορά. ῾Ο Κωνσταντίνος εἰσῆλθε ταπεινά, μέ σεμνότητα καί πραότητα. Στήν ὁμιλία του πρός τή Σύνοδο χαρακτηρίζει τίς ἐνδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ὡς τό μεγαλύτερο δεινό καί ἀπό τούς πολέμους. ῾Ο λόγος του ὑπῆρξε εὐθύς καί σαφής. Δέν ἤθελε νά ἀσχοληθεῖ παρά μονάχα μέ θέματα πού ἀφοροῦσαν στήν ὀρθοτόμηση τῆς πίστεως. ῾Η κρίσιμη φράση του, «περί τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν ἀπό ὅλους τούς ἱστορικούς συγγραφεῖς.

Μετά τό πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε πρωτοβουλίες γιά τήν ἑδραίωση τῶν ἀποφάσεών της. ᾿Απέστειλε ἐγκύκλιο ἐπιστολή πρός τήν ᾿Εκκλησία τῆς Αἰγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, ᾿Αλεξανδρείας, στήν ὁποία γνωστοποιεῖ τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου. ῾Ο ἴδιος γνωστοποιεῖ πρός ὅλη τήν ἐπικράτεια τῆς αὐτοκρατορίας τήν καταδίκη τοῦ ᾿Αρείου καί ἀπαγορεύει τήν ἀπόκτηση καί τήν ἀπόκρυψη τῶν συγγραμμάτων του. ῾Η πιό ἐντυπωσιακή του ὅμως ἐνέργεια εἶναι ἐπιστολή του πρός τόν ῎Αρειο. ᾿Επιτιμᾶ τόν αἱρεσιάρχη καί τόν καταδικάζει μέ αὐστηρότητα γιά τίς κακοδοξίες του.

῞Ομως περί τά τέλη τοῦ 327 μ.Χ. ὁ Μέγας Κωνσταντίνος καλεῖ τόν ῎Αρειο στά ἀνάκτορα. ῾Ο αἱρεσιάρχης φυσικά δέν χάνει τήν εὐκαιρία καί ὑποβάλλει μία ὁμολογία γεμάτη ἀπό ἔντεχνες θεολογικές ἀνακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τόν Μέγα Κωνσταντίνο ὅτι αὐτή δέν διαφέρει οὐσιαστικά ἀπό ὅσα εἶχε ἀποφασίσει Αύ Οἰκουμενική Σύνοδος. Τελικά ὁ αὐτοκράτορας συγκαλεῖ νέα Σύνοδο, τό Νοέμβριο τοῦ 327 μ.Χ., ὁποία ἀνακαλεῖ τόν ῎Αρειο ἀπό τήν ἐξορία καί ἀποκαθιστᾶ τούς ἐξόριστους ᾿Επισκόπους Νικομηδείας Εὐσέβιο καί Νικαίας Θεόγνιο. ῾Η ἀνάκληση τοῦ ᾿Αρείου καί ἀποκατάσταση τῶν περί αὐτόν ἐπυροδότησε νέες ἔριδες στούς κόλπους τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ο ᾿Επίσκοπος ᾿Αλεξανδρείας ᾿Αλέξανδρος καί στή συνέχεια ὁ διάδοχός του Μέγας ᾿Αθανάσιος ἀρνοῦνται νά δεχθοῦν τόν ῎Αρειο στήν ᾿Αλεξάνδρεια. ῾Ο Μέγας Κωνσταντίνος ἀπειλεῖ μέ καθαίρεση τόν Μέγα ᾿Αθανάσιο, ἐνῶ σέ Σύνοδο πού συνῆλθε στήν ᾿Αντιόχεια τό 330 μ.Χ. καθαιρεῖται καί ἐξορίζεται ἀπό τούς αἱρετικούς ὁ ῞Αγιος Εὐστάθιος, ᾿Επίσκοπος ᾿Αντιοχείας († 21 Φεβρουαρίου). ῾Η Σύνοδος τῆς Τύρου τῆς Συρίας, πού συνῆλθε τό 335 μ.Χ., καταδικάζει ἐρήμην μέ τήν ποινή τῆς καθαιρέσεως τόν Μέγα ᾿Αθανάσιο, ὁ ὁποῖος φεύγει, γιά νά συναντήσει τόν Μέγα Κωνσταντίνο.

Εἶναι γεγονός πώς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος δέν ἔδειξε νά ἀποδέχεται τό αἴτημα τοῦ Μεγάλου ᾿Αθανασίου γιά ἀκρόαση. ᾿Επείσθηκε ὅμως νά τόν ἀκούσει, ὅταν ὁ Μέγας ᾿Αθανάσιος τοῦ ἀπηύθυνε τή ρήση· «Δικάσει Κύριος ἀνά μέσον ἐμοῦ καί σοῦ». ῾Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε τήν κατάφωρη ἀδικία καί τίς ἄθλιες μεθοδεύσεις σέ βάρος τοῦ Μεγάλου ᾿Αθανασίου καί ἔκανε δεκτό τό αἴτημά του νά προσκληθοῦν ὅλοι οἱ συνοδικοί τῆς Τύρου καί διαδικασία νά λάβει χώρα ἐνώπιόν του.

῾Ο Εὐσέβιος Νικομηδείας ἀγνόησε τήν αὐτοκρατορική ἐντολή. Πῆρε μόνο ἐλάχιστους ἀπό τούς συνοδικούς καί ἐμφανίσθηκε στόν αὐτοκράτορα. ᾿Εξέχασε ὅλες τίς ὑπόλοιπες κατηγορίες καί γιά πρώτη φορά ἔθεσε τό θέμα τῆς δῆθεν παρακωλύσεως τῆς ἀποστολῆς σιταριοῦ πρός τήν Βασιλεύουσα. ῾Ο αὐτοκράτορας ἐξοργίζεται καί ἐξορίζει τόν Μέγα ᾿Αθανάσιο στά Τρέβιρα τῆς Γαλλίας. Παρά ταῦτα δέν ἐπικυρώνει τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Τύρου γιά καθαίρεση καί οὔτε διατάσσει τήν ἀναπλήρωση τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου τῆς ᾿Αλεξάνδρειας180.

