ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ερμηνεία των οφφικίων της Αγίας
του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας

Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, Γεν. Διευθυντού
Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

 

Τα Οφφίκια, έκφρασις της μακράς και ευγενούς εκκλησιαστικης παραδόσεως, απονέμονται εις εκείνους οι οποίοι εργάζονται εν τη Εκκλησία και τη κοινωνία, ως τίτλοι μεγάλης προσφοράς προς την Εκκλησίαν, τον άνθρωπον, την επιστήμην και την τέχνην.

ΜΕΓΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Η λέξις «Οικονόμος» είναι σύνθετος εκ της λέξεως «οίκος» και του ρήματος «νέμω» το οποίον χαρακτηρίζει εκείνον ο οποίος αγαπά την οικονομίαν και φροντίζη τα του οίκου. Ούτος εξελέγετο εν μέρει μεν υπό του κλήρου, εν μέρει δε εκ των λαϊκών εκείνων οι οποίοι είχον σχετικήν νομικήν εμπειρίαν. Αργότερον ο Μέγας Οικονόμος διωρίζετο υπό του αυτοκράτορος, το έτος δε 1057 μ.Χ. ο αυτοκράτωρ Ισαάκ ο Κομνηνός (1057-1059 μ.Χ.) μετεβίβασεν το δικαίωμα τούτο εις τον Πατριάρχην Μιχαήλ Κηρουλάριον (1043-1059 μ.Χ.), διότι ο Πατριάρχης εβοήθησεν αυτόν όπως ανέλθη εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον. Τα καθήκοντα του Μεγάλου Οικονόμου είναι τελετουργικά και περιουσιακά. Και περιουσιακά μεν είναι η διοίκησις της περιουσίας της Εκκλησίας κατά την γνώμην του Πατριάρχου και η συντήρησις και αύξησις αυτής, κατά τον 26ον Κανόνα της εν Χαλκηδόνι Δ΄ Οι κουμενικής Συνόδου: «ίνα μη αμαρτύρου ούσης της οικονομίας της Εκκλησίας, σκορπίζηται η ουσία αυτής και προστρίβηται λοιδορία τη ιερωσύ-νη». Τελετουργικά δε καθήκοντα του Μεγάλου Οικονόμου είναι: α) λειτουργούντος Επισκόπου, ίσταται δεξιά της Αγίας Τραπέζης, φορών το στιχάριον αυτού και κρατών το άγιον Ριπίδιον. β) Αναγινώσκει το Ευαγγέλιον τη Κυριακή του Πάσχα. γ) Προσάγει εις τον Επίσκοπον τον μέλλοντα χειροτονηθήναι ιερέα.

Το αξίωμα του Οικονόμου υπάρχει και εις τον μοναχικόν βίον και ούτος πλην της εσωτερικής οικονομικής διαχειρίσεως της μονής, ήτο υπεύθυνος και δια τας οικονομικάς υποχρεώσεις αυτής προς την

Επισκοπήν και τας πληρωμάς των φόρων εις την πολιτείαν, καθ' όσον αι μοναί δεν εξαιρούντο τούτων.

2. ΜΕΓΑΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Η λέξις Σακελλάριος προέρχεται από την λατινικήν λέξιν « sacellarius ». Ο Du Cange αναφέρει ότι η λέξις προέρχεται εκ της λατινικής « sacellum », η οποία σημαίνει την θήκην ιερών αντικειμένων εις την οποίαν εφυλάσσοντο διάφορα λείψανα η τον φύλακα του χρηματοκιβωτίου, ήτοι τον ταμίαν ( Glossarium ad Scriptores mediae et infimae Latinitatis , s . v .). Περί τα τέλη του ενδεκάτου αιώνος μ.Χ. εις τον τίτλον του Σακελλαρίου προσετέθη το επίθετο μέγας. Την περίοδον αυτήν ο Σακελλάριος είχε μόνον την ευθύνην της εποπτείας των Μονών της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και την σύνταξιν και εφαρμογήν των Πατριαρχικών Πράξεων δια τας χαριστικάς δωρεάς. Ο Σακελλάριος επεφορτίζετο, επίσης, με ιδιαίτερα καθήκοντα εις την διακονίαν της Εκκλησίας, με εμπιστευτικήν πολλάκις αποστολήν μεταξύ των εκκλησιαστικών και πολιτικών αρχών, ή και προς διευθέτησιν προσωπικών υποθέσεων. Συμμετέσχεν του επισκοπικού δικαστηρίου και κατά τας ιεράς Ακολουθίας συνελειτούργει και προίστατο πολλάκις λόγω θέσεως και τίτλου, συμπροσευχόμενος δε εν τω ιερώ βήματι ίστατο εις το αριστερόν μέρος της Αγίας Τραπέζης. Ο Σακελλάριος ως μοναχός ανελάμβανεν καθήκοντα τα οποία ήσαν συνδεδεμένα με την ζωήν των μοναχών, δια την πιστότητα και αφοσίωσιν τούτων εις τας μοναχικάς διατάξεις, ως και την λειτουργικήν τάξιν εις τας μονάς. Το αξίωμα του Σακελλαρίου απενέμετο και εις τους ιεροψάλτας ως τίτλος τιμής δια την προσφοράν αυτών.

3. Ο ΜΕΓΑΣ ΣΚΕΥΟΦΥΛΑΞ. Το αξίωμα τούτο εμφανίζεται κατά τον τέταρτον αιώνα μ.Χ. και υπάρχει εις την ζωήν της Εκκλησίας έως σήμερον. Ο Σκευοφύλαξ ήτο πάντοτε κληρικός και ήτο επιφορτισμένος με την φροντίδα και ευθύνην του σκευοφυλακίου εν τω ναώ. Ο Σκευοφύλαξ εκαλείτο κατά τον ιστορικόν Σωζόμενον και «κειμηλιάρχης» δηλαδή «φύλαξ των ιερών κειμηλίων» ( Historia Eccles ., v . 8, Migne , P . G ., LXVII ) ή «ο κρατών τα σκεύη της Εκκλη-σίας», δια τούτο και το σκευοφυλάκιον ωνομάζετο και «κειμηλιαρχείον».

