ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

10 Απριλίου


†Μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων ᾿Αφρικανοῦ, Θεοδώρου, Μαξίμου, Πομπηΐου, Τερεντίου καί ἑτέρων τριάκοντα ἐννέα Μαρτύρων.

Οἱ ῞Αγιοι Μάρτυρες ᾿Αφρικανός, Θεόδωρος, Μάξιμος, Πομπήιος καί Τερέντιος ἐμαρτύρησαν τό ἔτος 250 μ.Χ., ἐπί αὐτοκράτορος Δεκίου (249-251 μ.Χ.) καί γεμόνος Φουρτουνιανοῦ, στήν Καρθαγένη τῆς ᾿Αφρικῆς μαζί μέ ἄλλους τριάντα ἐννέα Χριστιανούς, τῶν ὁποίων τά ὀνόματα εἶναι· ᾿Ανάξαρχος, ᾿Αναξιμένης, ᾿Αριστείδης, Δημάρατος, Δημοκλῆς, Δημοσθένης, Διονύσιος, ᾿Επαμεινώνδας, ᾿Ετεοκλῆς, Ζήνων, ᾿Ηλίας, ῾Ηρακλῆς, ῾Ησαΐας, ῾Ηφαιστίων, Θεμιστοκλῆς, Θεόφραστος, Θησεύς, Θωμᾶς, ᾿Ισοκράτης, Λουκᾶς, Μακάριος, Μιλτιάδης, Μνήσαρχος, Ξενοφῶν, ῞Ομηρος, Παρμενίων, Πελοπίδας, Περικλῆς, Πίνδαρος, Πολύβιος, Πολύνικος, Προμηθεύς, Σοφοκλῆς, Σωκράτης, Τιμό-θεος, Τίτος, Φιλοποίμην, Φωκίων καί Χρόνιος.

Οἱ ῞Αγιοι συνελήφθησαν, ἐπειδή ἦσαν Χριστιανοί, καί ἐδοκιμάσθησαν μέ πολλά βασανιστήρια. Πρῶτα τούς ἐχτύπησαν ὑπερβολικά, μέχρις ὅτου ἐφάνηκαν τά σπλάχνα τους· στή συνέχεια μέ πυρωμένα καρφιά τούς ἐτρύπησαν τά ἰσχία καί ἐπάνω σέ αὐτά ἔριξαν ξίδι καί ἁλάτι. ᾿Αφοῦ ὅμως προσευχήθηκαν, κατέστρεψαν τά ξόανα, τούς βωμούς καί τούς ναούς τῶν εἰδωλολατρῶν. Στό τέλος, μετά τίς φρικτές βασάνους, ἀποκεφαλίσθηκαν.

῾Η ᾿Εκκλησία τιμᾶ τή μνήμη τους καί στίς 28 ᾿Οκτωβρίου.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῆς ἁγίας ῎Ολδας, τῆς προφήτιδος.

῾Η ῾Αγία ῎Ολδα ἤ ᾿Ολδά Προφήτιδα, μητέρα τοῦ Σελήμ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεκουέ, τοῦ υἱοῦ τοῦ ᾿Αράας, ἀναφέρεται στό βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Δύ τῶν Βασιλειῶν. ῾Η ῾Αγία κατοικοῦσε στήν ῾Ιερουσαλήμ κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλέως ᾿Ιωσία, πρός τούς ἀπεσταλμένους τοῦ ὁποίου ἀπήντησε ὡς ἑξῆς· «Αὐτά λέγει ὁ Κύριος ὁ Θεός τοῦ ᾿Ισραήλ· Εἴπατε πρός τόν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος σᾶς ἀπέστειλε πρός ἐμέ. Αὐτά λέγει ὁ Κύριος· ᾿Ιδού, ἐγώ θά ἐπιφέρω μεγάλη καταστροφή στόν τόπο τοῦτο καί στούς κατοικοῦντες σέ αὐτόν, ἐφαρμόζων σέ αὐτούς ὅλες τίς τιμωρίες τοῦ βιβλίου τούτου, τίς ὁποῖες ἐδιάβασε ὁ βασιλεύς τοῦ βασιλείου τοῦ ᾿Ισραήλ. Καί τοῦτο θά γίνει διότι οἱ ᾿Ισραηλίτες μέ ἐγκατέλειπαν προσφέροντες θυμίαμα σέ ξένους θεούς, μέ ἀποτέλεσμα νά μέ ἀναγκάσουν νά ὀργισθῶ γιά τά ἔργα αὐτά τῶν χειρῶν τους καί νά ἀνάψει ὁ θυμός μου ἐναντίον τοῦ τόπου τούτου καί νά μή σβεσθεῖ»55.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῶν ἁγίων ἱερομαρτύρων ᾿Ιακώβου πρεσβυτέρου καί ᾿Αζᾶ (ἤ ῎Αζα) διακόνου.