῾Η τελευταία περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶναι αὐτή πού τόν καταξιώνει στήν ἐκκλησιαστική συνείδηση καί τόν ὁδηγεῖ στό ἀπόγειο τῆς πνευματικῆς του πορείας. ῾Ο ῞Αγιος, κατά τόν ᾿Απρίλιο τοῦ 337 μ.Χ., αἰσθάνεται τά πρῶτα σοβαρά συμπτώματα κάποιας ἀσθένειας. Οἱ πηγές μᾶς πληροφοροῦν πώς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σέ ἰαματικά λουτρά. Βλέποντας ὅμως τήν ὑγεία του νά ἐπιδεινώνεται ἐθεώρησε σκόπιμο νά μεταβεῖ στήν πόλη ῾Ελενόπολη τῆς Βιθυνίας, πού εἶχε ὀνομασθεῖ ἔτσι λόγῳ τῆς ῾Αγίας μητέρας του. ᾿Εκεῖ παρέμεινε στό ναό τῶν Μαρτύρων, ὅπου ἀνέπεμπε ἱκετήριες εὐχές καί λιτανεῖες πρός τόν Θεό. ῾Ο Μέγας Κωνσταντίνος ἀντιλαμβάνεται πώς ἐπίγεια ζωή του πλησιάζει στό τέλος της. ῾Η μνήμη τοῦ θανάτου καλλιεργεῖται στήν καρδιά του καί τόν ὁδηγεῖ στό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί τοῦ βαπτίσματος. Μετά ἀπό αὐτά καταφεύγει σέ κάποιο προάστιο τῆς Νικομήδειας, συγκαλεῖ τούς ᾿Επισκόπους καί τούς ἀπευθύνει τόν ἑξῆς λόγο· «Αὐτός ἦταν ὁ καιρός πού προσδοκοῦσα ἀπό παλιά καί ἐδιψοῦσα καί εὐχόμουν νά καταξιωθῶ τῆς ἐν Θεῷ σωτηρίας. ῏Ηλθε ὥρα νά ἀπολαύσουμε καί ἐμεῖς τήν ἀθανατοποιό σφραγίδα, ἦλθε ὥρα νά συμμετάσχουμε στό σωτήριο σφράγισμα, πρᾶγμα πού κάποτε ἐπιθυμοῦσα νά κάνω στά ρεῖθρα τοῦ ᾿Ιορδάνου, στά ὁποῖα, ὅπως παραδίδεται, ὁ Σωτήρας μας ἔλαβε τό βάπτισμα εἰς μέτερον τύπον. ῾Ο Θεός ὅμως, πού γνωρίζει τό συμφέρον, μᾶς ἀξιώνει νά λάβουμε τό βάπτισμα ἐδῶ. ῎Ας μήν ὑπάρχει λοιπόν καμία ἀμφιβολία. Γιατί καί ἐάν ἀκόμη εἶναι θέλημα τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου νά συνεχισθεῖ ἐπίγεια ζωή μας καί νά συνυπάρχω μέ τό λαό τοῦ Θεοῦ, θά πλαισιώσω τή ζωή μου μέ ὅλους ἐκείνους τούς κανόνες πού ἁρμόζουν στόν Θεό»181.

Μετά τό βάπτισμα ὁ ῞Αγιος Κωνσταντίνος δέν ξαναφόρεσε τόν αὐτοκρατορικό χιτώνα, ἀλλά παρέμεινε ἐνδεδυμένος μέ τό λευκό ἔνδυμα τοῦ βαπτίσματος, μέχρι τήν μέρα τῆς κοιμήσεώς του τό 337 μ.Χ. ῏Ηταν μέρα ἑορτασμοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, γράφει ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος182.

Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο περιγράφει ὁ Εὐσέβιος τά γεγονότα, τά ὁποῖα ἀκολούθησαν τήν κοίμηση τοῦ ῾Αγίου. ῞Ολοι οἱ σωματοφύλακες τοῦ αὐτοκράτορος, ἀφοῦ ἔσχισαν τά ροῦχα τους καί ἔπεσαν στό ἔδαφος, ἔκλαιγαν καί ἐφώναζαν δυνατά, σάν νά μήν ἔχαναν τό βασιλέα τους, ἀλλά τόν πατέρα τους. Οἱ ταξίαρχοι καί οἱ λοχαγοί ἔκλαιγαν τόν εὐεργέτη τους. Οἱ δῆμοι ἦσαν λυπημένοι καί κάθε κάτοικος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπενθοῦσε, σάν νά ἔχανε τό κοινό ἀγαθό.

᾿Αφοῦ οἱ στρατιωτικοί ἐτοποθέτησαν τό σκήνωμα τοῦ ῾Αγίου σέ χρυσή λάρνακα, τό μετέφεραν στήν Κωνσταντινούπολη καί τό ἐναπέθεσαν σέ βάθρο στόν βασιλικό οἶκο. Τό ἱερό λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στό ναό τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων.

Δίκαια ἱστορία τόν ὀνόμασε Μέγα καί ᾿Εκκλησία ᾿Ισαπόστολο.

῾Η ῾Αγία ῾Ελένη ἐγεννήθηκε στό Δρέπανο τῆς Βιθυνίας τῆς Μικρᾶς ᾿Ασίας περί τό 247 μ.Χ. Φαίνεται ὅτι ἦταν ταπεινῆς καταγωγῆς183. Στήν ἱστοριογραφία ὑπάρχει σχετική διχογνωμία ὡς πρός τό ἄν μητέρα τοῦ ῾Αγίου Κωνσταντίνου ὑπῆρξε σύζυγος ἤ νόμιμη παλλακίδα τοῦ Κωνσταντίου τοῦ Χλωροῦ184.

