ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

2 Ιανουαρίου


Μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἠμῶν Σιλβέστρου, Πάπα Ρώμης.

῾Ο ῞Αγιος Σίλβεστρος καταγόταν ἀπό τή Ρώμη. ᾿Επειδή μέ τόν πνευματικό του ἀγώνα ἔφθασε στό ἄκρο τῆς ἀρετῆς καί τῆς εὐσέβειας, χειροτονήθηκε ᾿Επίσκοπος τῆς Πρεσβυτέρας (Παλαιᾶς) Ρώμης, ὕστερα ἀπό τό θάνατο τοῦ ᾿Επισκόπου Μιλτιάδου, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθηκε στίς 11 ᾿Ιανουαρίου τοῦ ἔτους 314 μ.Χ.

᾿Εποίμανε ἀξίως τό ποίμνιό του καί μέ τήν ἁγιότητά του ἐλάμπρυνε τόν ἀποστολικό θρόνο του καί ἔκανε πολλά θαύματα. ᾿Επιδόθηκε μέ περισσή φροντίδα στό φιλανθρωπικό ἔργο καί ἀγωνίσθηκε νά μεταμορφώσει κατά Χριστόν τά ἤθη καί τά ἔθιμα τοῦ λαοῦ τῆς Ρώμης. Κατά τήν παράδοση ὁ ῞Αγιος ἐχειραγώγησε πρός τή χριστιανική πίστη τόν αὐτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο καί μέ τό θεῖο Βάπτισμα τοῦ καθάρισε τά πάθη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Μέ τή συμβουλή τοῦ ῾Αγίου Σιλβέστρου ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἀνήγειρε ἑπτά ναούς, γιά νά ἑορτάζονται οἱ ἑορτές τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καί τῶν ῾Αγίων Μαρτύρων. ᾿Απέδειξε ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός καί τό ἔργο του εἶχαν προκηρυχθεῖ ἀπό τό Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ἔλαβε μέρος στήν Α' Οἰκουμενική Σύνοδο. ᾿Επολέμησε δέ ἰδιαίτερα τούς αἱρετικούς Δονατιστές καί ἐμεγάλυνε τήν ᾿Εκκλησία μέ τή διδασκαλία τῶν θείων δογμάτων.

῾Ο ῞Αγιος Σίλβεστρος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη σέ βαθύ γῆρας στίς 31 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 335 μ.Χ.


Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος Βασιλείου, τοῦ ἐξ ᾿Αγκύρας.

῾Ο ῞Αγιος Βασίλειος καταγόταν ἀπό τήν ῎Αγκυρα τῆς Μικρᾶς ᾿Ασίας καί ἔζησε κατά τήν ἐποχή τοῦ δυσσεβοῦς αὐτοκράτορος ᾿Ιουλιανοῦ (360-363 μ.Χ.). ᾿Επειδή ἐλάτρευε μέ ὅλη του τήν ψυχή τόν Χριστό καί ἐκήρυττε στά πλήθη τό Εὐαγγέλιο, συνελήφθη ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως καί ὁδηγήθηκε στόν γεμόνα Σατορνίλο ἤ Σατορνίνο, μπροστά στόν ὁποῖο καί ὁμολόγησε μέ παρρησία τήν πίστη του στόν ᾿Ιησοῦ Χριστό. Τότε οἱ πολέμιοι τῆς πίστεως τόν ἐκρέμασαν καί τοῦ καταξέσχισαν τό σῶμα μέ ἀγριότητα, χρησιμοποιώντας αἰχμηρά ὄργανα. Στή συνέχεια τόν ἅρπαξαν καί τόν μετέφεραν στήν Κωνσταντινούπολη. ᾿Εκεῖ ἀμέσως καί πάλι τόν ἐβασάνισαν. Τοῦ ἐτράβηξαν τά χέρια μέ τόση δύναμη, ὥστε ἐξαρθρώθηκαν οἱ ἁρμοί τους μέχρι καί τούς ὤμους. ᾿Ακολούθως τοῦ ἄνοιγαν μέ μαχαίρι βαθιές πληγές στό σῶμα καί τοῦ ἐτρυποῦσαν τίς σάρκες μέ πυρακτωμένα σίδερα. Καί ὅλα αὐτά τά φρικτά βασανιστήρια τά ὑπέμεινε μέ γενναιότητα καί εἶχε γι᾿ αὐτό πλούσια τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