Ο Σκευοφύλαξ προ της Θείας Λειτουργίας ως και ετέρας ιεράς Ακολουθίας μετέφερεν τα ιερά σκεύη και τα ιερά άμφια εκ του σκευοφυλακίου εις τον ναόν, τα οποία μετέφερεν και πάλιν εις αυτό μετά το τέλος των Ακολουθιών. Κατά τον χρόνον δε της επιστροφής αυτών εψάλλετο ο μετά την Θείαν Κοινωνίαν ύμνος με τας ειδικάς ευχάς ( J . Goar , Euchologium , Παρίσιοι 1617, σελ. 19).

Όταν ο Πατριάρχης η έτερος Αρχιερεύς ήτο εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας, ο Μέγας Σκευοφύλαξ ίστατο προ του σκευοφυλακείου επί σκοπώ όπως προμηθεύση ο,τι ήτο αναγκαίον δια την Θείαν Λειτουργίαν και κατ' εντολήν του Πατριάρχου επόπτευεν των διαφόρων Εκκλησιών, όπως αύται είναι τακτοποιημέναι με τα αναγκαία σκεύη δια τας ιεράς Ακολουθίας. Ο Μέγας Σκευοφύλαξ μετείχεν κανονικώς ως μέλος « ex officio » της Ενδημούσης Ιεράς Συνόδου, ήτο μέλος τακτικόν του Πατριαρχικού η Επισκοπικού τοπικού Δικαστηρίου, και ήτο, επίσης, μέλος της ειδικής επί των οικονομικών επιτροπής της Επισκοπής εις την οποίαν υπηρέτει.

4. Ο ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΞ. Ο Χαρτοφύλαξ ως εκκλησιαστικόν αξίωμα εμφανίζεται κατά τον έκτον αιώνα μ.Χ. «Ο Χαρτοφύλαξ ουκ έστιν, ως τινες λέγουσι, φύλαξ του σεκρέτου και θυρωρός (τούτο γαρ των οστιαρίων αρχαίον επάγγελμα), επισκοπικών δε δικαίων φροντιστής αξιόμαχος» (Βαλσαμών, Συντ., Δ , σελ. 534). Ούτος «ενεργεί δικαίω του κατά καιρούς αγιωτάτου Πατριάρχου, πάντα τα τούτω ανήκοντα ως Επισκόπω» (Συντ., Β , σελ. 587) και κρατεί «τα εκκλησιαστικά χαρτώα δικαιώματα…ως δεξιά του Αρχιερέως χειρ» (Συντ ., Ε , σελ. 531). Κατά την έναρξιν των εργασιών της ΣΤ΄ Οι κουμενικής Συνόδου, το έτος 680 μ.Χ., εν Κωνσταντινουπόλει, ο Χαρτοφύλαξ, ο οποίος ήτο ο φύλαξ των αρχείων της Μεγάλης Εκκλησίας, επαρουσίασεν, κατ' εντολήν του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Δ του Πωγωνάτου (668-685 μ.Χ.), τα βιβλία με τας Αποφάσεις και τους Κανόνας των προηγουμένων Οικουμενικών Συνόδων, τα οποία υπήρχον και εφυλάσσοντο εις την Πατριαρχικήν Βιβλιοθήκην. Εκτός δε των άλλων καθηκόντων είχε και δικαστικήν εξουσίαν, ως πρόεδρος του Πατριαρχικού Δικαστηρίου, εξεφώνει λόγους εις εξαιρετικάς περιστάσεις, πανηγύρεις και άλλας τελετάς και εφρόντιζε δια την προετοιμασίαν της Θείας Λειτουργίας και την ιεροπρεπή τέλεσιν αυτής.

Κατά τον ενδέκατον αιώνα μ.Χ. έλαβεν την θέσιν του γενικού πατριαρχικού τοποτηρητού, καθ' όσον κατά τον αυτοκράτορα Αλέξιον Α΄ τον Κομνηνόν (1081-1118 μ.Χ.) ο Χαρτοφύλαξ ήτο δια τον Πατριάρχην ο,τι ήτο ο Ααρών δια τον Μωϋσήν, δηλαδή γενικός αντιπρόσωπος αυτού.

5. Ο ΣΑΚΕΛΛΙΟΥ ή ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ. Το εκκλησιαστικόν αυτό αξίωμα εμφανίζεται ως εκκλησιαστικόν τοιούτον κατά τον ενδέκατον αιώνα μ.Χ. Εδίδετο συνήθως εις πρεσβυτέρους ή ακόμη και εις διάκονον. Χάρις εις την ιδιότητα αυτήν, ο κληρικός ήσκει την εποπτείαν εις γυναικεία μοναστήρια, την επισκοπικήν φυλακήν (σακέλλη), εις εκκλησίας και τα σκεύη των. Εβεβαιούτο επίσης περί της συμπεριφοράς των κληρικών της επισκοπικής έδρας και περί της πιστής ανταποκρίσεως εις τα καθήκοντά των. Ηδύνατο να τους τιμωρή δι' ελαφρά παραπτώματα, των λοιπών επιφυλασσομένων εις τον Επίσκοπον. Ήτο συγχρόνως ταβουλλάριος ή νομοφύλαξ του αυτοκρατορικού κλήρου. Πάντως ο Σακελλίων δύναται να κληθή όπως παρεδρεύση εις το εκκλησιαστικόν δικαστήριον ως αναπληρωματικόν μέλος. Είχεν, επίσης, την ευθύνην δια τα διάφορα ευαγή ιδρύματα (τα Πανδοχεία και τους Οίκους Ευγηρίας).

6. Ο ΠΡΩΤΟΝΟΤΑΡΙΟΣ. Η λέξις «νοτάριος» εσήμαινεν εις την βυζαντινήν εποχήν τον στενογράφον και την νεωτέραν τον συμβολαιογράφον. Η λέξις προέρχεται εκ της λατινικής « nota » η οποία σημαίνει την γραπτήν σημείωσιν. Ο Πρωτονοτάριος χαρακτηρίζεται «θύρα των εξωκατακοίλων» ως κείμενος αμέσως μετά τους αξιωματούχους της πρώτης πεντάδος. Εις την Αρχαίαν Εκκλησίαν ο νοτάριος ήτο υπεύθυνος δια την διαχείρησιν των κτημάτων της Εκκλησίας, εις δε τον μοναχικόν βίον είχεν ως καθήκον την γραφικήν υπηρεσίαν και την αλληλογραφίαν της μονής, ως δε και την ευθύνην της βιβλιοθήκης. Πλην της συντάξεως διαφόρων εγγράφων και του νομικού έργου αυτού, είχε και τελετουργικά καθήκοντα, μεταξύ των οποίων: α) να κρατή το δικήριον κατά την ώραν της αρχιερατικής λειτουργίας, β) να δίδη εις τον Αρχιερέα ηγιασμένον ύδωρ κατά την ώραν της υψώσεως, γ) να αναγιγνώσκη το Ευαγγέλιον κατά την Κυριακήν των Βαίων.

