ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

24 Ιουνίου


† Τό γενέσιον τοῦ τιμίου ἐνδόξου προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννου.

῾Η ᾿Εκκλησία τρία μόνο Γενέθλια τιμᾶ καί ἑορτάζει· α. τοῦ Δεσπότου καί Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, β. τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου, καί γ. τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Τά γεγονότα τῆς γεννήσεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό αύ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του.

Γράφει, λοιπόν, ὅτι στίς μέρες τοῦ βασιλέως ῾Ηρώδη ἐζοῦσε στήν ᾿Ιουδαία κάποιος ἱερέας πού λεγόταν Ζαχαρίας. Εἶχε σύζυγό του τήν ᾿Ελισάβετ, ὁποία ἦταν ἀπόγονος τοῦ Προφήτου ᾿Ααρών. ῏Ησαν καί οἱ δύο ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ καί ἐζοῦσαν μέ δικαιοσύνη, φόβο Θεοῦ, εὐλάβεια, σωφροσύνη, καί ἐτηροῦσαν τίς θεῖες ἐντολές. Γιά πολλά χρόνια ἱκέτευαν τόν Κύριο νά τούς εὐλογήσει μέ τή χαρά τῆς τεκνογονίας, ἀλλά δέν εἶχαν ἀποκτήσει, παρά τή θερμή προσευχή τους, παιδί. ῾Ο Ζαχαρίας καί στείρα σύζυγός του ᾿Ελισάβετ εἶχαν φθάσει σέ βαθύ γήρας καί δέν εἶχαν πλέον ἐλπίδα νά τεκνοποιήσουν.

᾿Ενῶ ὁ ἱερέας Ζαχαρίας εὑρισκόταν μία μέρα στό ναό καί ἐθυμίαζε στό ἱερό Βῆμα297, ἐφανερώθηκε σ᾿ αὐτόν ῎Αγγελος Κυρίου, γιά νά προμηνύσει τή γέννηση τοῦ ἐπίγειου καί ἔνσαρκου ἄγγελου, τοῦ Βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννου. Βλέποντάς τον ὁ Ζαχαρίας ἐταράχθηκε καί ἐφοβήθηκε τόσο πολύ ὥστε ἔμεινε ἐκστατικός. Τότε ὁ ῎Αγγελος Κυρίου τοῦ εἶπε· «Μή φοβᾶσαι, Ζαχαρία. Γιατί ὁ Θεός ἐδέχθηκε τήν προσευχή σου καί γυναίκα σου, ᾿Ελισάβετ, θά γεννήσει υἱό. Καί θά τόν ὀνομάσεις ᾿Ιωάννη. Καί θά δοκιμάσεις μεγάλη χαρά καί ἀγαλλίαση. Πολλοί θά χαροῦν γιά τή γέννησή του, γιατί θά εἶναι μεγάλος καί περιφανής ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Θά λάβει ὅλο τό πλήρωμα τῆς Θείας Χάριτος καί θά γεμίσει ἀπό τά χαρίσματα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ὅταν ἀκόμη θά κυοφορεῖται στήν κοιλία τῆς μητέρας του ᾿Ελισάβετ. Καί μέ τό κήρυγμά του θά ἐπιστρέψουν πολλοί ᾿Ισραηλίτες στή γνώση τοῦ ᾿Αληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου αὐτῶν».

᾿Ακούγοντας ἔκπληκτος ὁ Ζαχαρίας τό μήνυμα τοῦ ᾿Αγγέλου, κατεπλάγη καί τόν ἐρώτησε γεμάτος ἀπορία· «Πῶς εἶναι δυνατόν νά γίνει αὐτό; καί μέ ποιό τρόπο θά τό γνωρίσω καί θά τό πιστέψω, ὅταν εἶμαι γέροντας στήν λικία καί γυναίκα μου ὑπέργηρη καί στείρα;». Τότε ὁ ῎Αγγελος τοῦ εἶπε· «᾿Εγώ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, πού παρουσιάζομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μέ ἀπέστειλε ὁ Θεός νά σοῦ φέρω αὐτή τή χαρμόσυνη ἀγγελία. Καί ἰδού, ἐπειδή δέν ἐπίστεψες στά λόγια μου, θά μείνεις ἄλαλος μέχρι τήν μέρα πού θά ἐκπληρωθοῦν ὅσα σοῦ προανήγγειλα, δηλαδή μέχρι νά γεννηθεῖ ὁ ᾿Ιωάννης».