῎Επειτα τόν ἔριξαν σέ πυρακτωμένο καμίνι. ῞Ομως, ὁ Βασίλειος, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, διαφυλάχθηκε σῶος καί ἀβλαβής μέσα στή φωτιά. Μετά ἀπό αὐτά οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ πῆραν τόν ῞Αγιο καί τόν πῆγαν ἁλυσοδεμένο στήν Καισάρεια, ὅπου ὁ τοπικός ἄρχοντας τόν καταδίκασε σέ θηριομαχία. ῾Ο ῞Αγιος προσευχήθηκε θερμά στόν Θεό καί δέν ἐδείλιασε καθόλου μπροστά στά πεινασμένα ἄγρια θηρία, ἀλλά ἐκράτησε σταθερή τήν πίστη του στόν Χριστό. ῞Ενα λιοντάρι ὅρμησε πάνω του καί τόν κατασπάραξε. ῎Ετσι ὁ ῞Αγιος Βασίλειος ἐτελείωσε τό βίο του καί ἔλαβε τό στέφανο τῆς ἀθλήσεώς του γιά τόν Σωτήρα Χριστό.

Τό τίμιο λείψανό του τό πῆραν εὐλαβεῖς συγγενεῖς του καί πιστοί, τό ἀρωμάτισαν, τό ἐτύλιξαν καί τό ἐνταφίασαν. Στόν τόπο πού κατατέθηκε τό ἱερό λείψανο τοῦ Μάρτυρος Βασιλείου, οἱ Χριστιανοί ἔκτισαν ἀργότερα ναό.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῆς ἁγίας Θεοδότης.

῾Η ῾Αγία Θεοδότη ἦταν μητέρα τῶν ῾Αγίων ᾿Αναργύρων Κοσμᾶ καί Δαμιανοῦ, τῶν ὁποίων τή μνήμη ἑορτάζει ᾿Εκκλησία τήν 1η Νοεμβρίου. Καταγόταν ἀπό τή γῆ τῆς ᾿Ασίας καί ἔμεινε χήρα ἀπό ἄνδρα. ῎Εζησε ἐνάρετα καί θεάρεστα καί μέ τό παράδειγμά της ἐδίδαξε στούς υἱούς της τό δρόμο τῆς ἀρετῆς.

῾Η ῾Οσία Θεοδότη ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Θεαγένους.

῾Ο ῾Ιερομάρτυς Θεαγένης ἦταν ᾿Επίσκοπος στό Πάριο19# τοῦ ῾Ελλησπόντου. Γιά τήν πίστη του στόν Χριστό τόν συνέλαβαν οἱ εἰδωλολάτρες καί τόν ὁδήγησαν στόν τριβοῦνο Ζηλικίνθιο. ῾Ο ῞Αγιος διεκήρυξε ἐνώπιον τοῦ τυράννου ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Μετά ἀπό τή διακήρυξή του αὐτή, οἱ εἰδωλολάτρες ἐκτύπησαν μέ ρόπαλα ἀνηλεῶς τόν ῞Αγιο. ῎Επειτα τόν ἔδεσαν καί ἀκολούθως τόν ἔριξαν στό βυθό τῆς θάλασσας, ὅπου ὁ ῾Ιερομάρτυς ὁλοκλήρωσε τό δρόμο τῆς ἀθλήσεως καί ἔλαβε τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος Σεργίου.

῾Ο ῞Αγιος Μάρτυς Σέργιος ἐμαρτύρησε διά ξίφους στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος Θεοπίστου.

῾Ο ῞Αγιος Μάρτυς Θεόπιστος ἐμαρτύρησε διά λιθοβολισμοῦ.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος ᾿Ισιδώρου.