Οἱ ῞Αγιοι ῾Ιερομάρτυρες ᾿Ιάκωβος καί ᾿Αζᾶς ἐμαρτύρησαν κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν Σαβωρίου στήν Περσία. ῾Ο μέν ῞Αγιος ᾿Ιάκωβος ἦταν πρεσβύτερος ἀπό τήν πόλη Φαργαθᾶ, ὁ δέ ῞Αγιος ᾿Αζᾶ ἦταν διάκονος ἀπό τήν πόλη Βηθνηρῆ. Συνελήφθησαν καί οἱ δύο ὡς Χριστιανοί καί ὁδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ ἀρχιμάγου ᾿Αρχωγαϊχάρ. ᾿Εκεῖνος ἀφοῦ τούς συνέλαβε τούς ἔριξε στή φυλακή καί τούς ἐτιμώρησε μέ πείνα γιά πολλές μέρες. Στή συνέχεια τούς ἐκρέμασε γυμνούς, ἐπειδή δέν ἐθυσίαζαν στόν ἥλιο καί τή φωτιά, καί τούς ἀποκεφάλισε. ῎Ετσι ἄθλησαν οἱ δύο ῾Ιερομάρτυρες καί εἰσῆλθαν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἠμῶν Μιλτιάδου ἤ Μελχιάδου, πάπα Ρώμης.

῾Ο ῞Αγιος Μιλτιάδης ἤ Μελχιάδης ἦταν Πάπας Ρώμης (311-314 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπό τήν ᾿Αφρική καί εἶναι γνωστός ὡς Μελχιάδης ὁ ᾿Αφρικανός. ῾Υπ αὐτοῦ συνεκλήθη τό ἔτος 313 μ.Χ. Σύνοδος στό Λατερανό τῆς Ρώμης, ὁποία κατεδίκασε τόν Δονάτο καί ἀθώωσε τόν ᾿Επίσκοπο Καρχηδόνος Καικιλιανό. ᾿Επί τῆς ἐποχῆς του ἐξεδόθησαν τά περί ἀνεξιθρησκείας ἔδικτα (διατάγματα) τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων Γαλερίου, Κωνσταντίνου καί Λικινίου. ῾Ο ῞Αγιος Μιλτιάδης ἤ Μελχιάδης ἐμαρτύρησε, κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο, ἐπί αὐτοκράτορος Μαξιμίνου (307-313 μ.Χ.) καί ἐνταφιάσθηκε στήν ᾿Αππία ὁδό, κοντά στή νεκρόπολη τοῦ ῾Αγίου Καλλίστου.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων τῶν ἐν Καμπτακούιᾳ τῆς Γεωργίας μαρτυρησάντων.

Οἱ ῞Αγιοι αὐτοί Μάρτυρες ἐμαρτύρησαν στή Γεωργία σέ μιά ἀπό τίς ἐξολοθρευτικές ἐπιδρομές τῆς Μογγολικῆς ὀρδῆς, τῆς ὁποίας γεῖτο ὁ Ταμερλάνος, τό ἔτος 1386, στό μοναστήρι τοῦ Καμπτακούια56. Διεισδύοντας ὁ στρατός τοῦ Ταμερλάνου στήν πόλη Κάρτλη (κεντρική περιοχή τῆς Γεωργίας) ἐλεηλάτησε ὅλη τή χώρα καί κατέστρεψε τό μοναστήρι τοῦ Καμπτακούια. Οἱ κάτοικοι τῶν γειτονικῶν χωριῶν εἶχαν κρυφτεῖ μέσα στό μοναστήρι.

Μετά τή λεηλασία τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ πολέμαρχος Ταμερλάνος συγκέντρωσε ὅλους τούς μοναχούς μαζί καί, ἐπιθυμώντας νά τούς ταπεινώσει καί νά τούς ἐξευτελίσει, τούς ἀνάγκασε νά τραγουδήσουν καί νά χορέψουν. Καί οἱ μοναχοί ἐφώναζαν κλαίγοντας· «Συμφορά μας, συμφορά μας».