Μεταξύ τῶν ἐτῶν 274-288 μ.Χ. ἐγέννησε στή Ναϊσό τῆς Μοισίας τόν Κωνσταντίνο. ῞Οταν, πέντε ἔτη ἀργότερα, ὁ Κωνσταντίνος Χλωρός ἔγινε Καίσαρας ἀπό τόν Διοκλητιανό, ἀναγκάσθηκε νά τήν ἀπομακρύνει, γιά νά συζευχθεῖ τή Θεοδώρα, θετή κόρη τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, καί νά ἔχει ἔτσι τό συγγενικό ἐκεῖνο δεσμό, ὁ ὁποῖος θά ἐξασφάλιζε τή στερεότητα τοῦ διοκλητιανοῦ τετραρχικοῦ συστήματος. Παρά τό γεγονός αὐτό ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἐτιμοῦσε ἰδιαίτερα τή μητέρα του. Τῆς ἀπένειμε τόν τίτλο τῆς αὐγούστης, ἔθεσε τή μορφή της ἐπί νομισμάτων καί ἔδωσε τό ὄνομά της σέ μιά πόλη τῆς Βιθυνίας.

῾Η ῾Αγία ἔδειξε τήν εὐσέβειά της μέ πολλές εὐεργεσίες καί τήν ἀνοικοδόμηση νέων ᾿Εκκλησιῶν στή Ρώμη (Τιμίου Σταυροῦ), στήν Κωνσταντινούπολη (῾Αγίων ᾿Αποστόλων), στή Βηθλεέμ (βασιλική τῆς Γεννήσεως) καί ἐπί τοῦ ῎Ορους τῶν ᾿Ελαιῶν (βασιλική τῆς Γεθσημανῆ). ῾Η ῾Αγία ῾Ελένη ἐπῆγε τό 326 μ.Χ. στήν ῾Ιερουσαλήμ, ὅπου «μέ μέγαν κόπον καί πολλήν ἔξοδον καί φοβερίσματα ηὗρεν τόν τίμιον σταυρόν καί τούς ἄλλους δύο σταυρούς τῶν λῃστῶν», ὅπως γράφει ὁ Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιρᾶς185. ᾿Επιστρέφοντας στήν Κωνσταντινούπολη, ἕνα χρόνο μετά τήν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, ῾Αγία ῾Ελένη πέρασε καί ἀπό τήν Κύπρο186.

῾Η ῾Αγία ῾Ελένη ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη μᾶλλον τό 327 μ.Χ. σέ λικία ὀγδόντα ἐτῶν. ῾Ο ἱστορικός Εὐσέβιος γράφει ὅτι ῾Αγία προαισθάνθηκε τό θάνατό της καί μέ διαθήκη ἄφησε τήν περιουσία της στόν υἱό της καί τούς ἐγγονούς της.

῞Οπως ἦταν φυσικό ὁ υἱός της μετέφερε τό τίμιο λείψανό της στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν ἐνταφίασε στό ναό τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων.

῾Η Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στή Μεγάλη ᾿Εκκλησία, στό ναό τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων καί στόν ἱερό ναό αὐτῶν στήν κινστέρνα τοῦ Βώνου.

Οἱ Βυζαντινοί ἐτιμοῦσαν ἰδιαίτερα τόν Μέγα Κωνσταντίνο καί τήν ῾Αγία ῾Ελένη. ᾿Απόδειξη τούτου ἀποτελεῖ τό γεγονός ὅτι κατά τό Μεσαίωνα ἦταν πολύ δημοφιλής στούς Βυζαντινούς ἀπεικόνιση τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ βασιλέως μέ τή μητέρα του, πού κρατοῦσαν στό μέσον Σταυρό. ῾Η παράδοση αὐτή διατηρεῖται μέχρι καί σήμερα μέ τά κωνσταντινάτα.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῶν ἁγίων ἱερομαρτύρων Τιμοθέου, Πολίου καί Εὐτυχίου.

Οἱ ῞Αγιοι ῾Ιερομάρτυρες Τιμόθεος, Πόλιος καί Εὐτύχιος ἦσαν διάκονοι τῆς ᾿Εκκλησίας καί ἐμαρτύρησαν στήν ᾿Αφρική σέ ἄγνωστο χρόνο.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἠμῶν ᾿Αδελφίου.

῾Ο ῞Αγιος ᾿Αδέλφιος ἦταν ᾿Επίσκοπος ᾿Ονώφης187 καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων Πολυεύκτου, Βίκτωρος καί Δονάτου.

Οἱ ῞Αγιοι Μάρτυρες Πολύευκτος, Βίκτωρ καί Δονάτος ἐμαρτύρησαν στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας188.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἠμῶν Βόρου.

῾Ο ῞Οσιος Βόρος εἶναι ἄγνωστος στούς Συναξαριστές. ῾Η μνήμη του ἀναφέρεται μέ τόν ᾿Ισίδωρο καί τόν Θεόδωρο στό ῾Ιεροσολυμιτικόν Κανονάριον.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἠμῶν ῾Οσπιτίου, τοῦ ᾿Ερημίτου.

῾Ο ῞Οσιος ῾Οσπίτιος ἔζησε στή Γαλλία καί ἀσκήτεψε στή νῆσο τῶν Λερίνων. Γιά μεγαλύτερη ἄσκηση εἶχε δέσει τό σῶμα του μέ ἁλυσίδες καί ἔτρωγε μόνο λίγο ἄρτο. ῾Ο Τριαδικός Θεός τοῦ ἐχάρισε τό δῶρο τῆς προφητείας καί τῆς θαυματουργίας. ᾿Εκοιμήθηκε τό 580 μ.Χ., ἐνῶ κατ᾿ ἄλλους τό 681 μ.Χ.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Χριστοφόρου Αύ, πατριάρχου ᾿Αντιοχείας.