Εις τας Οικουμενικάς Συνόδους, ως και τας Τοπικάς η Επαρχιακάς τοιαύτας, προσελαμβάνοντο νοτάριοι, οι οποίοι κατέγραφον τα Πρακτικά των Συνόδων. Κατά τον δωδέκατον αιώνα μ.Χ. και επί Πατριάρχου Γεωργίου Β΄ του Ξιφιλίνου (1191-1198 μ.Χ.) ο Πρωτονοτάριος χάνει την ιδιαιτέραν θέσιν την οποίαν είχεν και αντικαθίσταται υπό του Πρωτεκδίκου.

7. Ο ΚΑΣΤΡΙΝΣΙΟΣ. Ο Καστρίνσιος ή Κανστρίσιος ως εκκλησιαστικόν αξίωμα εδίδετο εις κληρικούς, εις διακόνους, σπανίως δε εις πρεσβυτέρους. Ήτο βοηθός κατά τας ιεράς Ακολουθίας και εν τω ιερώ βήματι. Ούτος προετοίμαζεν τα αρχιερατικά άμφια δια τον μέλλοντα να ιερουργήση Επίσκοπον, ανελάμβανεν το ωμόφορον του Αρχιερέως προ της αναγνώσεως του ιερού Ευαγγελίου, εκράτει το κάνιστρον με τα θυμιάματα και προετοίμαζεν το θυμιατόν το οποίον παρέδιδεν εις τον Πατριάρχην κατά την είσοδον αυτού, εκράτει κατά τον τριαδικόν ύμνον τον αέρα εις τον ώμον αυτού και εράντιζεν με μύρα τον λαόν, ενέδυε και «τον ίσως ποτέ χειροτονηθήναι μέλλοντα αρχιερέα» (βλ. Κωδινού του Κουροπαλάτου, Περί των οφφικίων της Μεγάλης Εκκλησίας , εκδ. Βόννης, 1839), εφύλαττε το κιβώτιον με τα αρώματα, ανεγίνωσκεν, εν απουσία του Χαρτοφύλακος, τα Πρακτικά των προηγουμένων συνεδριάσεων και αποφάσεων των επισκοπικών συνεδριάσεων και ετέλει, πολλάκις, χρέη γραμματέως συντάσσων τα διάφορα έγγραφα εις τας διαφόρους δικαιοπραξίας.

8. Ο ΡΕΦΕΡΕΝΔΑΡΙΟΣ. Ρωμαϊκή λέξις εστί, εκ του ρήματος « refero » (μεταφέρω και επαναφέρω ειδήσεις και πληροφορίας). Ήτο ο έκτακτος εκκλησιαστικός και προσωπικός αντιπρόσωπος του Πατριάρχου, ο οποίος ανελάμβανεν εμπιστευτικάς πάντοτε αποστολάς με διπλωματικόν χαρακτήρα εις τας άλλας Εκκλησίας και τα Πατριαρχεία, εις τον αυτοκράτορα ή και εις τους ανωτέρους αξιωματούχους.

Ο Ρεφερενδάριος ως εκκλησιαστικόν αξίωμα εμφανίζεται δια πρώτην φοράν κατά τον πέμπτον αιώνα μ.Χ.

9. Ο ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ. Ως πολιτικόν αξίωμα ο Λογοθέτης εμφανίζεται υπό τρεις κατηγορίας, ο Λογοθέτης του Στρατιωτικού, του Γενικού και του Ειδικού, οι οποίοι ήσαν διευθυνταί εις την υπηρεσίαν επί των οικονομικών θεμάτων της αυτοκρατορίας. Υπήρχον δε και έτεραι μορφαί του τίτλου, ως ο Λογοθέτης των Αγγέλων, του Δρόμου και ο Μέγας Λογοθέτης, οι οποίοι είχον ετέραν αποστολήν με διαφορετικά καθήκοντα. Το αξίωμα του Λογοθέτου εμφανίζεται κατά τον έκτον αιώνα μ.Χ. καθ' όσον το οικονομικόν σύστημα το οποίον υπήρχεν κατέρρευσεν, δι' ο και υπήρχεν άμεσος ανάγκη αναδιοργανώσεως του συστήματος των οικονομικών υπηρεσιών της αυτοκρατορίας. Επί αυτοκράτορος Αλεξίου Α του Κομνηνού (1081-1118 μ.Χ.), δημιουργείται δια πρώτην φοράν το αξίωμα «του Λογοθέτου των Σεκρέτων». Ούτος ήτο γενικός διευθυντής όλων των δημοσίων υπηρεσιών της αυτοκρατορίας, ο οποίος μετά τον δωδέκατον αιώνα μ.Χ. προσδιορίζεται ως «Μέγας Λογοθέτης». Το αξίωμα του Λογοθέτου διετηρήθη και μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως εν τω προσώπω μάλιστα του Μεγάλου Λογοθέτου.

Μεταξύ των καθηκόντων και δικαιωμάτων αυτού είναι: α) να ίσταται εν τω Πατριαρχικώ Ναώ δεξιά του Πατριάρχου κατά τας επισήμους Λειτουργίας και λοιπάς τελετάς, β) να απαγγέλλη κατά τας Πατριαρχικάς ή Συνοδικάς Λειτουργίας το Σύμβολον της πίστεως και την Κυριακήν προσευχήν. Εις τούτον, επίσης, προσήκει ο τίτλος «ενδοξότατος άρχων».