Οἱ στρατιῶτες τοῦ Ταμερλάνου τούς ὁδήγησαν στόν καθεδρικό ναό τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου, πού ἦταν γεμάτος ἀπό αἰχμάλωτους Χριστιανούς. Συσσώρευσαν καυσόξυλα γύρω ἀπό τήν ἐκκλησία καί ἔβαλαν φωτιά. ῎Ετσι οἱ ῞Αγιοι ῾Ομολογητές ἐμαρτύρησαν καί ἔλαβαν ἀπό τόν Κύριο τῆς δόξας τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῶν ἁγίων ὁσιομαρτύρων τῶν μαρτυρησάντων ἐν τῆ μονῇ Νταού τῆς Πεντέλης.

Οἱ ῞Αγιοι ῾Οσιομάρτυρες τῆς μονῆς Νταού Πεντέλης ἐμαρτύρησαν περί τά τέλη τοῦ 17ου αἰῶνος μ.Χ., κατά τήν ἐποχή πού ᾿Αλγερινοί πειρατές ἐλεηλατοῦσαν τά παράλια μέρη. Κάποιος ἀπό τούς ὑπηρέτες τῆς μονῆς, ὁ ὁποῖος ἐμισοῦσε τούς μοναχούς, συνεννοήθηκε μέ τούς πειρατές καί τούς ἔβαλε στή μονή τήν ὥρα πού οἱ Πατέρες ἑόρταζαν τήν ᾿Ανάσταση. Οἱ πειρατές κατέσφαξαν τούς Πατέρες, ἐλεηλάτησαν τή μονή καί ἔφυγαν. ᾿Εσώθηκε μόνο ἕνας ἱερέας τῆς μονῆς μέ τόν ὑποτακτικό του, πού εἶχε μεταβεῖ στό μετόχι Γεροτσακούλι, γιά νά τελέσει ἐκεῖ τήν ᾿Ακολουθία τῆς ᾿Αναστάσεως. ῞Οταν ἐπέστρεψε, εὑρῆκε τή μονή κατεστραμμένη καί σφαγμένους ὅλους τούς Πατέρες. ῾Ο ἱερέας ἀφοῦ περισυνέλεξε τά τίμια λείψανα, τά ἐνταφίασε μέ εὐλάβεια καί τιμή.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Δημητρίου ἤ Δήμου, τοῦ ἁλιέως, τοῦ ἐν Σμύρνῃ μαρτυρήσαντος.

῾Ο ῞Αγιος Νεομάρτυς Δημήτριος ἤ Δῆμος καταγόταν ἀπό τό χωριό ᾿Οζοῦν Κιοπροῦ (Μακρά Γέφυρα) τῆς ἐπαρχίας ᾿Ανδριανουπόλεως. ῏Ηταν ψαράς καί ἐργαζόταν σέ ἰχθυοτροφεῖο τῆς Σμύρνης. Κάποια μέρα ἦλθε σέ προστριβή μέ τόν Τοῦρκο ἰδιοκτήτη τοῦ ἰχθυοτροφείου, ὁ ὁποῖος τόν ἐσυκοφάντησε ὅτι ὁρκίσθηκε νά γίνει Τοῦρκος. ῎Ετσι τόν προσήγαγαν στόν κριτή ἀνάμεσα σέ ψευδομάρτυρες. ῾Ο ῞Αγιος ὅμως ἔμεινε σταθερός στήν πίστη του. Γι᾿ αὐτό τόν ἐχτύπησαν ἀνηλεῶς καί τόν ἔριξαν στή φυλακή, ὅπου τόν ἐβασάνισαν μέ ξύλα, πλίνθους καί ἄλλα βασανιστικά μέσα. Τόν ἔβγαλαν ἀπό τή φυλακή τρεῖς φορές μήπως καί ἀλλάξει στάση, συνέχεια ὅμως ὁ ῞Αγιος ὁμολογοῦσε τόν Χριστό. ῾Η καταδίκη ἦταν ἀναπόφευκτη. ῾Ο κριτής ἔδωσε ἐντολή νά τόν ἀποκεφαλίσουν στή Σμύρνη τό ἔτος 1763. Τό ἱερό λείψανο τοῦ ῾Αγίου ἐνταφιάσθηκε μέ τιμή καί εὐλάβεια στό ναό τοῦ ῾Αγίου Γεωργίου τῆς Σμύρνης καί ὁ τάφος του ἔγινε προσκύνημα τῶν πιστῶν, παρέχοντας σέ αὐτούς πολλά ἰάματα.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἠμῶν Γρηγορίου Ε', πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος, κατά κόσμον Γεώργιος ᾿Αγγελόπουλος, ἐγεννήθηκε στή Δημητσάνα τό ἔτος 1745, ἀπό εὐσεβεῖς καί ἐνάρετους γονεῖς, τόν ᾿Ιωάννη καί τήν ᾿Ασημίνα. Τό 1767 μετέβη στή Σμύρνη, κοντά στό θεῖο του ἐκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στήν Εὐαγγελική σχολή. Στή συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στήν Πάτμο ἀπό τόν Δανιήλ τόν Κεραμέα. Μετά τίς σπουδές του ἦλθε στήν αὐτοκρατορική μονή τῆς Μεταμορφώσεως τῶν Στροφάδων νήσων, ὅπου ἐκάρη μοναχός λαμβάνοντας τό ὄνομα Γρηγόριος. ᾿Από ἐκεῖ τόν ἐκάλεσε ὁ Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος καί τόν ἐχειροτόνησε ἀρχιδιάκονό του. ῞Οταν ἀργότερα ἐχειροτονήθηκε πρεσβύτερος, ἐπέστρεψε στή Δημητσάνα καί ἔδωσε 1.500 γρόσια γιά τή στέγαση τῶν ἀπόρων φοιτητῶν.

῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος ἐμυήθηκε στή Φιλική ῾Εταιρεία ἀπό τόν ᾿Ιωάννη Φαρμάκη περί τά μέσα τοῦ ἔτους 1818 στό ῞Αγιον ῎Ορος. «῎Εδειξεν εὐθύς ζωηρώτατον ἐνθουσιασμόν ὑπέρ τοῦ πνεύματος αὐτῆς» καί «ηὐχήθη ἀπό καρδίας», γιά τήν ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ της.

Στίς 19 Αὐγούστου 1785 ἐκλέγεται Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί παραμένει στόν πατριαρχικό θρόνο μέχρι τό Δεκέμβριο τοῦ 1798. Κατά τό ἔτος αὐτό καθαιρεῖται ἀπό τήν Πύλη, διότι ἐθεωρήθηκε ἀνίκανος νά διατηρήσει τήν ὑποταγή τῶν Χριστιανικῶν λαῶν κάτω ἀπό τόν Τουρκικό ζυγό, καί ἐξορίζεται στό ῞Αγιον ῎Ορος. Τό 1818 ἐκλήθηκε γιά τρίτη φορά στόν Οἰκουμενικό θρόνο, στόν ὁποῖο καί παρέμεινε μέχρι τήν μέρα τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου.

῾Ο Κωνσταντίνος Κούμας ἀναφέρει ὅτι ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος δέν ἦταν μόνο «σεμνός τό ἦθος, λιτός τήν δίαιταν, ταπεινός τήν στολήν, ζηλωτής τῆς πίστεως, δραστηριότατος εἰς ὅλα τά ἔργα του», ἀλλά ἦταν καί «ἄκαμπτος εἰς τάς ἰδέας του καί δέν τόν ἔμελε διά κανέν ἐναντίον, ὅταν ἀπεφάσιζε τίποτε». Καί ὁ Γρηγόριος ἀπεφάσισε. ῎Εταξε ὡς σκοπό στή ζωή του νά ὑπηρετήσει πιστά τό δοῦλο Γένος καί νά βοηθήσει μέ ὅλες τίς δυνάμεις του καί μέ τή ζωή του στήν ἀπελευθέρωση ἀπό τόν Τουρκικό ζυγό. Γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ του ἐχρησιμοποιοῦσε ὅλη του τή διπλωματική δεξιοτεχνία.

Στήν προσπάθειά του ὁ ᾿Εθνομάρτυρας νά διασώσει τόν ῾Ελληνικό πληθυσμό ἀπό τή σφαγή καί συγχρόνως νά παραπλανήσει τό Σουλτάνο καί νά δώσει τήν εὐκαιρία στούς ἀγωνιστές νά ἐργάζονται ἀνενόχλητοι, ἀναγκάσθηκε νά ἀφορίσει τούς ἐπαναστάτες.