῾Ο ῞Αγιος ᾿Ισίδωρος ἔζησε κατά τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. καί ἦταν ᾿Επίσκοπος στήν ᾿Αντιόχεια τῆς Συρίας. ῾Υπέστη μαρτυρικό θάνατο ἀπό τούς αἱρετικούς ᾿Αρειανούς20.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἠμῶν Θεοπέμπτου.

῾Ο ῞Οσιος Θεόπεμπτος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἠμῶν Μάρκου τοῦ Κωφοῦ.

῾Ο ῞Οσιος Μᾶρκος ἔζησε ἀσκητικά καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου Σειριόλου τοῦ Δικαίου, τοῦ ἐξ Οὐαλλίας.

῾Ο ῞Αγιος Σειρίολος ἐγεννήθηκε τό ἔτος 490 μ.Χ. στή Βρεττανία καί ἦταν ἀδελφός τῶν βασιλέων Κύνλας τοῦ Ρός καί ᾿Εΐνιον τῆς Λέϋν21. Εἰσῆλθε ἐνωρίς στό μοναχικό βίο καί ἀσκήτευσε σέ ἐρημητήριο στήν περιοχή τῆς δυτικῆς Πενίνσουλα, ὅπου ἵδρυσε καί περίφημη μονή τῆς ὁποίας ἔγινε γούμενος.

῾Ο ῞Οσιος Σειρίολος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη σέ μεγάλη λικία.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἠμῶν Κοσμᾶ Αύ, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Θαυματουργοῦ.

῾Ο ῞Αγιος Κοσμᾶς καταγόταν ἀπό τήν ᾿Αντιόχεια τῆς Συρίας. Προσονομάσθηκε ὅμως ῾Ιεροσολυμίτης, ἐπειδή ἔμεινε ἀρκετό καιρό στά ῾Ιεροσόλυμα ὡς μοναχός. ᾿Από ἐκεῖ ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐμόνασε στή μονή τῆς Χώρας. ῾Ο ῞Αγιος διακρινόταν γιά τήν ἄδολη εὐσέβειά του, τή βαθιά ἀρετή του, τήν εὐθύτητα τοῦ χαρακτῆρος του καί τήν ἁπλότητα τοῦ ἤθους του. ῞Οταν στίς 2 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1075 ἐκοιμήθηκε ὁ Πατριάρχης ᾿Ιωάννης Ηύ, ὁ ἐκ Τραπεζοῦντος, στόν ὁποῖο εἶχε δοθεῖ τό ἐπώνυμο Ξιφιλίνος, αὐτοκρατορική ὑπόδειξη τοῦ Μιχαήλ Δούκα τόν ἔφερε στόν πατριαρχικό θρόνο, ἄν καί εἶχε φθάσει σέ βαθιά γηρατειά.

᾿Επί τῆς πατριαρχίας τοῦ ῾Αγίου Κοσμᾶ ᾿Αρχιεπισκοπή Πατρῶν ἀνυψώθηκε σέ Μητρόπολη μέ τρεῖς ᾿Επισκοπές, Μεθώνης, Λακεδαίμονος καί Σαρσοκορώνης, ὑπό τή δικαιοδοσία της. ῾Ο ἴδιος ἐχειροτόνησε καί ἔστειλε τό ἔτος 1080 Μητροπολίτη Ρωσίας τόν ῞Ελληνα ᾿Ιωάννη, ἐκκλησιαστικό ἄνδρα μεγάλης παιδείας καί πολλῶν ἀρετῶν, ζηλωτή καί φιλόπτωχο.

