ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Δύο Ελληνικές Εκκλησίες-Διακονίες
στο κέντρο της αρχαίας Ρώμης

Γεωργίου Β. Αντουράκη, Επιστημονική Επετηρίς της Θεολογικής Σχολής, ΛΕ΄,
Τιμητικόν αφιέρωμα εις Ι. Κ. Κορναράκην, Μ. Κ. Μακράκην,
Αθήνα 2000, σελ. 247-254.

 

Προλεγόμενα

Γνωστή είναι η τεράστια επίδραση της Ελληνικής και Βυζαντινής Παραδόσεως και Τέχνης όχι μόνο στη Ρώμη, άλλα και στα περισσότερα μεγάλα κέντρα της Ιταλικής χερσονήσου, όπως είναι: η Ραβέννα, η Βενετία, η Νεάπολη, η Σικελία, η Καλαβρία, «η Μεγάλη Ελλάδα» γενικά. 'Αλλωστε, μέχρι το μοιραίο Σχίσμα των δύο μεγάλων Εκκλησιών (1054) η τέχνη Ανατολής και Λύσεως ήταν ενιαία, και μάλιστα αδιάκοπη. Αυτό παρατηρείται και αργότερα -περίπου μέχρι το 1400-1500 ή την Ιταλική Αναγέννηση- όπου οι αλληλεπιδράσεις είναι έντονες ή και διαρκείς. Η Δύση συνεχώς αντιγράφει ή και «αφομοιώνει» την Ανατολή, επιστρέφοντας της αλλοιωμένα «τα σα εκ των σων». Τα θέματα των «αλληλεπιδράσεων-αφομοιώσεων» είναι μεγάλα και ανεξερεύνητα, αφού δεν υπάρχει -κυρίως από άποψη Τέχνης- ειδική μονογραφία, καθ' όσον γνωρίζομε.

Ο 'Αγιος Γεώργιος ( al Velabro ) και η Παναγία των Στολιδιών ( in Cosmedin) αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα αλληλεπιδράσεων -των δέκα πρώτων αιώνων- και μάλιστα στην «καρδιά» της Ρώμης και όχι σε επαρχιακά Ρωμαιοκαθολικά κέντρα Τέχνης. Τα αξιόλογα αυτά μνημεία ευρίσκονται στο κέντρο της «αιώνιας» πόλεως, μεταξύ Καπιτωλίου και Παλατινού, κοντά στις όχθες τοι Τίβερη πόταμου. Και στα δύο μνημεία λειτουργούσε από τον 6ο αιώνα κ.ε. ο ωραίος βιβλικός θεσμός των «Διακονιών», δηλαδή: η περίθαλψη αρρώστων, γερόντων, ξένων, καθώς και η ενίσχυση πτωχών, ορφανών, χηρών και γενικά όσων είχαν ανάγκη. Ως γνωστόν, ο κοινωνικός Ευαγγελικός αυτός θεσμός ασκήθηκε ιδιαίτερα στο Βυζάντιο, κυρίως από τους μεγάλους Πατέρες της Ανατολής (Μ. Βασίλειος κ.λπ.). Πρβλ. και τις χριστιανικές «Αγάπες-Διακονίες», καθώς και την προσφορά των διακόνων-διακονισσών ή και τα γνωστά «Διακονικά» των χριστιανικών ναών. Ο Ελληνοχριστιανικός και Βυζαντινός θεσμός των Διακονιών εκφράστηκε και λειτούργησε και στην Εκκλησία της Ρώμης, κυρίως κατά τους 6ο και 7ο αιώνες, κατά τους οποίους δώδεκα επίσκοποι ή Πάπες ήταν Έλληνες και άλλοι τόσοι ή και περισσότεροι κατάγονταν από Ελληνο-Βυζαντινές περιοχές της «Μεγάλης Ελλάδος» κ.λπ. Από τον 8ο αιώνα μαρτυρούνται και επίσκοποι ή καρδινάλιοι ως αρχηγοί των Διακονιών. Γεγονός, πάντως, είναι ότι κατά τη λεγόμενη περίοδο των 24 Ελλήνων Παπών Ρώμης (600-750 περίπου) ανθούσαν δύο σημαντικά ναοκεντρικά ιδρύματα Διακονιών γύρω από το Παλατινό, δηλαδή στην «καρδιά» της παλαιάς Ρώμης, όπου παρέμεναν και εκπρόσωποι της Βυζαντινής αυλής, οι Παλατιανοί, με επίκεντρο: α) τον αρχικό ναό του λαοφιλούς Μικρασιάτη Αγίου Γεωργίου, al Valabro και β) την αγαπημένη εκκλησία της Παναγίας των Χαρίτων ή των Στολιδιών, in Cosmedin . Τα πολύ αξιόλογα αυτά Ελληνικά ή Βυζαντινά Μνημεία έγιναν γνωστά -και μάλιστα πολύ αγαπητά και φιλόξενα- κυρίως από τη σπουδαία κοινωνική πρόνοιά των, που βασίζονταν στην έμπρακτη Ευαγγελική αγάπη και στην πατροπαράδοτη Ελληνική φιλοξενία. Στη Ρωμαιοκαθολική Δύση οι ενάρετες αυτές εκδηλώσεις ή πράξεις έγιναν ευρύτερα γνωστές με το ελληνικό όνομα Διακονίες (Diaconie), με την έννοια της αγάπης προς τον πλησίον, της φιλαλληλίας, της κοινωνικής πρόνοιας γενικά.