Συντριπτική ἀπάντηση στούς κατηγόρους τοῦ Γρηγορίου θά δώσει ὁ ᾿Αλέξανδρος ῾Υψηλάντης μέ τίς ὁδηγίες πού ἔστειλε ἀπό τό Κισνόβιο τῆς Βεσσαραβίας στούς ἀρχηγούς τῆς Πελοποννήσου· «῾Ο μέν Πατριάρχης βιαζόμενος παρά τῆς Πόρτας σᾶς στέλλει ἀφοριστικό καί ἐξάρχους, παρακινώντας σας νά ἑνωθῆτε μέ τήν Πόρταν. ᾿Εσεῖς ὅμως νά θεωρῆτε ταῦτα ὡς ἄκυρα καθόσον γίνονται μέ βίαν καί δυναστείαν καί ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου»57. «῎Ας μή λησμονήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις καθ᾿ ἅς ἀπαιτοῦνται θυσίαι μεγαλύτεραι καί αὐτῆς τῆς θυσίας τῆς ζωῆς καί ὅτι ἐνίοτε μαρτυρική ζωή εἶναι πικρότερον ἀλλά πλέον ἐπιβεβλημένον καθῆκον καί αὐτοῦ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Καί αὐτήν τήν ὑπερτάτην θυσίαν προσέφερεν ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης, ὅστις συνησθάνθη συναίσθημα πικρότερον καί αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ὅταν θυσιάζων πάντα ἐγωϊσμόν καί ἀποβλέπων εἰς τό ἀληθινόν συμφέρον, ἠναγκάσθη νά θέσῃ τήν ὑπογραφήν τοῦ κάτωθι ἐγγράφου καταδικάζοντας τό κίνημα, ὑπέρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ὁλοψύχως ηὔχετο καί εἰργάζετο. ῾Υπογράφων, ἀπεμάκρυνε τάς ὑπονοίας τῆς Πύλης περί συμμετοχῆς εἰς τό κίνημα ἐπισήμων κύκλων· μή ὑπογράφων, θά ἐπεβεβαίου τάς ὑπονοίας, ὅτε δεινή ἐπιπίπτουσα τιμωρία τοῦ τυράννου κατά τῶν βυσσοδομούντων, θά ἐνέκρου τό κίνημα πρίν ἤ ἐκραγῇ. ῎Αλλως ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης μετά θαυμαστῆς ἐγκαρτερήσεως ὑπέστη τό μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη τό μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη ὥρα, καίτοι ἠδύνατο νά σωθῇ διά τῆς φυγῆς»58.

Εἶναι χαρακτηριστική ἐπιστολή πού ἔστειλε ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος στίς 26 Δεκεμβρίου 1820 στόν ᾿Επίσκοπο Σαλώνων ῾Ησαΐα, καί πολύτιμη ἀπό ἱστορική ἄποψη, γιατί ἀποδεικνύει πώς ὁ ᾿Εθνομάρτυς παρακολουθοῦσε ὅλα ὅσα συνέβαιναν στήν ῾Ελλάδα, σέ ὅλες τους τίς λεπτομέρειες καί τίς προετοιμασίες γιά τήν ᾿Επανάσταση·