10. Ο ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Το αξίωμα τούτο έχει την αρχήν του εις την πρωτοχριστιανικήν εποχήν, την ρωμαϊκήν αυτοκρατορίαν, και συνεχίζει με την αρχήν της Εκκλησίας και υπάρχει κατά τους βυζαντινούς χρόνους εις την Εκκλησίαν. Η υπηρεσία του Υπομνηματογράφου ήτο γραφική εργασία γενικής φύσεως. Εις την Εκκλησίαν το αξίωμα του Υπομνηματογράφου, ο οποίος διωρίζετο υπό του Πατριάρχου, δημιουργείται δια τα διάφορα υπομνηματικά έργα της Εκκλησίας, τα οποία εμπεριείχον διαφόρους προσευχάς, νόμους και ιερούς κανονισμούς, ως και έτερα σχετικά θέματα. Επίσης, ούτος παρευρίσκετο μετά του Επισκόπου, ως βοηθός αυτού, εις τας συνεδριάσεις της Ιεραρχίας και κατέγραφεν τα Πρακτικά εις τας εκλογάς των Επισκόπων ως ο αρμόδιος Υπομνηματογράφος εν τοις Πατριαρχείοις.

11. Ο ΠΡΩΤΕΚΔΙΚΟΣ. Ο Έκδικος εμφανίζεται εις την ζωήν της Εκκλησίας δια την υπεράσπισιν των δικαίων αυτής ενώπιον των πολιτικών αρχών και την υποστήριξιν των πτωχών και των αδυνάτων εκπροσωπών τον Επίσκοπον υπό του οποίου ήτο διωρισμένος. Εις την Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως ο Έκδικος ετύγχανεν ιδιαιτέρας τιμής. Η Δ΄ Ο ἰ κουμενική Σύνοδος εν Χαλκηδόνι (451 μ.Χ.) καθώρισεν Κανόνας (Κανόνες 2ος, 25ος και 26ος) ότι εκάστη Εκκλησία ώφειλεν να προσλάβη βοηθούς-γραμματείς δια το έργον αυτής, ως και τον Έκδικον ως αρμόδιον υπερασπιστήν των δικαίων της Εκκλησίας και της περιουσίας αυτής. Εις Κωνσταντινούπολιν ο Έκδικος ωνομάζετο «εκκλησιέκδικος», οι δε αξιωματούχοι με τον τίτλον αυτόν ήσαν τέσσαρες αλλά με διαφορετικήν αποστολήν: α) ο Πρωτέκδικος, ο οποίος υπερησπίζετο τους κληρικούς μόνον εις ποινικάς πράξεις, β) ο Εκκλησιέκδικος, ο οποίος υπερησπίζετο τους κληρικούς εις πολιτικάς και ποινικάς πράξεις, γ) ο Εκκλησιέκδικος του ιερού Βήματος, ο οποίος υπερησπίζετο τα δικαιώματα της Εκκλησίας ενώπιον των πολιτικών αρχών, και δ) ο Εκκλησιέκδικος της Εκκλησίας, ο οποίος υπερησπίζετο τα περιουσιακά δικαιώματα της Εκκλησίας εναντίον των ισχυρών γαιοκτημόνων. Ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός Α΄ ο Μέγας (527-565 μ.Χ.), εν έτει 535 μ.Χ., εις την ειδικήν περί της Εκκλησίας νομοθεσίας του καθορίζει ότι ο Έκδικος είναι ο κανονικός νομικός σύμβουλος της Εκκλησίας εις τα νομικά θέματα αυτής.

12. Ο ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ο Ιερομνήμων, ως εκκλησιαστικόν αξίωμα, απονέμεται υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου εις τους προσφέροντας ανωτέρας υπηρεσίας εις το έργον και την αποστολήν της Εκκλησίας. Ούτος είχεν καθήκοντα Αρχειοφύλακος και εφύλαττεν τον Κώδικα της Εκκλησίας, συμμετείχεν εις την εκλογήν του Επισκόπου της περιφερείας αυτού, και ως πρεσβύτερος ηδύνατο να εγκαινιάζη νέαν Εκκλησίαν και να χειροθετή Αναγνώστας.

13. Ο ΕΠΙ ΓΟΝΑΤΩΝ. Το εκκλησιαστικόν τούτο αξίωμα εδίδετο υπό του Πατριάρχου εις ευσεβείς Χριστιανούς οι οποίοι διεκρίνοντο δια την αφοσίωσιν των προς τον Θεόν και την ευλάβειάν των προς την Εκκλησίαν. Ο επί των Γονάτων ηκολούθει τον Αρχιερέα εις τας διαφόρους επισκέψεις εις τους ναούς της Επαρχίας του, επληροφόρει τον Επίσκοπον επί διαφόρων ζητημάτων και προβλημάτων τα οποία υπήρχον εις την πόλιν και την Εκκλησίαν και καθώριζεν το πρόγραμμα κατά τον χρόνον της παραμονής του Επισκόπου εις την πόλιν την οποίαν επεσκέπτετο.

14. Ο ΥΠΟΜΙΜΝΗΣΚΩΝ. Ο Υπομιμνήσκων ή και ο Υπομνήμων είναι αξίωμα εκκλησιαστικόν το οποίον εδίδετο εις κληρικούς, διακόνους ή και πρεσβυτέρους, σπανίως δε εις λαϊκούς. Ούτος εδέχετο τας παρακλήσεις και τα αιτήματα του λαού και έθετε αυτά υπ' όψιν του Επισκόπου, ως και τας διαφόρους υποθέσεις δικαστικής φύσεως. Ομοίως επληροφόρει τον Αρχιερέα δια διάφορα λειτουργικά θέματα αναγόμενα εις την ευταξίαν της Εκκλησίας ή και την συμπεριφοράν των ιερέων, και τον ηκολούθει εις τας διαφόρους επισκέψεις αυτού, παρεκάθητο εις τας συνεδριάσεις πλησίον αυτού και επαρουσίαζεν εις εκάστην περίπτωσιν τας αναγκαίας πληροφορίας επί των υπό συζήτησιν θέμάτων.