῾Η πατριαρχία ὅμως δέν ἦταν εὔκολη καί δέν εἶχε θέλγητρα γιά τόν ἁπλοϊκό χαρακτήρα τοῦ ῾Αγίου. Οἱ περιπλοκές τῆς ὅλης διοικήσεως τόν ἐστενοχωροῦσαν, τόν ἐπίκραιναν καί τόν ἐσύγχυζαν, μέχρι πού ὑπέβαλε τήν παραίτησή του ἐπιθυμώντας τή γαλήνη καί τήν συχία. Στίς 8 Μαΐου τοῦ ἔτους 1081, ἀφοῦ ἐλειτούργησε στό ναό τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Θεολόγου, ἔφυγε καί ἀποσύρθηκε στή μονή τοῦ Καλλίου. Μάταια τόν παρακαλοῦσαν νά ἐπιστρέψει. Αὐτός ἔμεινε ἀμετάπειστος καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη στή μονή ἐκείνη. ῾Η σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στή σεβάσμια μονή τῆς Χώρας.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἠμῶν Σιλβέστρου, τοῦ ἐκ Ρωσίας.

῾Ο ῞Οσιος Σίλβεστρος ἀσκήτεψε στή Λαύρα τοῦ Κιέβου κατά τό 12ο αἰώνα. Διετέλεσε γούμενος στή μονή Βιντουπίσκυ τοῦ Κιέβου καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῆς ὁσίας ᾿Ιουλιανῆς τῆς Δικαίας, τῆς ἐκ Ρωσίας.

῾Η ῾Αγία ᾿Ιουλιανή ἐγεννήθηκε τό ἔτος 1530 στή Μόσχα ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί φιλάνθρωπους, τόν ᾿Ιουστίνο καί τή Στεφανία Νεντιγιοῦρεφ. ῾Ο πατέρας της ἐργαζόταν ὡς οἰκονόμος στήν αὐλή τοῦ τσάρου ᾿Ιβάν Δύ Βασίλιεβιτς, τοῦ γνωστοῦ ὡς «Τρομεροῦ». Παρά τό γεγονός αὐτό ὅλη οἰκογένεια ζοῦσε πτωχά ἀλλά χριστιανικά καί εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἐπλημμύριζε τήν καρδιά τῶν μελῶν της.

῾Η ῾Αγία ὀρφάνεψε σέ μικρή λικία καί ἀφιέρωσε τή ζωή της στή φροντίδα τῶν ἀσθενῶν καί τῶν πτωχῶν. ῾Ο βίος καί ὁ χαρακτήρας της δέν ἄφησαν ἀδιάφορο τόν πλούσιο κάτοικο τοῦ χωριοῦ Μοῦρομ τῆς περιοχῆς τοῦ Λαζάρεβο Γεώργιο ᾿Οσορίν, τόν ὁποῖο ἐνυμφεύθηκε σέ νεαρή λικία. ᾿Από τό γάμο της ἀπέκτησε ἕξι υἱούς καί μία θυγατέρα. Μετά τό θάνατο τῶν δύο υἱῶν της ἀπεφάσισε νά ἐγκαταλείψει τά ἐγκόσμια καί νά γίνει μοναχή. ῞Ομως ὁ σύζυγός της, πού ἔλειπε συχνά καί πολύ χρόνο ἀκολουθώντας τό στρατό τοῦ τσάρου στό ᾿Αστραχάν καί σέ ἄλλα μέρη, τήν παρεκάλεσε νά μείνει κοντά στήν οἰκογένειά της. ᾿Εκείνη τό ἐδέχθηκε, ἀλλά ζοῦσε ὡς μοναχή μέσα στόν κόσμο. ῞Οπως γράφει καί ὁ υἱός της Καλλίστρατος, πού ἔγραψε τό βίο της, ῾Αγία εἶχε ἀφιερώσει τόν ἑαυτό της ὁλοκληρωτικά στό Θεό καί τή διακονία τῶν ἀνθρώπων. ᾿Ελάχιστα ἐκοιμόταν καί ἀγρυπνοῦσε προσευχόμενη. ῞Οταν ὁ σύζυγός της ἀπέθανε, ἐκείνη πλέον ζοῦσε γιά νά προσεύχεται καί νά διακονεῖ. Λίγο πρίν παραδώσει τή δίκαιη ψυχή της στόν Κύριο, τό ἔτος 1604, ἐκοινώνησε τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων ἀπό τόν πνευματικό της, ἱερέα ᾿Αθανάσιο, ἐκάλεσε τά παιδιά της καί τούς ἔδωσε τήν εὐχή της. Οἱ τελευταῖες λέξεις πού ψέλλισε, πρίν κλείσει τά μάτια της, ἦταν· «Δόξα στόν Θεό γιά ὅλα. Σέ Σένα, Κύριε, παραδίδω τό πνεῦμα μου»#22.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Γεωργίου ἤ Ζώρζη τοῦ Γκιουρτζῆ.