«᾿Αμφοτέρας τάς τιμίας ἐπιστολάς, διά τοῦ ἀγαθοῦ Φούντα Γαλαξειδιώτου, ἀσφαλῶς ἐδεξάμην καί τούς ἐν αὐταῖς τιμίους λόγους ἔγνων. ᾿Εχεμυθείας, ἀδελφέ, μεγίστη χρεία καί προφύλαξις περί πᾶν διάβημα, οἱ γάρ χρόνοι πονηροί εἰσι καί ἐν ταῖς φιλοπατριώταις ἔστι καί μοχθηρῶν ζύμη, ἀφ᾿ ἧς ὡς ἀπό ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακόν γάρ πολλοί μηχανῶνται διά τό τῆς φιλοπλουτίας ἔγκλημα. Διό τήν ἀγαθήν μερίδα ἐξελέξω κοινολογῶν μοι ἐμπιστευμένοις πατριώταις, τά ἐχεμυθείας δεόμενα. Οἱ Γαλαξειδιῶται, οὕς ἐπιστέλλεις μοι συνεχῶς, πεφροντισμένως ἐνεργοῦσι, καί ἀφ᾿ ὧν ἔγνω ἀδύνατον ἀντί παντός τιμίου οὐδ᾿ ἐλάχιστον λόγον ἕρκος ὀδόντων φυγεῖν· οὐ μόνον τά σά, ἀλλά καί τά τῶν ἐν Μορέᾳ ἀδελφῶν γράμματα κομίζουσί μοι. ῾Η τοῦ Παπανδρέα πρᾶξις πατριωτική μέν τοῖς γινώσκουσι τά μύχια, κατακρίνουσι δέ οἱ μή εἰδότες τόν ἄνδρα. Κρύφα ὑπερασπίζου αὐτόν, ἐν φανερῷ δέ ἄγνοιαν ὑποκρίνου, ἔστι δ᾿ ὅτε καί ἐπίκρινε τοῖς θεοσεβέσιν ἀδελφοῖς καί ἀλλοφύλοις. ᾿Ιδίᾳ πράϋνον τόν Βεζύρην λόγοις καί ὑποσχέσεσιν· ἀλλά μή παραδοθήτω εἰς λέοντος στόμα. ῎Ασπασον οὖν ταῖς ἐμαῖς εὐχαῖς τούς ἀνδρείους ἀδελφούς, προτρέπων εἰς κρυψίνοιαν διά τόν φόβον τῶν ᾿Ιουδαίων. ᾿Ανδρωθήτωσαν ὥσπερ λέοντες καί εὐλογία τοῦ Κυρίου κρατυνεῖ αὐτούς, ἐγγύς δ᾿ ἔστι τοῦ Σωτῆρος τό Πάσχα. Αἱ εὐχαί τῆς ἐμῆς μετριότητος ἐπί τῆς κεφαλῆς σου, ἀδελφέ μου ῾Ησαΐα. Γεώργοι ἀκαμάτως καί ὄλβια γεώργια δώσοι σοι ὁ Πανύψιστος».

῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος συνιστοῦσε τόν ἀγώνα γιά τήν ἐλευθερία καί τόν ἐνίσχυε μέ κάθε μέσο. ῏Ηταν ἀποφασισμένος νά θυσιασθεῖ γιά τήν Πατρίδα. «Χρεωστοῦμεν», ἔλεγε, «νά ποιμαίνωμεν καλῶς τά ποίμνιά μας καί χρείας τυχούσης νά κάμωμεν, ὅπως ἔκαμεν ὁ ᾿Ιησοῦς δι᾿ μᾶς διά νά μᾶς σώσῃ...».

Σέ ἐπιστολή πού ἔστειλε πρός τόν Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανό, ἔγραφε·

«Συλλειτουργέ ἐν Χριστῷ καί λίαν ἀγαπητέ ἀδελφέ. ῎Ελαβον τήν ἀπό 20 ᾿Απριλίου ἐπιστολήν σου. ῾Η ἀπόφασίς μου περί μελετωμένης ἀνορθώσεως σχολῆς τῆς φιλτάτης πατρίδος εἶναι τοιαύτη, ὡς ἰδική σας, ὅπως θέλῃς μάθει καί παρά τοῦ ἰδίου. Τό κιβώτιον τοῦ ἐλέους πρέπει νά ἐμψυχωθῇ. Καί τήν βουλήν τοῦ Κυρίου ἀνθρώπιναι δυνάμεις δέν δύνανται νά τήν μεταβάλουν. Γενηθήτω τό θέλημά Του».

Κάτω ἀπό τή λέξη «σχολήν» ὑπονοοῦσαν τήν ῾Ελληνική ᾿Επανάσταση. Οἱ Φιλικοί μάλιστα ὀνόμασαν ἐπιστάτες τῆς σχολῆς τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο καί τόν Πατριάρχη ῾Ιεροσολύμων Πολύκαρπο.

῞Οταν σέ μιά συνεδρίαση τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τόν Πατριάρχη νά μεταβοῦν στήν Πελοπόννησο γιά νά τεθοῦν ἐπικεφαλῆς τῆς ᾿Επαναστάσεως, ὁ Γρηγόριος ὁ Εύ ἀπάντησε· «Καί ἐγώ ὡς κεφαλή τοῦ ῎Εθνους καί ὑμεῖς ὡς Σύνοδος ὀφείλομεν νά ἀποθάνωμεν διά τήν κοινήν σωτηρίαν· ὁ θάνατος ἠμῶν θά δώσῃ δικαίωμα εἰς τήν Χριστιανοσύνην νά ὑπερασπίσῃ τό ῎Εθνος ἐναντίον τοῦ τυράννου. ᾿Αλλ᾿ ἄν ὑπάγωμεν μεῖς νά θαρρύνωμεν τήν ᾿Επανάστασιν, τότε θά δικαιώσωμεν τόν Σουλτᾶνον ἀποφασίσαντα νά ἐξολοθρεύσῃ ὅλον τό ῎Εθνος».