15. Ο ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ. Είναι τίτλος και θεσμός εκκλησιαστικός ο οποίος υπάρχει εις ολόκληρον την ζωήν της Εκκλησίας. Το υπούργημα του Διδασκάλου απαντάται εν τη Καινή Διαθήκη, «η πίστις εξ ακοής, η δε ακοή δια ρήματος Θεού» (Α Κορ. 12, 28). Εις τους Διδασκάλους ανετίθετο και η ευθύνη της διδασκαλίας των Κατηχουμένων και η προετοιμασία τούτων δια το ιερόν Βάπτισμα.

Ο αυτοκράτωρ Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός (1081-1118 μ.Χ.) διώρισεν Διδασκάλους εις τας διαφόρους Εκκλησίας εν Κωνσταντινουπόλει με την εντολήν όπως διδάσκουν τον λαόν και κηρύττουν πάντοτε την Κυριακήν. Ο θεσμός των Διδασκάλων συνεχίζεται έως σήμερον και απονέμεται υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου εις τους διακριθέντας δια την θεολογικήν και εν γένει παιδείαν και προσφοράν αυτών. Ούτω έχομεν τον Διδάσκαλον του Ευαγγελίου, τον Διδάσκαλον του Αποστόλου, τον Διδάσκαλον του Γένους, τον Διδάσκαλον της Εκκλησίας, τον Διδάσκαλον των Ελληνικών Γραμμάτων, τον Προστάτην των Γραμμάτων, τον Μουσικοδιδάσκαλον.

16. Ο ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ. Ο Πρωτοπαπάς ή Πρωτοϊερεύς ήτο ο πρώτος μεταξύ των ιερέων και η θέσις του εθεωρείτο ισόβαθμος με την θέσιν του Επισκόπου. Κατά τον Γεώργιον Κωδινόν (14ος αιών μ.Χ.), «ο αυτοκράτωρ έχει ένα πρωτοπαπάν μεταξύ του κλήρου εν τοις ανακτόροις, ομοίως δε και η Μεγάλη Εκκλησία, η Αγία Σοφία, έχει τον πρωτοπαπάν της».

17. Ο ΔΕΥΤΕΡΕΥΩΝ. Απόντος του Πρωτοπαπά κρατεί τον τόπον αυτού.

18. Ο ΑΡΧΩΝ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ. Εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν εμφανίζεται κατά τον τρίτον αιώνα μ.Χ. με περιορισμένην μόνον χρήσιν και ανήκεν εις μίαν τάξιν αξιωματούχων οι οποίοι είχον και την επωνυμίαν «Οφφικιάλιοι». Ο τίτλος «Άρχων» προτάσσεται ενός άλλου τίτλου ή αξιώματος, δια να δώση μεγαλυτέραν έμφασιν και αξίαν εις αυτό. Ο Άρχων των Εκκλησιών έγραφε τα Αντιμίνσια και τα Σταυροπήγια.

19. Ο ΕΞΑΡΧΟΣ. Ο τίτλος «Έξαρχος» απενέμετο υπό του Πατριάρχου εις κληρικούς, και λαϊκούς ακόμη, οι οποίοι απεστέλλοντο ως τοποτηρηταί ή αντιπρόσωποι δια την άσκησιν των εκκλησιαστικών και πατριαρχικών δικαίων ή ετέραν ειδικήν και εμπιστευτικήν αποστολήν.

20. Ο ΚΑΤΗΧΗΤΗΣ. Κατηχεί τον λαόν και τους ερχομένους εκ των ετεροδόξων εις την Ορθόδοξον πίστιν και μέλλοντας βαπτισθήναι.

21. Ο ΠΕΡΙΟΔΕΥΤΗΣ. Οδηγεί τους θέλοντας εισελθείν εις την Ορθόδοξον πίστιν.

22. Ο ΒΟΥΤΙΣΤΗΣ. Μετά το ειπείν τον Ιερέα τας ευχάς της Βαπτίσεως, λαμβάνει το παιδίον και βαπτίζει αυτό.

23. Ο ΔΥΟ ΕΚΔΙΚΟΙ. Ο Έκδικος, εκκλησιαστικόν αξίωμα του β μ.Χ. αιώνος, απεδίδετο σε όσους είχαν αναλάβει την υπεράσπισιν των δικαίων της Εκκλησίας. Εις την Κωνσταντινούπολιν ο ακριβής τίτλος ήταν «εκκλησιέκδικος».

24. ΟΙ ΔΥΟ ΔΟΜΕΣΤΙΚΟΙ. Ο τίτλος ούτος απονέμεται εις τους ιεροψάλτας εν τοις Πατριαρχείοις και τους ναούς της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Δομέστικος ηγείται του ιεροψαλτικού Χορού εν τω ναώ, υπάρχουν δε δύο Δομέστικοι, ο του δεξιού και ο του αριστερού Χορού, και αμφότεροι είναι υποκείμενοι εις τον Άρχοντα Πρωτοψάλτην. Ο Γεώργιος Κωδινός (14ος αιών μ.Χ.) αναφέρει ότι εις την εποχήν του υπήρχεν «ο Δομέστικος των Θυρών» εις την Αγίαν Σοφίαν, ο οποίος είχεν την ευθύνην της συντηρήσεως και διατηρήσεως των θυρών εις καλήν κατάστασιν, διότι δεν ηνοίγοντο άπασαι αι θύραι κατά τας ιεράς Ακολουθίας.

25. ΟΙ ΔΥΟ ΛΑΟΣΥΝΑΚΤΑΙ. Οι Λαοσυνάκται συνάγουν τους άρχοντας και τον λαόν εις την Εκκλησίαν.

26. ΟΙ ΔΥΟ ΠΡΙΜΙΚΗΡΙΟΙ. Ο Πριμικήριος συνδέεται αρχικώς με τους εκκλησιαστικούς Γραμματείς-Νοταρίους. Εις την Εκκλησίαν ήτο υπεύθυνος δια την ιεράν μουσικήν, δια τα ιερά Αναγνώσματα τα οποία ανεγίγνωσκεν εν ταις ιεραίς Ακολουθίαις, ως και την εκκλησιαστικήν τάξιν εν τω ναώ. Εις τας Ακολουθίας, τας μεγάλας εορτάς και τελετάς ο Πριμικήριος υπεδέχετο τον Αρχιερέα λαμπαδηφορών κατά την είσοδόν του εν τω ναώ και ηκολούθει αυτόν. Υπέγραφε, επίσης τα διάφορα δικαιοπρακτικά έγγραφα, ως και τας ομολογίας πίστεως.