Πράγματι ἀπό ἐκείνη τήν μέρα ὁ Ζαχαρίας ἔμεινε βουβός καί ἄλαλος, ἕως ὅτου ᾿Ελισάβετ ἔτεκε τόν Πρόδρομο.

Τήν ὄγδοη μέρα οἱ συγγενεῖς ἦλθαν γιά νά ἐκτελέσουν τήν περιτομή τοῦ παιδιοῦ καί ἤθελαν νά τό ὀνομάσουν μέ τό ὄνομα τοῦ πατέρα του, Ζαχαρία. ᾿Αλλά ᾿Ελισάβετ τούς εἶπε ὅτι θά ὀνομασθεῖ ᾿Ιωάννης. Στήν ἀπορία τους, πῶς θά λάβει τό ὄνομα αὐτό, ἐπειδή κανένας ἀπό τούς συγγενεῖς δέν εἶχε τό ὄνομα αὐτό, ὁ Ζαχαρίας ἐζήτησε μία μικρή πλάκα ἐπί τῆς ὁποίας ἔγραψε τά ἀκόλουθα· «᾿Ιωάννης εἶναι τό ὄνομά του». Καί ἐξεπλάγησαν ὅλοι. ῾Ο Ζαχαρίας δέν ἄνοιξε ἀμέσως τό στόμα του καί εὐλογοῦσε τόν Θεό μέσα ἀπό τήν καρδιά του. ῾Ο δέ ᾿Ιωάννης καθημερινά ἀναδεικνυόταν ὡς ἔμψυχο ὄργανο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, πλήρης τῶν χαρισμάτων τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, στήλη κάθε ἀρετῆς καί εὐσέβειας.

Κατά τούς τελευταίους βυζαντινούς χρόνους, ἑορτή αὐτή ἐτελεῖτο στό ναό τοῦ Προδρόμου τῆς Πέτρας298, μέ τήν παρουσία τοῦ αὐτοκράτορος.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, σύναξις τῶν δικαίων Ζαχαρίου καί ᾿Ελισάβετ, γονέων ᾿Ιωάννου τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός μῶν Νικήτα, ἐπισκόπου Ρεμεσιάνας τῆς Ρουμανίας.

῾Ο ῞Αγιος Νικήτας, ᾿Επίσκοπος Ρεμεσιάνας299, ἔζησε τόν 4ο καί 5ο μ.Χ. αἰώνα καί ἐγεννήθηκε στή Δεκία, τό 338 μ.Χ. Στοιχεῖα γιά τή δράση του σώζονται στό ἔργο τοῦ Παυλίνου († 431 μ.Χ.), ᾿Επισκόπου Νόλλης300, τόν Γεννάδιο τῆς Μασσαλίας († 492-505 μ.Χ.)301, τόν Κασσιόδωρο († 575 μ.Χ)302, καί τόν ῞Οσιο ῾Ιερώνυμο303.

῾Ο ῞Αγιος Νικήτας συμμετεῖχε ὡς πρεσβύτερος στή Σύνοδο τῆς Ρώμης, πού συγκλήθηκε τό 369 μ.Χ., κατά τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ καί ἀναδείχθηκε ὑπέρμαχος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Μεταξύ τῶν ἐτῶν 370-371 μ.Χ. ἐξελέγη ᾿Επίσκοπος Ρεμεσιάνας καί ἔγραψε τό πρῶτο του ἔργο «Περί πίστεως». Διακρινόμενος γιά τούς ἀγῶνες του κατά τῶν αἱρετικῶν ἔλαβε μέρος στή Σύνοδο τῆς ᾿Αντιόχειας, τό 378 μ.Χ., ὡς καί σέ ἄλλες. Διέπρεψε στό κήρυγμα, τήν ἱεραποστολική ἐργασία, τή συγγραφική δύναμη καί τήν ποιμαντική δράση, γι᾿ αὐτό καί ἀποκαλέσθηκε «᾿Απόστολος τῶν Δακο-Ρουμάνων».