῾Ο ῞Αγιος Γεώργιος καταγόταν ἀπό τήν ᾿Ιβηρία. Σέ νεαρά λικία ἀγοράσθηκε ἀπό κάποιο Τοῦρκο ὡς σκλάβος καί περιετμήθηκε, λαβών τό ὄνομα Σαλῆς23#. Μετά τό θάνατο τοῦ Τούρκου παρέμεινε στή Μυτιλήνη ζώντας εἰρηνικά καί ἐργαζόμενος. Μιά μέρα, ὅταν τά χρόνια εἶχαν περάσει, σέ λικία 70 ἐτῶν, ὁ Γεώργιος παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ἀπορρίπτει μπροστά του τό σαρίκι πού ἐφοροῦσε στήν κεφαλή καί ὁμολογεῖ τόν Χριστό. Παρά τίς κολακεῖες καί τούς φοβερισμούς, ὁ Μάρτυς παρέμεινε ἀμετάθετος ἐπικαλούμενος τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. ᾿Αμέσως τόν συνέλαβαν καί ἄρχισαν νά τόν κτυποῦν μέ μαχαίρια καί ξύλα. Στό τέλος, τόν ὁδήγησαν σέ ἕνα τόπο ὀνομαζόμενο Παρμά-καπού, ὅπου καί ὑπέστη τόν δι ἀγχόνης θάνατο τό ἔτος 1770.


Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἠμῶν Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ.

῾Ο ῞Οσιος Σεραφείμ ἐγεννήθηκε στό Κούρσκ τῆς Ρωσίας στίς 19 ᾿Ιουλίου 1759 καί ὀνομάσθηκε Πρόχορος. Οἱ γονεῖς του, ᾿Ισίδωρος καί ᾿Αγάθη Μοσνίν, ἦσαν εὐκατάστατοι ἔμποροι. ῾Ο πατέρας του εἶχε ἐργοστάσια πλινθοποιΐας καί παράλληλα ἀνελάμβανε τήν ἀνέγερση πέτρινων οἰκοδομημάτων, ναῶν καί σπιτιῶν. Κάποτε ἄρχισε νά κτίζει στό Κούρσκ ἕνα ναό πρός τιμήν τοῦ ῾Οσίου Σεργίου τοῦ Ραντονέζ, τοῦ Θαυματουργοῦ, ἀλλά ξαφνικά, τό 1762, πεθαίνει, ἀφήνοντας στή σύζυγό του τή μέριμνα γιά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ναοῦ. ῾Ο Πρόχορος ἐκληρονόμησε τίς ἀρετές τῶν γονέων του καί ἰδίως τήν εὐσέβειά τους. Σέ λικία δέκα ἐτῶν ἄρχισε νά μαθαίνει μέ ζῆλο τά ἱερά γράμματα, ἀλλά ἀρρώστησε ξαφνικά βαριά χωρίς ἐλπίδα ἀναρρώσεως. Στήν κρισιμότερη καμπή τῆς ἀσθένειας εἶδε στόν ὕπνο του τήν Παναγία, ὁποία ὑποσχέθηκε ὅτι θά τόν ἐπισκεφθεῖ καί θά τόν θεραπεύσει. Πράγματι, ἔτυχε μιά μέρα νά γίνεται λιτανεία καί νά περνᾶ ἔξω ἀπό τήν οἰκία τοῦ μικροῦ ἄρρωστου παιδιοῦ θαυματουργή εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Τή στιγμή ἐκείνη ἔπιασε δυνατή βροχή. ῾Η λιτανεία σταμάτησε καί εἰκόνα μεταφέρθηκε στήν αὐλή τῆς οἰκίας τοῦ Πρόχορου, μέχρι νά περάσει μπόρα. Τότε μητέρα του ᾿Αγάθη κατέβασε τό ἄρρωστο παιδί της καί τό πέρασε κάτω ἀπό τήν εἰκόνα. ᾿Από τήν μέρα ἐκείνη ὑγεία του βελτιώθηκε, μέχρι πού ἀποκαταστάθηκε τελείως.