Σημειωτέον δτι οι δροι «διακονία, διάκονος και διακονείν» έχουν διάφορες έννοιες στα σχετικά χωρία της Καινής Διαθήκης, και μάλιστα: α) την εξυπηρέτηση του πλησίον εν πνεύματι χριστιανικής αγάπης και αυτοθυσίας, β) τη δήλωση του ειδικού αξιώματος του διακόνου, καθώς και των ειδικών καθηκόντων των εκκλησιαστικών οργάνων. Πρβλ. τα χωρία Πραξ. στ' 2, ια' 29-30, Α' Πέτρου δ' 10-11 και μάλιστα Μαρκ. ι΄43-45, όπου ο Χριστός αποφαίνεται: «Ὅς ἄν θέλῃ μέγας γενέσθαι ἐν ὑμῖν, ἔσται πάντων δοῦλος· καί γάρ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν». Ασφαλώς ο όρος διακονία είχε μια γενικότερη έννοια, αναφερόμενη σε όλα τα εκκλησιαστικά υπουργήματα, όπως «διακονεῖν τραπέζαις», αγαθοεργίες, λειτουργίες, κήρυγμα κ.λπ. Σε μεταγενέστερους χρόνους ο όρος «διακονία» δηλώνει είτε τις ειδικές υπηρεσίες του λειτουργήματος των διακόνων, είτε όλες γενικά τις εκκλησιαστικές υπηρεσίες υπέρ των πιστών, που έχουν ψυχική ή υλική ανάγκη. Τον ωραίο αυτό όρο χρησιμοποίησε και η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Πρβλ. « Αποστολική Διακονία» της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την έννοια του Εκκλησιαστικού Οργανισμού, που μεριμνά για τους πιστούς, ήτοι: για κάθε χριστιανικό έργο εσωτερικής και εξωτερικής ιεραποστολής. Βλέπε ΘΗΕ, 4ος τόμος (1964), στήλες 1139 κ. εξής, όπου περισσότερα στοιχεία, καθώς και η παλαιότερη σχετική βιβλιογραφία.