῾Ο ῞Οσιος Νικήτας ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 420 μ.Χ.304


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός μῶν Γκερμοκίου, τοῦ ἐκ Κορνουάλης.

῾Ο ῞Οσιος Γκερμόκιος ἔζησε καί ἀσκήτεψε θεοφιλῶς κατά τόν 6ο αἰώνα μ.Χ. ᾿Εκοιμήθηκε μέ εἰρήνη305.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῆς ἁγίας μάρτυρος ᾿Αλένης, τῆς ἐκ Βρυξελλῶν.

῾Η ῾Αγία ᾿Αλένα καταγόταν ἀπό τίς Βρυξέλλες καί ἔζησε τόν 7ο αἰώνα μ.Χ. ᾿Εβαπτίσθηκε Χριστιανή, χωρίς νά τό γνωρίζουν οἱ ἐθνικοί γονεῖς της, καί ἐμαρτύρησε τό 640 μ.Χ.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός μῶν ᾿Ιβάν, τοῦ ἐκ Τσεχίας.

῾Ο ῞Οσιος ᾿Ιβάν, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς, ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 903 μ.Χ.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός μῶν ῾Ιλαρίωνος, τοῦ ἐκ Γεωργίας.

῾Ο ῞Οσιος ῾Ιλαρίων (Τβαλοέλι) ἔζησε στή Γεωργία κατά τό 10ο καί 11ο αἰώνα μ.Χ. ᾿Ασκήτεψε στή μονή τοῦ Καχούλι τῆς περιοχῆς τοῦ Σάμζχε καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 1041.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός μῶν ᾿Αντωνίου, τοῦ ἐκ Ρωσίας.

῾Ο ῞Οσιος ᾿Αντώνιος τοῦ Ντύμσκ ἐγεννήθηκε στό Νόβγκοροντ, περί τό 1157. Μία μέρα, ἐνῶ ἦταν στό ναό καί προσευχόταν, ἄκουσε τή φωνή τοῦ Κυρίου· «῞Οστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν, καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ, καί ἀκολουθείτω μοι»306. Τότε ὁ ῞Οσιος ἐγκατέλειψε τά πάντα καί ἀκολούθησε τό μοναχικό βίο, ὑποτασσόμενος πνευματικά στόν ῞Οσιο Βαρλαάμ τοῦ Χουτύν († 6 Νοεμβρίου), ὁ ὁποῖος τόν ὅρισε διάδοχό του μετά τήν κοίμησή του. ῾Ο ῞Οσιος δέν ἀποδέχθηκε τή θέση αὐτή, ἀλλά κατέφυγε στήν περιοχή τῆς λίμνης Ντύμα κοντά στό Τιχβίν, γιά μεγαλύτερη ἄσκηση. ᾿Εκεῖ ἵδρυσε μοναστήρι στό ὁποῖο, μετά ἀπό πνευματικούς ἀγῶνες, ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 1224.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῆς μετακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος ᾿Ιωάννου τοῦ Νέου, τοῦ ἐκ Σουτσεάβας τῆς Ρουμανίας.

Βλ. † 2 ᾿Ιουνίου.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων ᾿Ιακώβου καί ᾿Ιωάννου τῶν αὐταδέλφων και Δικαίων, τῶν ἐν Μενούγκᾳ τῆς Ρωσίας μαρτυρησάντων.

Οἱ ῞Αγιοι Μάρτυρες ᾿Ιάκωβος καί ᾿Ιωάννης κατάγονταν ἀπό εὐσεβή οἰκογένεια καί ἦσαν τέκνα τοῦ ᾿Ισιδώρου καί τῆς Βαρβάρας. ᾿Εμαρτύρησαν ἀπό ἐθνικούς, τό 1569, ὁ μέν ᾿Ιάκωβος σέ λικία 3 ἐτῶν, ὁ δέ ᾿Ιωάννης σέ λικία 5 ἐτῶν.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Παναγιώτου τοῦ Καισαρέως, ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀθλήσαντος.