27. Ο ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ. Ο Πρωτοψάλτης είναι υπούργημα εις την ζωήν της Εκκλησίας και ανήκει εις την κατηγορίαν του κατωτέρου κλήρου. Η δημιουργία των Χορών εν τη Εκκλησία εις τους βυζαντινούς χρόνους προέβαλεν την ανάγκην του προεξάρχοντος Ψάλτου ο οποίος έλαβεν τον τίτλον «Πρωτοψάλτης» η «Μέγας Δομέστικος».

28. Ο ΠΡΟΞΙΜΟΣ. Κελεύει, δια να σημάνουν εις την Εκκλησίαν.

29. Ο ΔΕΠΟΥΤΑΤΟΣ. Ήτο πολύτιμος βοηθός του Επισκόπου εις το έργον αυτού. Εις τας ποιμαντορικάς επισκέψεις του Αρχιερέως ο Δεπουτάτος προετοίμαζε τον λαόν δια την επίσκεψιν αυτού και προέβαινεν εις τας αναγκαίας προετοιμασίας δια την τέλεσιν των ιερών Ακολουθιών. Προεπορεύετο κατά την Θείαν Λειτουργίαν των ιερέων φέρων λαμπάδα κατά τας δύο Εισόδους, του Ευαγγελίου, και εφόρει ειδικόν μανδύαν, χαρακτηριστικόν του αξιώματός του. Κατά την στέψιν των Βυζαντινών αυτοκρατόρων εν τη Αγία Σοφία, τη Μεγάλη Εκκλησία, απενέμετο εις αυτούς υπό του Πατριάρχου ο τίτλος του Δεπουτάτου με την έννοιαν όπως πράττουν αγαθά υπέρ της Εκκλησίας και του λαού.

30. ΟΙ ΘΕΩΡΙΟΙ. Θεωρούν και σκοπεύουν, όπως καθαρίζωνται και ειστήκωσιν ευτάκτως.

31. ΟΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ορίζουν, όπως φιλοκαλούν και πλύνουν τας κανδήλας.

32. Ο ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΡΗΣ. Υπομιμνήσκει τας επισήμους εορτάς εις τον λαόν, δια να σχολάζουν.

33. Ο ΔΕΚΑΝΟΣ. Καλεί τους Ιερείς εις τα αυτών δικαιώματα, και προσφοράς.

34. Ο ΚΟΥΒΟΥΚΛΗΣ. Βαστάζει το δεκανίκιον του Αρχιερέως, όταν περιπατή.

35. ΟΙ ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΟΙ. Ο Λαμπαδάριος φροντίζει δια τας λαμ-πάδας και τον φωτισμόν του ναού κατά τας ιεράς Ακολουθίας. Το οφφίκιον του Λαμπαδαρίου εδόθη εις νεώτερον χρόνον εις τον αριστερόν ιεροψάλτην του Πατριαρχικού ναού εν Κωνσταντινουπόλει και παραμένει έκτοτε εις τον εκκλησιαστικόν βίον ως τιμητικός τίτλος δια τον ιεροψάλτην.

36. Ο ΠΕΡΙΕΙΣΕΡΧΟΜΕΝΟΣ. Φέρει λαμπρόν εις την Εκκλησίαν.

37. Ο ΒΑΣΤΑΓΑΡΙΟΣ. Βαστά τον Άγιον της Εκκλησίας εις λιτάς και εορτάς επισήμους.

38. Ο ΜΥΡΟΔΟΤΗΣ. Υποκρατεί το Άγιον Μύρον.

Ε Π Ι Μ Ε Τ Ρ Ο Ν

Εκτός της καθερωμένης αυτής Διατάξεως των Οφφικίων, εις την Εκκλησίαν απονέμονται υπό του Πατριάρχου και έτερα διάφορα Οφφίκια τα οποία υπήρχον εις την ζωήν της Εκκλησίας, αλλ' εις τα οποία σήμερον δίδεται ενίοτε διαφορετικόν νόημα και περι-εχόμενον, ίνα συνεχισθή η μακρά εκκλησιαστική και ευγενής παράδοσις της τιμής και ευλογίας της Εκκλησίας εις ευλαβή και διακεκριμμένα πρόσωπα τα οποία προσφέρουν πολύτιμον διακονίαν και δίδουν μαρτυρίαν πίστεως, ελπίδος, αγάπης, ειρήνης και δικαιοσύνης, εις τον Αμπελώνα του Κυρίου, τον λαόν του Θεού και τον κόσμον όλον.

Ενδεικτικώς αναφέρομεν τα ακόλουθα Οφφίκια:

α. Του Αγιογράφου.

β. Του Ακολούθου. Ο Ακόλουθος εις την Εκκλησίαν υπήρχεν εις το πρόσωπον του Υποδιακόνου. Το υπούργημα του Ακολούθου θεσμοποιείται εις τον εκκλησιαστικόν βίον κατά τον πέμπτον αιώνα μ.Χ. και ούτος αναλαμβάνει διαφόρους υπηρεσίας εντός του ιερού ναού. Κατά τον έβδομον αιώνα μ.Χ. ο θεσμός του Ακολούθου αρχίζει και φθίνει, τα καθήκοντα δε τούτου αναλαμβάνουν και επιτελούν οι λαϊκοί. Ως πολιτικόν αξίωμα ευρίσκομεν τον Ακόλουθον ως στρατιωτικόν αξιωματούχον και επί κεφαλής της φρουράς των ανακτόρων.

γ. Του Ακτουαρίου. Ο Ακτουάριος εμφανίζεται δια πρώτην φοράν ως αξιωματούχος εις την ρωμαϊκήν ιστορίαν κατά τον πέμπτον αιώνα π.Χ. και είχεν την ευθύνην της συλλογής των πράξεων των δημοσίων υπηρεσιών και της καταγραφής των ομιλιών εις την Γερουσίαν και τα Δικαστήρια. Κατά τον έβδομον αιώνα μ.Χ. αναλαμβάνει καθήκοντα εις την οικονομικήν υπηρεσίαν του κράτους, ενώ κατά τον δωδέκατον αιώνα μ.Χ. το αξίωμα του Ακτουαρίου εδίδετο ως τίτλος μόνον εις τους ειδικούς ιατρούς των ανακτόρων. Ως θέσις και αξίωμα ευρίσκεται, επίσης, και εις την υπηρεσίαν του Ιπποδρομίου με τον τίτλον «Ακτουάριος του Ιπποδρομίου».