῾Ο ῞Αγιος ῾Ιερομάρτυς Χριστοφόρος ἐξελέγη Πατριάρχης ᾿Αντιοχείας τό 960 μ.Χ., κατά τό 14ο ἔτος τοῦ χαλίφη ᾿Αλ Μουτί (946-974 μ.Χ.), ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ῎Αραβας χρονογράφος Γιαχ-γιᾶ. Τή νύχτα τῆς Δευτέρας πρός τήν Τρίτη τοῦ 967 μ.Χ. ἐφονεύθηκε ἀπό τούς ῎Αραβες, ἀφοῦ κατηγορήθηκε ὅτι συνεννοεῖται μέ τόν αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Νικηφόρο Φωκᾶ πού ἐκστράτευσε κατά τῆς ᾿Αντιοχείας καί τό τίμιο λείψανο αὐτοῦ ἐρίχθηκε στόν ποταμό ᾿Ορόντη. ᾿Αναφέρεται δέ ὅτι ὁ φόνος ἔγινε στήν οἰκία τοῦ εὐεργετηθέντος ἀπό τόν Πατριάρχη ῎Ιμπν-Μάνικ. Μετά ὀκτώ μέρες οἱ Χριστιανοί ἀνηῦραν τό λείψανο αὐτοῦ καί τό ἐνταφίασαν μέ εὐλάβεια σέ κάποια νησίδα τοῦ ποταμοῦ, κατόπιν δέ μετεκόμισαν αὐτό στήν ἐκτός τῆς πόλεως μονή τοῦ ῾Αγίου ᾿Αρσενίου. ᾿Εξ αἰτίας τοῦ φόβου πού ἐπικράτησε μεταξύ τῶν Χριστιανῶν ὁ θρόνος τῆς ᾿Αντιοχείας παρέμεινε κενός ἐπί δύο ἔτη καί δέκα μῆνες189.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου καί τῶν υἱῶν αὐτοῦ Μιχαήλ καί Θεοδώρου, τῶν πριγκίπων καί Θαυματουργῶν.

Οἱ ῞Αγιοι μακάριοι πρίγκιπες Κωνσταντίνος καί οἱ υἱοί αὐτοῦ, Μιχαήλ καί Θεόδωρος, ἔζησαν κατά τό 11ο καί 12ο αἰώνα μ.Χ. στή Ρωσία. ῾Ο μακάριος Κωνσταντίνος, ἀπόγονος τοῦ ἰσαποστόλου πρίγκιπος Βλαδιμήρου, ἐζήτησε ἀπό τόν πατέρα του, τόν πρίγκιπα Σβιατοσλάβο τοῦ Τσέρνιγκωφ, νά γίνει γεμόνας τῆς πόλεως Μούρωμ, πού κατοικεῖτο ἀπό εἰδωλολάτρες, μέ σκοπό νά διαφωτίσει τούς κατοίκους καί νά διαδώσει σέ αὐτούς τή χριστιανική πίστη.

῾Ο πρίγκιπας ἔστειλε στό Μούρωμ, ὡς ἀπεσταλμένο του, τόν υἱό του Μιχαήλ, ὅμως οἱ εἰδωλολάτρες τόν ἐσκότωσαν.

῞Οταν ὁ πρίγκιπας Κωνσταντίνος ἔφθασε κοντά στά τείχη τῆς πόλεως μέ τό στρατό του, οἱ κάτοικοι ὑποτάχθηκαν καί τόν ἀποδέχθηκαν, ἀλλά γιά ἀρκετό χρονικό διάστημα ἀντιστέκονταν στήν ἀλήθεια καί παρέμεναν στό σκότος καί τήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας. Κάποια στιγμή ἐπλησίασαν τήν οἰκία τοῦ πρίγκιπος μέ σκοπό νά τόν δολοφονήσουν. ῞Ομως αὐτός, ἀτρόμητος, ἐμφανίσθηκε μπροστά τους κρατώντας στά χέρια του τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Μούρωμ. Ξαφνικά οἱ εἰδωλολάτρες ὑποτάχθηκαν καί ἐβαπτίσθηκαν Χριστιανοί στά νερά τοῦ ποταμοῦ ᾿Οκά.

Στό σημεῖο πού ἐσκοτώθηκε ὁ υἱός του, ὁ Μιχαήλ, ὁ πιστός πρίγκιπας Κωνσταντίνος ἔκτισε ναό πρός τιμήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καί ἀργότερα ἀνήγειρε ἄλλο ναό ἀφιερωμένο στούς ῾Αγίους Βόριδα καί Γκλέμπ.

῾Ο μακάριος πρίγκιπας κατέβαλε πολλές προσπάθειες γιά τήν ἐξάπλωση τῆς χριστιανικῆς πίστεως στούς κατοίκους τοῦ Μούρωμ. Στό ἱεραποστολικό αὐτό ἔργο τόν ἐβοηθοῦσε μέ ἔνθερμο ζῆλο ὁ υἱός του, πρίγκιπας Θεόδωρος.

Τό 1129 ὁ πρίγκιπας Κωνσταντίνος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη καί ἐνταφιάσθηκε στήν ἐκκλησία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, δίπλα στούς υἱούς του, τούς ῾Αγίους Μιχαήλ καί Θεόδωρο.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἠμῶν Κυρίλλου Βύ, ἐπισκόπου Ροστώβ.

῾Ο ῞Αγιος Κύριλλος ἐποίμανε θεοφιλῶς τήν ᾿Επισκοπή τοῦ Ροστώβ κατά τά ἔτη 1231-1262. ᾿Εξελέγη ᾿Επίσκοπος, ἐνῶ ἦταν γούμενος τῆς μονῆς τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Βολοντυμύρ. ῾Ο ῞Αγιος διακρίθηκε γιά τόν ἀσκητικό βίο του καί τό χάρισμα τοῦ κηρύγματος. Πλήθη λαοῦ συνέτρεχαν ἀπό τό Ροστώβ καί τίς γύρω περιοχές, γιά νά τόν ἀκούσουν νά ὁμιλεῖ καί νά ὠφεληθοῦν πνευματικά. ῎Ετσι ἐβαπτίσθηκε Χριστιανός καί ὁ πρίγκιπας Πέτρος ᾿Ορντύνσκ.