Νέος ἀκόμη ἐγκαταλείπει τό πατρικό του σπίτι, στήν πόλη Κούρσκ, καί ἔρχεται νά μονάσει στή μονή τοῦ Σάρωφ. ῾Η δοκιμασία του προκειμένου νά γίνει μοναχός διαρκεῖ ὀκτώ χρόνια. Στίς 13 Αὐγούστου 1786 κείρεται μοναχός μέ τό ὄνομα Σεραφείμ. Σέ δύο μῆνες χειροτονεῖται διάκονος. Περιφρουρούμενος μέ τό ταπεινό φρόνημα ὁ διάκονος Σεραφείμ ἀνέρχεται στήν πνευματική ζωή «ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν». ῾Ως διάκονος παραμένει ὅλη τήν μέρα στό μοναστήρι, διακονεῖ στίς ᾿Ακολουθίες, τηρεῖ μέ ἀκρίβεια τούς μοναστηριακούς κανονισμούς καί ἐκτελεῖ τά διακονήματά του. Τό βράδυ ὅμως ἀπομακρύνεται στό δάσος, στό ἐρημικό του κελλί, ὅπου διέρχεται τίς νυχτερινές ὧρες μέ προσευχή, καί πολύ πρωΐ ἐπιστρέφει πάλι στό μοναστήρι.

Στίς 2 Σεπτεμβρίου 1793 χειροτονεῖται ἱερεύς καί ἀποδύεται μέ μεγαλύτερο ζῆλο καί ἀγάπη στόν πνευματικό ἀγώνα. Τώρα πλέον δέν τόν ἱκανοποιεῖ ὁ βαρύς γιά τούς ἄλλους μόχθος τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς, δηλαδή κοινή προσευχή, νηστεία, ὑπακοή, ἀκτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει δίψα γιά πιό ὑψηλές πνευματικές ἀσκήσεις. ᾿Εγκαταλείπει λοιπόν, μέ τήν εὐλογία τοῦ γουμένου, τή μονή καί ἀποσύρεται μέσα στό πυκνό δάσος τοῦ Σάρωφ. Περνᾶ ἐκεῖ δεκαπέντε χρόνια σέ τέλεια ἀπομόνωση, μέ αὐστηρή νηστεία, ἀδιάλειπτη προσευχή, μελέτη τοῦ θείου λόγου καί σωματικούς κόπους. Γιά χίλιες μέρες καί χίλιες νύχτες μιμεῖται τούς παλαιούς στυλίτες τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Ανεβασμένος σέ μιά πέτρα καί μέ τά χέρια ὑψωμένα στόν οὐρανό προσεύχεται· «῾Ο Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».

Τελειώνοντας τήν ἀναχωρητική ζωή ἐπανέρχεται στή μονή τοῦ Σάρωφ καί κλείνεται σάν σέ μνῆμα στήν ἀπομόνωση γιά ἄλλα δεκαπέντε χρόνια. Γιά τά πρῶτα πέντε βάζει τόν ἑαυτό του στόν κανόνα τῆς σιωπῆς. Μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή φωτίζεται ὁλόκληρος ἀπό τή θεία χάρη καί ἀξιώνεται νά ζήσει πνευματικές ἀναβάσεις καί νά δεῖ θεϊκά ὁράματα.