῾Ο ῞Αγιος Νεομάρτυς Παναγιώτης ὁ Καισαρεύς καταγόταν ἀπό τό Δελβινάκι τῆς Β. ᾿Ηπείρου καί ἐμαρτύρησε στήν Κωνσταντινούπολη γιά τήν πίστη του στόν Χριστό σέ λικία 20 ἐτῶν, τό 1765, ἐνῶ κατ᾿ ἄλλους τό μαρτύριό του ἔλαβε χώρα τό 1767. Τό τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε μέ εὐλάβεια ἀπό τούς Χριστιανούς στό ναό τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στήν Κωνσταντινούπολη.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Γερασίμου, τοῦ ἐν ᾿Αρχαγγέλσκ τῆς Σιβηρίας.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός μῶν ᾿Αθανασίου τοῦ Παρίου.

῾Ο ῞Αγιος ᾿Αθανάσιος ὁ Πάριος ὁ Κολλυβᾶς, ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς μεγάλες ἐξέχουσες μορφές τοῦ μοναστικοῦ φρονήματος τοῦ 18ου αἰῶνος, καθώς καί μία φωτισμένη μορφή τοῦ ῾Ελληνικοῦ γένους. Τό κατά κόσμον ὄνομά του ἦταν ᾿Αθανάσιος Τούλιος καί καταγόταν ἀπό τό νησί τῆς Πάρου. ῾Ο ἴδιος ξεχώρισε σέ μία δύσκολη ἐποχή γιά τό ῾Ελληνικό γένος, γιά τή θεολογική κατάρτισή του, ἀλλά καί γιά τή θύραθεν παιδεία του, ἀφοῦ διετέλεσε διδάσκαλος καί σχολάρχης.

῾Ο ῞Οσιος ἐγεννήθηκε τό 1722 ἤ 1723, στό Κῶστο τῆς Πάρου καί ἔλαβε τό ὄνομα ᾿Αθανάσιος. ῾Ο πατέρας του ὀνομαζόταν ᾿Απόστολος Τούλιος μέ καταγωγή ἀπό τή Σίφνο, ἀλλά ἐκατοίκησε στό Κῶστο, ἀφοῦ ἐνυμφεύθηκε Κωστιανή. ᾿Εκεῖ ἐδιδάχθηκε τά πρῶτα του γράμματα στά ὁποῖα ἔδειξε ἰδιαίτερη κλίση, καί γι αὐτό ὁ πατέρας του τόν ἔστειλε στή Σχολή τῆς Μονῆς ῾Αγίου ᾿Αθανασίου Ναούσης Πάρου. Στή συνέχεια τόν ἀπέστειλε στή Σχολή τοῦ Παναγίου Τάφου στή Σίφνο καί κατόπιν μέ ἔξοδα τῆς Μονῆς ῾Αγίου ᾿Αντωνίου Κεφάλου στή Σχολή τῆς ῎Ανδρου, ἄν καί οἱ βιογράφοι του δέν συμφωνοῦν ὅλοι μέ αὐτό. Τό 1745, σέ λικία 23 ἐτῶν ἀποχαιρετᾶ τούς γονεῖς του καί φθάνει στή Σμύρνη, ὅπου ἐγγράφεται στήν Εὐαγγελική Σχολή. Μιά σχολή ὅπου ἐφοίτησαν ὁ ᾿Αδαμάντιος Κοραῆς καί ὁ Νικόλαος Καλλιβούρτσης, δηλαδή ὁ μετέπειτα στενός του συνεργάτης ῞Αγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, παραμένοντας ἐκεῖ γιά ἕξι ἔτη. ῞Οταν πληροφορήθηκε τή λειτουργία τῆς ᾿Αθωνιάδας Σχολῆς μέ Διευθυντή τόν Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, ἀπό τήν Πάτρα, ἐγγράφεται ἀμέσως (1751), τήν ἐποχή πού ἀναλαμβάνει Διευθυντής ὁ Διάκονος τότε, Εὐγένιος Βούλγαρης. ᾿Από τόν Νεόφυτο ἐκπαιδεύτηκε στά «Γραμματικά» καί στά «Περί Συντάξεως» τοῦ Θεοδώρου Γαζῆ, ἐνῶ ἀπό τόν Εὐγένιο στά φιλοσοφικά μαθήματα καί τίς ὑπόλοιπες ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς. Κατόπιν ἐκπαιδεύεται στή ρητορική καί τήν ποιμαντική, ἐνῶ σταδιακά ἀρχίζει νά ξεχωρίζει γιά τίς ἱκανότητές του. ῾Η διαρκής ἀνέλιξή του τόν καθιστᾶ «δεξί χέρι» τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη καί σέ λικία 35 ἐτῶν, ἀναλαμβάνει τή θέση τοῦ καθηγητοῦ τῆς Σχολῆς.