῾Ο ῞Αγιος συνέγραψε καί θεολογικά ἔργα, ὅπως περί τοῦ θείου φόβου καί τῆς δυνάμεως καί προνοίας τοῦ Θεοῦ. ᾿Εκοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 1262.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῆς ἁγίας ῾Ελένης, τῆς πριγκιπίσσης, τῆς ἐκ Σερβίας.

῾Η ῾Αγία ῾Ελένη ἦταν ἀδελφή τοῦ Σέρβου βασιλέως Στεφάνου Γύ Οὔρεση (1321-1331) καί εἶχε μακρινή συγγένεια μέ τόν ῞Οσιο ᾿Ιωάσαφ τόν Μετεωρίτη (βλ. Συναξαριστή μηνός ᾿Απριλίου, σελ. 236). ῎Εζησε ὁσιακά καί τά ἱερά λείψανά της φυλάσσονται μέ εὐλάβεια στή μονή Ντεκάνι.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἠμῶν Κασσιανοῦ, τοῦ ῞Ελληνος καί Θαυματουργοῦ.

῾Ο ῞Οσιος Κασσιανός τοῦ Οὔγκλιχ, κατά κόσμον Κωνσταντίνος, ἦταν ῾Ελληνικῆς καταγωγῆς καί ἀπόγονος τῆς πριγκιπικῆς οἰκογένειας τῶν Μανκουτίων. Συμμετεῖχε στή Βυζαντινή ἀντιπροσωπεία, ὁποία μετέβη στή Μόσχα, στό μεγάλο πρίγκιπα ᾿Ιβάν Γύ Βασίλεβιτς (1438-1505), ὁ ὁποῖος μέ τό γάμο του μέ τήν Σοφία Παλαιολογίνα τό 1472, συγγένεψε μέ τήν τελευταία Βυζαντινή δυναστεία καί ἔλαβε ὡς ἔμβλημά του τό δικέφαλο ἀετό.

᾿Αποφασίζοντας ὁ Κωνσταντίνος νά ἀφιερώσει τή ζωή του στόν Θεό, παρέμεινε στή δικαστική ὑπηρεσία τοῦ τσάρου τῆς Μόσχας ζώντας κοντά στόν ᾿Επίσκοπο τῆς πόλεως Ροστώβ ᾿Ιωάσαφ.

῞Οταν ὁ ᾿Επίσκοπος ᾿Ιωάσαφ ἀποσύρθηκε στή μονή τοῦ ῾Αγίου Θεράποντος, ὁ Κωνσταντίνος ἐγκατέλειψε τά ἐγκόσμια καί τόν ἀκολούθησε. ῎Εγινε μοναχός μετά ἀπό ἕνα θαυμαστό ὅραμα, στό ὁποῖο εἶδε τόν ῞Οσιο Μαρτινιανό († 1483) νά τόν καλεῖ στό μοναχικό βίο, καί ἔλαβε τό ὄνομα Κασσιανός.

Μετά ἀπό μία χρονική περίοδο ἄφησε τή μονή καί ἐγκαταστάθηκε κοντά στήν πόλη Οὔγκλιχ, στή συμβολή τῶν ποταμῶν Βόλγα καί Οὔχμα, ὅπου ἵδρυσε μοναστήρι πρός τιμήν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. ῾Η φήμη τῆς ἁγιότητος τοῦ βίου του διαδόθηκε εὐρέως καί πολλοί τόν ἐπισκέπτονταν, γιά νά λάβουν τήν εὐλογία του καί νά ἀκούσουν τίς πνευματικές νουθεσίες του. ῾Ο ῞Οσιος ἐδεχόταν τόν καθένα μέ περισσή ἀγάπη καί μέ διάκριση τόν ὁδηγοῦσε πρός τό λιμένα τῆς σωτηρίας.

῾Ο ῞Οσιος Κασσιανός ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη σέ βαθύ γήρας, στίς 2 ᾿Οκτωβρίου τοῦ 1504, μέρα τῆς μνήμης του. ῾Η μνήμη του κατά τήν 21η Μαΐου ἑορτάζεται, ἐπειδή στό κοσμικό του ὄνομα ὀνομαζόταν Κωνσταντίνος, πρός τιμήν τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου.

῾Η μνήμη τῆς μετακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ ῾Οσίου Κασσιανοῦ ἑορτάζεται στίς 23 Αὐγούστου.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἠμῶν Βασιλείου, ᾿Επισκόπου Ριαζάν καί Μούρωμ.

(Βλ. † 12 ᾿Απριλίου).


† Τῇ αὐτῇ μέρα, μνήμη τοῦ ἁγίου ὁσιομάρτυρος ᾿Αγαπητοῦ, τοῦ ἐκ Ρωσίας.

῾Ο ῞Αγιος ῾Οσιομάρτυς ᾿Αγαπητός τοῦ Μαρκοῦσεφ ἔζησε στή Ρωσία περί τό 16ο αἰώνα μ.Χ. ᾿Αρχικά ἔγινε μοναχός στή μονή τῶν ῾Αγίων Βόριδος καί Γκλέμπ τοῦ Σολφυτσεγκόντσκ καί ἐμαρτύρησε τό 1584.

Τό 1576, ὅταν ὁ ῞Αγιος ἀσθένησε βαριά, ἐμφανίσθηκε σέ αὐτόν εἰκόνα τοῦ ῾Αγίου Νικολάου τοῦ Θαυματουργοῦ, πού ὀνομάζεται Βελικορέσκαγια, καί τοῦ ἔδωσε ἐντολή νά πάει στόν ποταμό Μαρκούζα καί νά ἱδρύσει ἐκεῖ ἕνα καινούργιο μοναστήρι. ῾Ο ῞Οσιος, θεραπευμένος τήν ἴδια στιγμή, ἐκπλήρωσε τό καθῆκον πού τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ, κατασκευάζοντας πρῶτα ἕνα ξύλινο παρεκκλήσι καί ἀργότερα, τό 1578, δυό ναούς ἀφιερωμένους μέ σεβασμό στόν ῞Αγιο Νικόλαο καί στόν ῞Αγιο Προκόπιο τοῦ Οὔγκλιχ.