δ. Του Αρχιτέκτονος των Πατριαρχείων.

ε. Της Αρχοντίσσης του Οικουμενικού Θρόνου.

στ. Του Ασηκρήτου. Ο Ασηκρήτις ή Ασεκρήτις είναι πολιτικόν και εκκλησιαστικόν αξίωμα. Ο όρος Ασηκρήτις προέρχεται από την λατινικήν λέξιν « scriba » σημαίνουσα τον γραμματέα, τον εκτελούντα γραφικήν εργασίαν. Ουσιαστικώς εις την Εκκλησίαν ο Ασηκρήτις ευρίσκεται εν τω προσώπω του Νοταρίου (Δευτέρα Πεντάς Οφφικίων, Νο 1). Εις τα Πρακτικά της Στ Ο ἰ κουμενικ ῆ ς Συνόδου (680-681 μ.Χ.) μνημονεύονται «Παύλος ο μεγαλοπρεπέστατος ασεκρέτις και βασιλικός σεκρετάριος» και «Διογένης του μεγαλοπρεπεστάτου ασεκρέτις σεκρεταρίου βασιλικού», οι οποίοι παρηκολούθουν τας συνεδριάσεις αυτής εκ μέρους του αυτοκράτορος επί σκοπώ όπως πληροφορούν αυτόν επί των διαφόρων συζητουμένων θεμάτων και της όλης εξελίξεως των εργασιών της Συνόδου. Η θέσις αυτού ήτο λίαν εμπιστευτική και απαιτούσε ιδιαιτέραν ικανότητα με μόρφωσιν και γλωσσομάθειαν. Ετέρα θέσις η οποία εδίδετο εις αυτόν κατά περιστάσεις ήτο η προεδρία του ανωτάτου αυτοκρατορικού δικαστηρίου.

ζ. Του Διερμηνέως. Ο Διερμηνεύς ανελάμβανεν την ερμηνείαν των διαφόρων συζητήσεων επί θεμάτων μετά των άλλων Εκκλησιών. Ούτοι ήσαν μία ειδική ομάς, ο πρώτος δε τούτων εκαλείτο «Μέγας Διερμηνεύς». Ο θεσμός ούτος διαφαίνεται περισσότερον, όταν ο αξιωματούχος της Εκκλησίας «Λογοθέτης» αναλαμβάνει καθήκοντα διερμηνέως, έτι δε περισσότερον κατά τον δέκατον έκτον αιώνα μ.Χ., όταν ο Μέγας Λογοθέτης αναλαμβάνει τα καθήκοντα αυτά και την ευθύνην δια την διερμηνείαν μεταξύ του Πατριάρχου και του Σουλτάνου.

η. Του Δικαιοφύλακος. Εις τας διαφόρους Συνόδους, ως και εις τας συγγραφάς των Πατέρων της Εκκλησίας, γίνεται μνεία της θέσεως του Δικαιοφύλακος και το νομικόν έργον αυτού, το οποίον απέβλεπεν εις την διαχείρισιν των δικαίων της Εκκλησίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ούτος δεν εθεωρείτο νομικός, αλλά σύμβουλος και προστάτης του δικαίου. Κατά τον έκτον αιώνα μ.Χ. ο Δικαιοφύλαξ καθίσταται ο πραγματικός ερμηνευτής των νόμων και ο φύλαξ και προστάτης των δικαίων του λαού του Βυζαντίου.

θ. Του Μεγάλου Εκκλησιάρχου.

ι. Του Άρχοντος Μυρεψού. Ο Άρχων Μυρεψός χειροθετείται υπό του Πατριάρχου την Κυριακήν των Βαίων μετά των «Ειδικών Κοσμητόρων» οι οποίοι είχον την ευθύνην της κατασκευής του Αγίου Μύρου.

ια. Του Νομοφύλακος. Ο Νομοφύλαξ ήτο πολιτικόν αξίωμα εις την Βυζαντινήν εποχήν συνδεόμενον και με τον εκκλησιαστικόν βίον, ιδιαιτέρως δε μετά την επανίδρυσιν του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως, εν έτει 1045 μ.Χ., υπό του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Θ το ῦ Μονομάχου (1042-1055 μ.Χ.), με τας δύο σχολάς, την φιλοσοφικήν και την νομικήν. Επί κεφαλής της νομικής σχολής διωρίσθη ο Ιωάννης ο Ξιφιλίνος (1005-1075 μ.Χ.), διαπρεπής νομομαθής και νομοθέτης, εις τον οποίον εδόθη υπό του αυτοκράτο-ρος ο τίτλος «Νομοφύλαξ». Επί αυτοκράτορος Μανουήλ Α το ῦ Κομνηνού (1143-1180 μ.Χ.), το αξίωμα του Νομοφύλακος εδίδετο και εις κληρικούς, οι οποίοι διεκρίνοντο δια τας γνώσεις αυτών εις την νομικήν επιστήμην και τα νομικά θέματα.

ιβ. Του Ορφανοτρόφου. Ο Ορφανοτρόφος είναι εκκλησιαστικόν και πολιτικόν αξίωμα εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και Βυζαντινήν αυτοκρατορίαν. Η προστασία των ορφανών θεωρείται από τους αρχαίους χριστιανικούς χρόνους ένα εκ των κυρίων καθηκόντων της Εκκλησίας. Η Δ Ο ἰ κουμενική Σύνοδος (451 μ.Χ.) καθώρισεν (Κανών 3ος) όπως επί κεφαλής των ιδρυμάτων δια την προστασίαν των ορφανών τεθούν κληρικοί διαχειριζόμενοι ως κηδεμόνες απάσας τας υποθέσεις αυτών, οικογενειακάς, κοινωνικάς και κληρονομικάς. Μετά τον ένατον αιώνα μ.Χ. ο Ορφανοτρόφος ανήκεν εις την τάξιν των ευγενών και έχαιρεν ιδιαιτέρας εκτιμήσεως εις την βυζαντινήν κοινωνίαν. Οι Ορφανοτρόφοι απεστέλλοντο, πολλάκις, υπό των Πατριαρχών και εις ετέρας εμπιστευτικάς αποστολάς. Εις την Κωνσταντινούπολιν ελειτουργούσαν τα ορφα-νοτροφεία του Αγίου Ζωτικού, του Αποστόλου Παύλου, της μονής της Πετριτσιωτίσσης, ως και το Βρεφοτροφείον. Ο Ορφανοτρόφος, εις την λιτανείαν της Κυριακής των Βαίων, η οποία εγένετο εις τον Ιππόδρομον, μετέφερεν το «Σύμβολον της Πίστεως», δηλαδή τον Σταυρόν, δια να τον ασπασθή ο αυτοκράτωρ ο οποίος ευρίσκετο εις το χρυσοτρίκλινον.