῾Η φήμη του γιά τίς ἱκανότητές του ἐμαθεύτηκε ἀνάμεσα στήν ὑπόδουλη ὀρθόδοξη κοινότητα, γι αὐτό καί οἱ Θεσσαλονικεῖς τόν ζητοῦν γιά τή Διεύθυνση τῆς Σχολῆς τους. Μέ παρότρυνση ἀλλά καί πίεση τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη δέχεται, ἄν καί ἀρχικά προέβαλε κάποιες ἐνστάσεις. ῎Ετσι διευθύνει τή Σχολή ἐπιτυχῶς γιά τέσσερα χρόνια (1758-1762), ὅταν καί τό 1762 Σχολή κλείνει λόγῳ ἐπιδημίας πανώλης. ῎Ετσι καταφεύγει σέ μία σχολή στήν Κέρκυρα, πού τή διευθύνει ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης. ᾿Εκεῖ τελικά ὁλοκληρώνει τίς σπουδές του καί ὁδηγεῖται στό Μεσολόγγι, μετά ἀπό πρόσκληση τοῦ συμμαθητοῦ του στήν ᾿Αθωνιάδα Παναγιώτη Παλαμᾶ, πού εἶχε ἱδρύσει ἀπό τό 1760 τήν Παλαμιαία Σχολή. Μετά τά ᾿Ορλωφικά (1768-1774), Παλαμιαία Σχολή εὑρίσκεται σέ ἀκμή μέ τόν ᾿Αθανάσιο νά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, ὅμως τότε λαμβάνει τιμητική πρόσκληση ἀπό τό Πατριαρχεῖο ἀναφέροντάς του· «῾Η μεγάλη τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία διά γραμμάτων Συνοδικῶν τόν παρακαλεῖ ν᾿ ἀπέλθει εἰς ῞Αγιον ῎Ορος ὡς διδάσκαλος καί σχολάρχης τῆς ᾿Αθωνιάδος Σχολῆς μετά τόν ἀοίδιμον Εὐγένιον».

῾Ο ἴδιος δέχεται ἄμεσα καί παρεπιδημεῖ στό ῞Αγιον ῎Ορος, ὅπου συναντᾶ τόν ῞Αγιο Μακάριο Νοταρᾶ, ὁ ὁποῖος τόν προτρέπει νά χειροτονηθεῖ. ῾Ο ᾿Αθανάσιος ὑπακούει καί χειροτονεῖται ἀπ᾿ τόν ἴδιο πρεσβύτερος. Τό 1777, πικραμένος ἀπό τόν τρόπο πού ἀντιμετωπίσθηκαν οἱ Κολλυβάδες καί μετά ἀπό κάλεσμα ἐπιστρέφει ὡς Σχολάρχης στή Σχολή τῆς Θεσσαλονίκης. Διευθύνει τή Σχολή γιά 6 ἔτη (1777-1783) ἤ γιά ἄλλους 8 ἔτη (1777-1785). Τό ποίμνιο τῆς Θεσσαλονίκης τόν γνωρίζει πλέον καί ἀπό τοῦ ἄμβωνος ὡς ῾Ιερέα. Τώρα μέ νέα Πατριαρχική ἐπιστολή καλεῖται νά ἀναλάβει τή διεύθυνση τῆς Σχολῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τοῦ ζητοῦν μάλιστα νά καθορίσει μόνος του τό ὕψος τῆς ἀμοιβῆς του. ῾Ο ἴδιος ὅμως θά ἀπαντήσει· «Τάς μέν ἀρχιερατείας τιμῶ καί προσκυνῶ ἀλλ᾿ ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος. ῎Αν ἐκαταλάμβανα ὅτι ἔκαμνα περισσότερον καρπόν εἰς τήν Βασιλεύουσαν πόλιν, ἤθελα ἔλθει αὐτόκλητος. ᾿Επειδή ὅμως, ὡς στοχάζομαι, αὐτοῦ εἶναι κάποια ἐμπόδια, διά τοῦτο, ἄφετέ μέ, παρακαλῶ, ἐδῶ εἰς τά πέριξ νά ὠφελῶ ὅσον δύναμαι τούς ἀδελφούς μου καί τό Γένος μου». Καί τόν ἄφησαν...