Μετά τόν ἐγκλεισμό, ὥριμος πλέον στήν πνευματική ζωή καί γέροντας στήν λικία, ἀφιερώνεται στή διακονία τοῦ πλησίον, τοῦ ἐλάχιστου ἀδελφοῦ. Μέ τήν αὐστηρή ἀσκητική ζωή του καί τή φωτεινή μορφή του εἶχε προσελκύσει γύρω του πλῆθος Χριστιανῶν, πού τόν ἀγαποῦσαν καί πίστευαν ἀκράδαντα στή θαυματουργική δύναμη τῶν ἁγίων του προσευχῶν. Πλούσιοι καί πτωχοί, διάσημοι καί ἄσημοι συνέρρεαν καθημερινά στό κελλί του, γιά νά λάβουν τήν εὐλογία του καί τήν πνευματική καθοδήγηση γιά τή ζωή τους. Τούς δεχόταν ὅλους μέ ἀγάπη καί ὅταν ἔβλεπε τά πρόσωπά τους ἀναφωνοῦσε· «Χαρά μου!». ᾿Εξομολογοῦσε πολλούς, ἐθεράπευε ἀσθενεῖς, ἐνῶ σέ ἄλλους ἔδιδε νά ἀσπασθοῦν τό σταυρό πού εἶχε κρεμασμένο στό στῆθος του ἤ τήν εἰκόνα πού εἶχε στό τραπέζι τοῦ κελλιοῦ του. Σέ πολλούς προσέφερε ὡς εὐλογία ἀντίδωρο, ἁγίασμα ἤ παξιμάδια, ἄλλους τούς σταύρωνε στό μέτωπο μέ λάδι ἀπό τό καντήλι, ἐνῶ μερικούς τούς ἀγκάλιαζε καί τούς ἀσπαζόταν λέγοντας· «Χριστός ἀνέστη!».

Τήν 1η ᾿Ιανουαρίου 1833, μέρα Κυριακή, ὁ ῞Οσιος ἦλθε γιά τελευταία φορά στό ναό τοῦ νοσοκομείου τῶν ῾Αγίων Ζωσιμᾶ καί Σαββατίου. ῎Αναψε κερί σέ ὅλες τίς εἰκόνες καί τίς ἀσπάσθηκε. Μετέλαβε τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων καί μετά τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας ἐζήτησε συγχώρεση ἀπό ὅλους τούς ἀδελφούς, τούς εὐλόγησε, τούς ἀσπάσθηκε καί παρηγορητικά τούς εἶπε· «Σώζεσθε, μήν ἀκηδιᾶτε, ἀγρυπνεῖτε καί προσεύχεσθε. Στέφανοι μᾶς ἑτοιμάζονται».

῾Ο μοναχός Παῦλος ἐπρόσεξε ὅτι ὁ ῞Οσιος ἐκείνη τήν μέρα πῆγε τρεῖς φορές στόν τόπο πού εἶχε ὑποδείξει γιά τόν ἐνταφιασμό του. Καθόταν ἐκεῖ καί κοίταζε ἀρκετή ὥρα στή γῆ. Τό βράδυ τόν ἄκουσε νά ψάλλει στό κελλί του πασχαλινούς ὕμνους· «᾿Ανάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι..», «Φωτίζου, φωτίζου νέα ῾Ιερουσαλήμ...», «῎Ω Πάσχα τό μέγα καί ἱερώτατον, Χριστέ...».

῾Ο ῞Οσιος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη στίς 2 ᾿Ιανουαρίου 1833. Οἱ μοναχοί τόν εἶδαν μέ τό λευκό ζωστικό, γονατιστό σέ στάση προσευχῆς μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἀσκεπή, μέ τό χάλκινο σταυρό στό λαιμό καί μέ τά χέρια στό στῆθος σέ σχῆμα σταυροῦ. ᾿Ενόμιζαν ὅτι τόν εἶχε πάρει ὁ ὕπνος.

Τά ἱερά λείψανά του ἐξαφανίσθηκαν κατά τήν περίοδο τῆς ᾿Οκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως καί ξαναβρέθηκαν, τό 1990, στήν ῾Αγία Πετρούπολη. Τό 1991 ἐπέστρεψαν στή μονή Ντιβέγιεβο.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός,

ἐλέησον μᾶς. ᾿Αμήν.

 

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.