ιγ. Του Οστιαρίου. Ο Οστιάριος ανήκει εις τον κατώτερον κλήρον και ανυψούται εις το αξίωμα τούτο δια της ειδικής Ακολουθίας της Εκκλησίας («Τάξις δια τον εισερχόμενον εις διακονίαν εκκλησιαστικήν», Μέγα Ευχολόγιον). Η λέξις «Οστιάριος» προέρχεται εκ της λατινικής λέξεως «οstium» σημαίνουσα την θύραν. Το κύριον λειτούργημα του Οστιαρίου εις την Αρχαίαν Εκκλησίαν ήτο η φροντίς δια την τάξιν εν τη Εκκλησία, έτι δε ούτος εβάσταζεν το σκήπτρον, την ράβδον του Αρχιερέως εις τας ιεράς Ακολουθίας και προεπορεύετο πάντοτε εις τας επισήμους τελετάς και εκδηλώσεις. Επίσης ήτο υπεύθυνος όπως επιβλέπη και μη επιτρέπη την είσοδον εις τον ναόν ανθρώπων μη βεβαπτισμένων, δια το άνοιγμα ή το κλείσιμον των θυρών του κυρίως ναού κατά την καθιερωμένην τάξιν και την ώραν του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων και την ανάγνωσιν του Συμβόλου της Πίστεως. Εν τοις ανακτόροις, ο Οστιάριος επαρουσίαζεν εις τον αυτοκράτορα τους ξένους επισήμους αντιπροσώπους και πρεσβευτάς η και ανωτέρους αξιωματούχους, ως και τους υποψηφίους δια τα διάφορα αξιώματα και τας θέσεις εις την υπηρεσίαν της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

ιδ. Του Πρωτοκανονάρχου. Ο Πρωτοκανονάρχης, κρατεί το ισοκράτημα και δίδει την μουσικήν βάσιν δια την ψαλμωδίαν, ενώ απαγγέλει εις την τονικήν συνήθως του ήχου, την μουσικήν φράσιν την οποίαν ψάλλει εν συνεχεία ο Ψάλτης.

ιε. Του Πρωτομα στορος. Ο Μα ΐ στωρ είναι τίτλος πολιτικός, στρατιωτικός και εκκλησιαστικός και ο κατέχων την θέσιν αυτήν ήτο ο ανώτατος εις την ιεραρχίαν των αξιωματούχων των διαφόρων υπηρεσιών της αυτοκρατορίας. «Μα ΐ στορες» απεκαλούντο συνήθως και οι πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι. Εις την ιστορίαν της Εκκλησίας ο Μα ΐ στωρ είναι συνδεδεμένος με τον μοναχικόν βίον και ήτο υπεύθυνος δια τους νεοφύτους, οι οποίοι προετοιμάζοντο δια την μοναχικήν ζωήν.

ιστ. Του Ρήτορος. Ο Ρήτωρ είναι εκκλησιαστικόν αξίωμα το οποίον υπάρχει καθ' όλην την ιστορικήν πορείαν της Εκκλησίας εν τω κόσμω και η ρητορική είναι η συζήτησις της τέχνης και της θεολογίας του κηρύττειν. Το αξίωμα του Ρήτορος είναι χάρισμα, δια τούτο και απονέμεται ως οφφίκιον εις εκείνους οι οποίοι κηρύττουν τον λόγον του Θεού και ενισχύουν τον λαόν Του οδηγούντες αυτόν εις την επίγνωσιν του Αληθινού Θεού και του Λόγου Αυτού Ιησού Χριστού.

ιζ. Του Ταβουλαρίου. Ο Ταβουλάριος ειργάζετο ως γραμματοφύλαξ ή αρχειοφύλαξ αλλά από τον έκτον αιώνα μ.Χ. αναλαμβάνει την σύνταξιν συμβολαίων και γενικώς τα δικαιοπρακτικά έγγραφα των πολιτών.

ιη. Του Υμνογράφου.

ιθ. Του Φωτογράφου της Πατριαρχικής Αυλής.

κ. Του Χαρτουλαρίου. Ο Χαρτουλάριος εμφανίζεται δια πρώτην φοράν ως αξιωματούχος εις την Βυζαντινήν αυτοκρατορίαν κατά τον πέμπτον αιώνα μ.Χ. Το ιερόν ιματιοφυλάκιον ήτο ειδική υπηρεσία υπό την διεύθυνσιν του Κόμητος των Προμηθειών επί κεφαλής της οποίας ήτο ο Χαρτουλάριος. Κατά τον όγδοον αιώνα μ.Χ. ο Χαρτουλάριος αναλαμβάνει καθήκοντα εις την υπηρεσίαν επί των οικονομικών. Ο Χαρτουλάριος του Σακελλίου ήτο υπεύθυνος την εποχήν αυτήν και δια την ομαλήν λειτουργίαν των διαφόρων φιλανθρωπικών και ευαγών ιδρυμάτων, τα οποία ενισχύοντο οικονομικώς υπό της Πολιτείας. Εις την ζωήν της Εκκλησίας ο Χαρτουλάριος έχει την ευθύνην του ληξιαρχείου, των ληξιαρχικών πράξεων και των ληξιαρχικών βιβλίων. Ούτος αναφέρεται και ως αντιπρόσωπος Εκκλησιών με εμπιστευτικήν αποστολήν.

κα. Του Χοράρχου.

κβ. Του Χρονογράφου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.