῞Οταν μερικοί προσπάθησαν νά τόν πείσουν νά φύγει ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη καί νά σώσει τόν ἑαυτό του, ὁ καλός ποιμένας ἀπάντησε·

«Μέ προτρέπετε εἰς φυγήν· μάχαιρα θά διέλθῃ τάς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί λοιπῶν πόλεων τῶν χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. ῾Υμεῖς ἐπιθυμεῖτε ὅπως ἐγώ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εἰς πλοῖον ἤ κλεισθῶ ἐν οἰκίᾳ οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ὑμῶν Πρεσβευτοῦ, ν᾿ ἀκούω δέ ἐκεῖθεν πῶς οἱ δήμιοι κατακρεουργοῦσι τόν χηρεύοντα λαόν. Οὐχί! ᾿Εγώ διά τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τό ῎Εθνος μου, οὐχί δέ ὅπως θά θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πῶς πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ ῞Ελληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θά μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τήν νίκην· εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ᾿ ὑπομονῆς εἰς ὅ,τι καί ἄν μοῦ συμβῇ. Σήμερον (Κυριακήν τῶν Βαΐων) θά φάγωμεν ἰχθεῖς, ἀλλά μετά τινας μέρας καί ἴσως καί ταύτην τήν ἑβδομάδα οἱ ἰχθεῖς θά μᾶς φάγωσιν... Ναί, ἄς μή γίνω χλεύασμα τῶν ζώντων· δέν θά ἀνεχθῶ ὥστε εἰς τάς ὁδούς τῆς ῾Οδησσοῦ, τῆς Κερκύρας καί τῆς ᾿Αγκῶνος διερχόμενον ἐν μέσῳ τῶν ἀγυιῶν νά μέ δακτυλοδεικτῶσι λέγοντες· ᾿Ιδού ἔρχεται ὁ φονεύς Πατριάρχης. ῎Αν τό ῎Εθνος μου σωθῇ καί θριαμβεύσῃ, τότε πέποιθα θά μοῦ ἀποδώσῃ θυμίαμα ἐπαίνου καί τιμῶν, διότι ἐξεπλήρωσα τό χρέος μου... ῾Υπάγω ὅπου μέ καλεῖ ὁ νοῦς μου, ὁ μέγας κλῆρος τοῦ ῎Εθνους καί ὁ Πατήρ ὁ οὐράνιος, ὁ μάρτυς τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων».

῾Ο Γρηγόριος ὁ Εύ, ὁ φλογερός αὐτός ῾Ιεράρχης, ἀκολούθησε τό δρόμο του. ᾿Εσάρκωσε ὁλόκληρο τό ὑπόδουλο Γένος. ᾿Επωμίσθηκε τό σταυρό του. ᾿Ανέβηκε τό γολγοθά του. ᾿Εδέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, ἐμπτυσμούς καί τέλος τό θάνατο μέ ἀπαγχονισμό. Μπροστά στό Πατριαρχεῖο, τήν μέρα τοῦ Πάσχα τοῦ 1821, οἱ Τοῦρκοι ἐκρέμασαν τόν Πατριάρχη.

Στό ἔγγραφο τῆς καταδίκης του (τουρκιστί γιαφτάς), ἀναφέρεται αἰτία τοῦ ἀπαγχονισμοῦ του· «...᾿Αλλ᾿ ὁ ἄπιστος πατριάρχης τῶν ῾Ελλήνων... ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνον δέν εἰδοποίησεν οὐδ᾿ ἐπαίδευσε τούς ἀπατηθέντας, ἀλλά καθ᾿ ὅλα τά φαινόμενα ἦτο καί αὐτός, ὡς ἀρχηγός, μυστικός συμμέτοχος τῆς ᾿Επαναστάσεως... ἀντί νά δαμάσῃ τούς ἀποστάτας καί δώσῃ πρῶτος τό παράδειγμα τῆς εἰς τά καθήκοντα ἐπιστροφῆς των, ὁ ἄπιστος οὗτος ἔγινεν ὁ πρωταίτιος ὅλων τῶν ἀναφυεισῶν ταραχῶν.