Τό ἴδιο ἔτος, ὁ ῞Οσιος ᾿Αγαπητός ἐπῆγε στή Μόσχα, γιά νά ζητήσει ἀπό τόν τσάρο ἕνα χῶρο καί τήν ἄδεια νά κατασκευάσει στόν ποταμό Λόχτα ἕνα μύλο, ἀπό τόν ὁποῖο θά ἐξασφάλιζε τή συντήρησή του τό μοναστήρι. ῎Ετσι καί ἔγινε.

῞Ομως οἱ κάτοικοι τοῦ διπλανοῦ χωριοῦ, τοῦ Καλίνιν, ἀπό τό φόβο ὅτι τά κτήματά τους θά προσαρτόνταν στό μοναστήρι, συνωμότησαν νά σκοτώσουν τόν ῞Οσιο ᾿Αγαπητό. ῾Οδηγούμενοι ἀπό ἕναν βλάσφημο χωρικό, πού ὀνομαζόταν Βόγκνταν Λγιάτσωφ, ἐπιτέθηκαν στόν ῞Οσιο ᾿Αγαπητό κοντά στό μύλο στίς 21 Μαΐου 1584, τόν ἐσκότωσαν καί ἔριξαν τό λείψανό του στόν ποταμό Οὐστγίγκα. Οἱ μοναχοί εὑρῆκαν τό τίμιο σκήνωμα καί τό ἐνταφίασαν μέ εὐλάβεια σέ ἕνα παρεκκλήσι, τό ὁποῖο ἀνυψώθηκε ἀνάμεσα στούς δυό ναούς τοῦ μοναστηριοῦ.

Τό 1712, ὁ ᾿Επίσκοπος τοῦ Χολμογκόρυ Βαρνάβας, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τό μοναστήρι, συνέλεξε πληροφορίες σχετικά μέ τό βίο τοῦ ῾Οσίου ᾿Αγαπητοῦ καί σχετικά μέ ὅλα τά θαύματα τῆς εἰκόνος τοῦ ῾Αγίου Νικολάου. ῎Ετσι, τό 1715 μέ ἐντολή τοῦ ἰδίου τοῦ ᾿Επισκόπου συντάχθηκε ὁ βίος τοῦ ῾Οσιομάρτυρος ᾿Αγαπητοῦ.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου ὁσιομάρτυρος Παχωμίου τοῦ Νέου, τοῦ ἐν Φιλαδελφείᾳ μαρτυρήσαντος.

῾Ο ῞Αγιος ῾Οσιομάρτυς Παχώμιος καταγόταν ἀπό τή Μικρά ᾿Ασία καί ἐγεννήθηκε ἀπό γονεῖς φιλόθεους καί εὐσεβεῖς. ῾Υπηρετώντας ὡς στρατιώτης στό Ρωσικό στρατό, συνελήφθηκε αἰχμάλωτος ἀπό τούς Τάταρους, ἐπωλήθηκε σέ κάποιον Τοῦρκο βυρσοδέψη, ὁ ὁποῖος τόν ἔφερε στήν πατρίδα του Οὐσάκι τῆς Φιλαδελφείας. ῾Ο ῞Αγιος παρέμεινε στήν ὑπηρεσία τοῦ Τούρκου ἐπί εἴκοσι ἑπτά ἔτη, ὑπομένοντας βασανιστήρια καί ἐξευτελισμούς καί ἐπιεζόταν καθημερινά νά ἀλλαξοπιστήσει. Αὐτός ὅμως παρέμενε ἀκλόνητος στή Χριστιανική πίστη καί ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, ἀφοῦ ὁ ἀφέντης του ἀπηύδησε, τόν ἄφησε ἐλεύθερο.

᾿Ενῶ ἑτοιμαζόταν νά ἀναχωρήσει, ἀσθένησε, καί Τοῦρκοι, πού ἐπωφελήθηκαν τήν κατάσταση αὐτή, διέδωσαν ὅτι ὁ Παχώμιος ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά γίνει Μωαμεθανός, πρίν πεθάνει. ῞Οταν λοιπόν αὐτός ἀνέρρωσε, τόν ἔντυσαν μέ τουρκικά ἐνδύματα καί τόν ἄφησαν ἐλεύθερο. ᾿Αμέσως ὁ Παχώμιος ἀνεχώρησε καί μέσῳ Σμύρνης μετέβη στό ῞Αγιον ῎Ορος, στή μονή τοῦ ῾Αγίου Παύλου, καί ἐτέθηκε ὑπό τήν προστασία ἐνάρετου ἱερομονάχου, πού ὀνομαζόταν ᾿Ιωσήφ.

Μετά δωδεκαετή παραμονή στή μονή, μετοίκησε στά Καυσοκαλύβια, μιμούμενος δέ τή θαυμαστή πολιτεία τοῦ ῾Οσίου ᾿Ακακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου († 12 ᾿Απριλίου) ἔγινε ὑπόδειγμα μοναχοῦ, καί ἦταν ἀγαπητός σέ ὅλους τούς ἀδελφούς.