῾Η ὁριστική του ἀπόφαση εἶναι ἐπιστροφή στήν πατρίδα του, τήν Πάρο. Καί ἐνῶ τό πλοῖο κατευθύνεται πρός τό νότιο Αἰγαῖο, ξεσπάει ὁ Ρωσοτουρκικός πόλεμος καί τό πλοῖο ἀναγκάζεται νά προσορμισθεῖ στή Χίο (5-6 Νοεμβρίου 1786, 64 ἐτῶν). ᾿Αποσύρεται στό μονύδριο τῆς ῾Αγίας Τριάδας. ᾿Εκεῖ μελετᾶ καί προσεύχεται. Ξεκινᾶ τό Θεολογικό τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καί τή Λογική τοῦ ἀοιδίμου Εὐγένιου Βούλγαρη. ῞Οταν τελειώνει ὁ πόλεμος, δέχεται νά παραμείνει στή Χίο, στά χέρια τῆς βουλήσεως τοῦ Θεοῦ. Τελικά θά παραμείνει ἐκεῖ τρεῖς δεκαετίες. ῾Η «Φιλοσοφική Σχολή», ὅπως τήν ἀποκαλοῦσαν, ἐπί τῶν μερῶν του γνωρίζει τεράστια ἀκμή καί ἀνάλογη φήμη. Τό 1812, 90 ἐτῶν πλέον παραιτεῖται.

῾Ο ῞Αγιος ᾿Αθανάσιος ὁ Πάριος, πρέπει νά ἀναφερθεῖ πώς ἦταν ἕνας ἀπό τούς διωκόμενους Κολλυβάδες μοναχούς (ὅπως ὑποτιμητικά τούς ἀποκαλοῦσαν, λόγῳ τῆς θεολογικῆς διαμάχης γιά τή χρήση τῶν Κολλύβων), οἱ ὁποῖοι μέ ἰσχυρά ἐπιχειρήματα, προσπάθησαν καί τελικά κατάφεραν νά διατηρήσουν, ἀπό τίς νοθεῖες τοῦ Προτεσταντισμοῦ καί τῆς Οὐνίας, τήν ὀρθόδοξη πίστη. Γι᾿ αὐτό τό λόγο ἐδέχθηκε σφοδρό διωγμό στό Πατριαρχεῖο, μαζί μέ τόν ῞Αγιο Νικόδημο τόν ῾Αγιορείτη, τόν ῞Αγιο Μακάριο Νοταρᾶ, τόν Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, τόν ᾿Αγάπιο τόν Κύπριο, τόν ᾿Ιάκωβο τόν Πελοποννήσιο καί τόν Χριστόφορο Προδρομίτη, γιά τόν ἀγώνα τους ὑπέρ τῆς ᾿Ορθοδόξου Θεολογίας. ῾Ο ἴδιος καθαιρεῖται ἀπό ἱερέας καί καταδικάζονται οἱ ὑπόλοιποι. Διώκονται καί ἐξορίζονται ἀπό τό ῞Αγιον ῎Ορος, ἐνῶ ὁ ᾿Αθανάσιος ὁδηγεῖται, ὅπως προαναφέρθηκε, στή Θεσσαλονίκη. ῾Η πίκρα ὅμως τῶν διωγμῶν αὐτῶν ἔγινε τό νερό πού ἐπότισε μέ τούς διασκορπισμένους Κολλυβάδες τό ᾿Ορθόδοξο Γένος σέ μία δύσκολη καί μεταβατική ἱστορική ἐποχή.