»Εἴμεθα πληροφορημένοι ὅτι ἐγεννήθη ἐν Πελοποννήσῳ καί ὅτι εἶναι συνένοχος ὅλων τῶν ἀταξιῶν, ὅσας οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες ἔπραξαν κατά τήν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων...

»᾿Επειδή πανταχόθεν ἐβεβαιώθημεν περί τῆς προδοσίας του ὄχι μόνον εἰς βλάβην τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλά καί εἰς ὄλεθρον αὐτοῦ τοῦ ἔθνους του, ἀνάγκη ἦτο νά λείψῃ ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπό τοῦ προσώπου τῆς γῆς καί διά τοῦτο ἐκρεμάσθη πρός σωφρονισμόν τῶν ἄλλων»59.

῞Ενα χρόνο μετά τόν ἀπαγχονισμό καί τή μεταφορά τοῦ τιμίου λειψάνου του ἀπό τόν πλοίαρχο Μ. Σκλάβο στήν ῾Οδησσό τῆς Ρωσίας, ὁ Ζακυνθινός ἱερωμένος Οἰκονόμος Νικόλαος Κοκκίνης, μετέπειτα ᾿Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, ἐφημέριος τότε τοῦ παλαίφατου ναοῦ τῆς ῾Οδηγήτριας καί φλογερότατος Φιλικός, εὐαισθητοποιημένος ἀπό τή θυσία τοῦ Πατριάρχη, συνθέτει ᾿Ακολουθία πρός τιμήν τοῦ νέου ῾Ιερομάρτυρος, κάτι πού ἀποδεικνύει περίτρανα ὅτι ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος στή συνείδηση τοῦ Γένους κατέκτησε ἀμέσως μέ τό τίμιο αἷμα του θέση ῾Αγίου.

Τό 1871 ᾿Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος ἐθεώρησε ἐπιβεβλημένο νά μετακομίσει τό τίμιο λείψανό του ἀπό τήν ῾Οδησσό στήν ἀπελεύθερη ᾿Αθήνα. Γιά τό σκοπό αὐτό συστάθηκε ᾿Επιτροπή, στήν ὁποία συμμετεῖχαν ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Βύ ὁ Κατραμῆς καί ὁ ᾿Αρχιμανδρίτης ᾿Αβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Αύ Γραμματεύς τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου. Στήν ῾Οδησσό ἀπεδόθησαν ἀπό τά μέλη τῆς ᾿Επιτροπῆς καί τούς ἐκεῖ ὁμόδοξους τιμές ῾Αγίου στό ἱερό λείψανο τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου. Κατά τήν Παννυχίδα μάλιστα, πού ἐτελέσθη ἐκεῖ κατά τήν μέρα τῆς μνήμης του, «ἐξεφώνησεν ἀπ᾿ ἄμβωνος, κατ᾿ ἐπίμονον τῶν ὁμογενῶν ἀπαίτησιν, λογύδριον ὁ Σεβασμιώτατος ᾿Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου». Τό ἱερό λείψανο ἔφθασε στήν ᾿Αθήνα τήν 25η ᾿Απριλίου 1871, ὅπου οἱ ᾿Αθηναῖοι τοῦ ἐπεφύλαξαν πάνδημη ὑποδοχή. Μέ κατάνυξη καί ἀγαλλίαση ἐναπετέθη στόν καθεδρικό ναό τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ὅπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σέ περίβλεπτη λάρνακα.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Χρυσάνθου, τοῦ Ξενοφωντινοῦ, τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀθλήσαντος.

῾Ο ῞Αγιος Νεομάρτυς Χρύσανθος, γέροντας στήν λικία, ἐμαρτύρησε διά ξίφους στήν Κωνσταντινούπολη, στίς 10 ᾿Απριλίου τοῦ 1821, κατά τήν μέρα τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου.


†Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῆς ὁσίας μητρός ἠμῶν ᾿Αναστασίας, γουμένης τοῦ Οὔγκλιχ.

῾Η ῾Οσία ᾿Αναστασία ἔζησε κατά τό 17ο αἰώνα μ.Χ. στή Ρωσία. ῎Εγινε μοναχή καί ἀναδείχθηκε γουμένη τῆς μονῆς τοῦ Οὔγκλιχ. ᾿Εκοιμήθηκε ὁσίως μέ εἰρήνη.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός,

ἐλέησον μᾶς. ᾿Αμήν.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.