Κινούμενος ἀπό θεῖο ζῆλο, ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό. Πράγματι, ἀφοῦ ἐπί ἕνα ἔτος ἐδοκιμάσθηκε μέ διάφορους Κανόνες καί παιδαγωγίες, συνοδευόμενος ἀπό τόν ἱερομόναχο ᾿Ιωσήφ, μετέβη στό Οὐσάκι τῆς Φιλαδελφείας, στό μέσο δέ τῆς ἀγορᾶς διεκήρυξε τήν πίστη του πρός τόν Χριστό. ᾿Αμέσως συνελήφθη καί ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ μέ τήν κατηγορία τοῦ ἐξομώτου. ῾Ο Μάρτυρας Παχώμιος μέ πνευματική ἀνδρεία ἀντέκρουσε τούς κατηγόρους του καί δήλωσε ὅτι οὐδέποτε ἀρνήθηκε τόν Χριστό, ἀλλά ἦταν καί θά παρέμενε πιστός στήν πατρώα εὐσέβεια μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του. Κατόπιν τούτου ὁ κριτής διέταξε τόν ἐγκλεισμό του στή φυλακή. Μετά τρεῖς μέρες, ἀφοῦ ἐκλήθηκε καί πάλι νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί δέν τό ἀποδέχθηκε, καταδικάσθηκε σέ θάνατο καί παραδόθηκε στό δήμιο. ῎Ετσι ὁ ῾Οσιομάρτυς Παχώμιος ἐμαρτύρησε δι᾿ ἀποκεφαλισμοῦ τό 1730, τήν Πέμπτη τῆς ᾿Αναλήψεως.

Τό ἱερό λείψανό του τό παρέλαβαν μετά τρεῖς μέρες εὐσεβεῖς Χριστιανοί καί τό ἐνταφίασαν μέ εὐλάβεια. Σήμερα δέ εὑρίσκεται στή μονή τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Θεολόγου τῆς Πάτμου. Τεμάχιο τοῦ ἱεροῦ τούτου λειψάνου παραχωρήθηκε στή μονή τοῦ ῾Αγίου Παύλου τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους καί μετακομίσθηκε σέ αὐτή ἀπό τήν Πάτμο, μέ τήν ἔγκριση καί εὐλογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στίς 26 ᾿Ιανουαρίου 1953.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Κωνσταντίνου, πρίγκιπος τῆς Βλαχίας, καί τῶν σύν αὐτῷ μαρτυρησάντων.

῾Ο ῞Αγιος Νεομάρτυς Κωνσταντίνος ἐγεννήθηκε τό 1654, στό χωριό Μπρινκοβάνι τῆς Ρουμανίας καί διετέλεσε πρίγκιπας τῆς Βλαχίας κατά τά ἔτη 1688-1714. ᾿Από τήν λικία τοῦ ἑνός ἔτους ἔμεινε ὀρφανός ἀπό πατέρα, ὁ ὁποῖος ἐφονεύθηκε τό Φεβρουάριο τοῦ 1655 σέ μία ἐξέγερση τοῦ λαοῦ ἐναντίον τοῦ τότε γεμόνος. Τόν ἀνέθρεψαν μητέρα του καί οἱ παπποῦδες του Πάουνα καί Κωνσταντίνος Καντακουζηνός, στήν πατρική του οἰκία, στό Βουκουρέστι. ᾿Εσπούδασε τήν ἑλληνική καί λατινική γλώσσα. Μετά τό θάνατο τῶν δύο ἀδελφῶν του ἔμεινε κληρονόμος ὅλης τῆς περιουσίας τοῦ πατέρα του καί ἐνυμφεύθηκε τή Μαρίκα, ἀνιψιά τοῦ ᾿Αντωνίου Βόδα ἀπό τό Ποπέστ. Τό 1678, ὅταν ὁ θεῖος του Σερμπάνος Καντακουζηνός ἔγινε γεμόνας, ἐβοήθησε τόν Κωνσταντίνο νά φθάσει στά ὑψηλότερα ἀξιώματα.

᾿Επωφελούμενος στήν ἀρχή τῆς γεμονίας του ἀπό τήν εἰρήνη στή χώρα, ἔβαλε τά θεμέλια γιά τήν ἵδρυση τῆς μονῆς Χουρέζ, ὅπου κατασκεύασε τήν οἰκογενειακή κατοικία του καί τό παρεκκλήσιό του. ᾿Αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες καί ἐπιέσθηκε ἀπό τούς Τούρκους νά πληρώνει μεγαλύτερο φόρο. Παρ᾿ ὅλα αὐτά ἐργάσθηκε σκληρά γιά τήν πολιτιστική καί οἰκονομική ἀνάπτυξη τῆς Βλαχίας. Τό 1709 συμμάχησε μέ τόν τσάρο Πέτρο Αύ τῆς Ρωσίας (1672-1725) ἐνάντια στούς Τούρκους καί τό σουλτάνο ᾿Αχμέντ Γύ (1673-1736). ᾿Επειδή ἀρνήθηκε νά ἀσπασθεῖ τή μουσουλμανική πίστη, κατηγορήθηκε γιά προδοσία, συνελήφθη καί ἀποκεφαλίσθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό 1715.

Σύμφωνα μέ ἕνα Χρονικό στίς 24 Μαρτίου 1714, τή Μεγάλη Τρίτη, ἦλθε στό Βουκουρέστι ὁ Μουσταφᾶ ᾿Αγᾶς, ὁ ὁποῖος τόν συνέλαβε μαζί μέ τά τέσσερα παιδιά του, ὅλους τούς γαμπρούς του, τή μεγαλύτερη νύμφη του, τόν ἐγγονό του Κωνσταντίνο καί τό θησαυροφύλακα Γιαννάκη Βακαρέσκου. Μετά ἀπό πικρό ταξίδι τριῶν ἑβδομάδων, ἔφθασαν στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐβασανίσθηκαν σκληρά. Κατεδικάσθησαν σέ θάνατο στίς 15 Αὐγούστου 1714, τήν μέρα Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Μέ τά πρῶτα κτυπήματα τοῦ ξίφους ἔπεσε κάτω κεφαλή τοῦ θησαυροφύλακος Γιαννάκη Βασαρέσκου, κατόπιν τοῦ μεγαλύτερου υἱοῦ του καί ἀκολούθησαν τῶν ἄλλων τριῶν, τοῦ Στέφανου, τοῦ Ράδου καί τοῦ Ματθαίου. Τά ἱερά λείψανά τους τά ἔριξαν στά νερά τοῦ Βοσπόρου, ἐνῶ τίς τίμιες κεφαλές τους τίς ἐκάρφωσαν σέ κοντάρια, τίς περιέφεραν στίς ὁδούς τῆς Πόλεως, καί, τέλος, τίς ἐτοποθέτησαν στήν πρώτη πόρτα τοῦ Σεραγίου, ὅπου ἔμειναν τρεῖς μέρες καί, κατόπιν τίς ἔριξαν καί αὐτές στή θάλασσα. Μέ προτροπή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπῆγαν κρυφά εὐσεβεῖς Χριστιανούς καί, ἀφοῦ τίς ἔβγαλαν ἔξω ἀπό τή θάλασσα καί τίς ἐνταφίασαν μυστικά στή νῆσο Χάλκη, ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία τῆς μονῆς τῆς Θεοτόκου, τήν ὁποία εἶχε κτίσει ὁ αὐτοκράτορας ᾿Ιωάννης Εύ ὁ Παλαιολόγος (1341-1391).