Τό 1771 ἐντέλει, Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία διαπίστωσε τίς συκοφαντίες καί τούς ἀθωώνει. Μεταξύ ἄλλων ἀθώωση ἀναφέρει·

«Δύναται πολλάκις καί συρραφεῖσα διαβολή ὑποκλέψαι τήν ἀληθῆ γνῶσιν τῶν πραγμάτων καί μῶμον προσάψαι τοῖς ἀνεγκλήτοις καί ἀναιτίου καταδίκης αἰτία γενέσθαι πρός ἄνδρας ἀθώους καί ἀμετόχους τῶν κατ᾿ αὐτῶν λαληθέντων... ᾿Επειδή τοιγαροῦν καί ὁ κύρ ᾿Αθανάσιος ὁ Πάριος, ἀνήρ ὤν οὐ τῶν εὐκαταφρονήτων, σοφίας τέ μετασχηκώς τῆς θύραθεν καί τῆς καθ᾿ μᾶς καί καλῶς μεμνημένος τά θεῖα... ἀθῶος ὑπάρχει... ἔχων καί τό ἐνεργοῦν τῆς ἱερωσύνης αὐτοῦ ἀκωλύτως...».

Στό τέλος τῆς ζωῆς του ἀποσύρθηκε σέ ἕνα ἀπόμερο μέρος τῆς Χίου, τά Ρεστά, ὅπου ὑπῆρχε μονύδριο τοῦ ῾Αγίου Γεωργίου. ᾿Εκεῖ μαζί του σύχαζε καί ὁ μαθητής καί φίλος του Νικηφόρος καί ὁ ῾Ιεροδιάκονος ᾿Ιωσήφ ἀπό τά Φουρνά τῶν ᾿Αγράφων, ὁ ὁποῖος εἶχε χρηματίσει καί δάσκαλος στή Σχολή. ᾿Εδῶ συγγράφει τό πόνημά του «ἀλεξίκακον πνευματικόν» κατά τῶν τότε «ἐκσυγχρονιστῶν» πού ἀντέλεγαν καί ἐφέρονταν καταφρονητικά σέ ζητήματα τῶν Θείων Γραφῶν. Πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του παθαίνει ἀποπληξία. ῾Ο ἴδιος προετοιμάσθηκε πνευματικά, μετέλαβε καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη μιά μέρα μετά, στίς 24 ᾿Ιουνίου 1813. Στά προπύλαια τοῦ ναοῦ ἔθαψαν τό σεπτό του σκήνωμα, ἐνῶ οἱ συνασκητές στό κελί του βρῆκαν μόνο μιά τριμμένη στολή, ἕνα μελανοδοχεῖο καί ἕνα λυχνάρι. Τά ὀστά του τοποθετήθηκαν στό ὀστεοφυλάκιο τοῦ ναϋδρίου, ἀλλά ἀποτεφρώθηκαν κατά τή μεγάλη πυρκαγιά, τό 1822.

Τό συγγραφικό ἔργο τοῦ ῾Αγίου ᾿Αθανασίου εἶναι πλούσιο καί πολύ σημαντικό. ᾿Αφορᾶ σχεδόν ὅλους τούς τομεῖς τῆς χριστιανικῆς δράσεως (βίοι ῾Αγίων, δογματικά, κοινωνικά, λειτουργικά, παιδαγωγικά, ποιμαντικά) καί ἀξιολογεῖται σήμερα γιά τή βιβλική, κοινωνική καί δογματική του κατάρτιση, ὡς ἕνα ἐξαιρετικό δεῖγμα ὀρθόδοξης ποιμαντικῆς διακονίας307.


† Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, ἀνάμνησις θαύματος τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου τῆς ῾Ωραιοτάτης, ἐν ᾿Ακαρνανίᾳ.

Βλ. † 23 Αὐγούστου.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός,

ἐλέησον μᾶς. ᾿Αμήν.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.