Τά ἱερά λείψανα τοῦ Μάρτυρος Κωνσταντίνου καί τῶν θείων του μετεκομίσθηκαν μυστικά στή Ρουμανία ἀπό τή σύζυγό του Μαρίκα τό 1720, τόν καιρό τῆς γεμονίας τοῦ Νικολάου Μαυροκορδάτου καί ἐτοποθετήθησαν στήν ἐκκλησία τοῦ ῾Αγίου Γεωργίου τοῦ Νέου.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου, τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ.

Δέν ὑπάρχουν ἀρκετές ἁγιολογικές πληροφορίες γιά τόν ῞Αγιο Κωνσταντίνο, τόν διά Χριστόν σαλό, ὁ ὁποῖος ἔζησε στή Ρωσία, στήν περιοχή τοῦ Νοβοτορζανίν, κατά τό 16ο αἰώνα μ.Χ., καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη.

Διάφορα ἁγιολογικά στοιχεῖα γιά τόν ῞Αγιο Κωνσταντίνο μᾶς δίδει ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Δημήτριος Σαμπίκιν στό Μηνολόγιο καί Πατερικόν τοῦ Τβέρ.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, σύναξις τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Βλαδιμήρου, ἐν Κιέβῳ.

῾Η παράδοση ἀποδίδει τήν ἱστόρηση τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Παναγίας τοῦ Βλαδιμήρου στόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ, τῆς ὁποίας ἀντίγραφο τοῦ πρωτοτύπου εὑρισκόταν στό ναό τῆς ᾿Ελεούσας Κωνσταντινουπόλεως, πού ἐκτίσθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα ᾿Ιωάννη Βύ Κομνηνό (1118-1143). ῾Η εἰκόνα μεταφέρθηκε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στό Κίεβο, περί τό 1131, ὡς γαμήλιο δῶρο στό μεγάλο πρίγκιπα Βλαδίμηρο.

῾Η εἰκόνα εἶναι μία Βρεφοκρατούσα τοῦ τύπου τῆς ᾿Ελεούσας. ᾿Αρχικά τήν ἐτιμοῦσαν στή γυναικεία μονή τοῦ Βίσγκοροντ. Τό 1155, στούς χρόνους τοῦ πρίγκιπος ᾿Ανδρέου Μπογκολιούμπσκϊυ, τήν ἔφεραν στόν καθεδρικό ναό τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς πόλεως τοῦ Βλαδιμήρου, καί τό 1395 εἰκόνα μεταφέρθηκε στή Μόσχα. Μπροστά της ἀνακηρύσσονταν οἱ Πατριάρχες καί ἐστέφονταν οἱ τσάροι. Τό 15ο αἰώνα μ.Χ., μετά ἀπό διαμαρτυρίες καί ἀπαίτηση τῶν κατοίκων τοῦ Βλαδιμίρ, πού ἐζητοῦσαν τήν εἰκόνα τους, ὁ ῞Αγιος ᾿Ανδρέας (Ρούμπλιεφ) ἁγιογράφησε ἕνα ἀντίγραφο, τό ὁποῖο ἐτοποθετήθηκε στό Βλαδιμίρ στή θέση τοῦ πρωτοτύπου.

῾Η εἰκόνα τοῦ Βλαδιμήρου τιμᾶται, ἐπίσης, στίς 23 ᾿Ιουνίου, γιά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Μόσχας ἀπό τήν ἐπιδρομή τοῦ χάνου ᾿Ακμάτ (1480), καί στίς 26 Αὐγούστου, γιά τή σωτηρία τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ ἀπό τήν εἰσβολή τοῦ Ταμερλάνου190 (1395).


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, σύναξις τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου τῆς Τρυφερῆς, ἐν Πσκώφ τῆς Ρωσίας.

῾Η ἱερή εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Τρυφερῆς εὑρέθηκε τό 1521 στή μονή τῶν Σπηλαίων καί μεταφέρθηκε στήν πόλη τοῦ Πσκώφ ἀπό τούς εὐλαβεῖς Χριστιανούς Βασίλειο καί Θεόδωρο. Τιμᾶται ἰδιαίτερα, ἀφοῦ θεωρεῖται προστάτιδα τῆς πόλεως τοῦ Πσκώφ, μετά τή διάσωση τῆς πόλεως κατά τή διάρκεια τῆς πολιορκίας αὐτῆς ἀπό τόν Πολωνό βασιλέα Στέφανο Μπάθορυ (1533-1586)191.

῾Η εἰκόνα τιμᾶται, ἐπίσης, καί στίς 7 ᾿Οκτωβρίου, μέρα τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ Πσκώφ ἀπό τήν εἰσβολή τοῦ Ναπολέοντος, τό 1812.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός,

ἐλέησον μᾶς. ᾿Αμήν.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.