Η παρούσα μελέτη -που δεν είναι πλήρης- υποδιαιρείται στις ακόλουθες ενότητες: Α'. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου «των Ελλήνων, al Velabro». Β'. Ο ναός της Παναγίας «in Cosmedin - Schola Graeca». Γ. Επιλογή εικόνων (1-21).Πρόκειται για ιστορική και αρχαιολογική προσέγγιση των εν λόγω Εκκλησιών-Διακονιών, οι οποίες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τόσον από πλευράς ελληνικής-εθνικής και κοινωνικής προσφοράς, όσο και από άποψη Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Τέχνης (Αρχιτεκτονική, Ζωγραφική, Γλυπτική, Επιγραφική, Μικροτεχνία κ.λπ.). Βλέπε και τις σχετικές εικόνες, οι οποίες -με τους εκτενείς υποτίτλους- συμπληρώνουν τα συνοπτικά κείμενα των δύο πρώτων ενοτήτων.

Ας μού επιτραπεί, τέλος, να αφιερώσω το παρόν ταπεινό μελέτημα σε δύο κορυφαίες προσωπικότητες των Γραμμάτων και της Επιστήμης, στους διαπρεπείς Καθηγητές της Θεολογικής μας Σχολής κ.κ. Ιωάννη Κ. Κορναράκη και Μιχαήλ Μακράκη, σε ένδειξη μεγάλης αγάπης και εκτιμήσεως.

Α'. Ο ναος του Αγιου Γεωργίου «των ελλήνων αl Velabro»

Ο αρχικός πυρήνας τοϋ μνημείου ίσως ανάγεται στον 4ο ή 5ο αιώνα, αν και η ιστορία και η ετυμολογία είναι κάπως προβληματική ή και μυστηριώδης. Σχετίζεται μάλλον με την εύρωστη Ελληνική παροικία του Παλατινού (πρβλ. και τον όρο Παλατιανός), η οποία αφιέρωσε τον ναό στον Ανατολίτη-Μικρασιάτη "'Αγιο Γεώργιο al Velabro (ίσως από το velum - velo =βῆλο), που μαρτυρείται ως η αρχαιότερη ελληνική Διακονία της Ρώμης. Η εν λόγω τρίκλιτη Βασιλική φαίνεται ότι έλαβε την οριστική μορφή της στην εποχή των Παπών Λέοντα Β' (682-683) και Γρηγορίου Δ' (828-844). Το ιερό Βήμα ή Πρεσβυτέριο είναι υπερυψωμένο κατά επτά βαθμίδες από το δάπεδο του κυρίως ναού. Στη χορδή της αψίδας τοποθετείται η Αγία Τράπεζα, η οποία τονίζεται ιδιαίτερα από το περίτεχνο και «ναόσχημο» Κιβώριο. Κάτωθεν του Θυσιαστηρίου- Altare υπάρχει Κρύπτη με άγια λείψανα, που είναι ορατά από ένα τρίβηλο παράθυρο, γνωστό και ως Fenestella Confesione. Ί σως τα βήλα αυτά σχετίζονται και προς την ετυμολογία vela ( bro ), όπως προείπαμε.

Όπισθεν της σπουδαίας λειτουργικής κατασκευής του Θυσιαστηρίου-Κιβωρίου υπάρχει αρκετός ελεύθερος χώρος για την άνετη κυκλοφορία των κληρικών. Στο βάθος της αψίδας ευρίσκεται, σχεδόν κατά χώραν (in situ), το Σύνθρονο, το οποίο αποτελείται από μία μόνο κτίστη κλίμακα (πεζούλι). Στο κέντρο του κυκλικού Συνθρόνου παραμένει ένας κενός χώρος για τον επισκοπικό Θρόνο-Καθέδρα. Και είναι άξιον απορίας γιατί αφαιρέθηκε και πού μεταφέρθηκε, α φού μέχρι και σήμερα παραμένει ένα ασυνήθιστο κενό. Εάν ο επισκοπικός Θρόνος ήταν ξύλινος, θα καταστράφηκε, χωρίς να αντικατασταθεί. Εάν πάλι ήταν μαρμάρινος, αγνοείται η τύχη του. Αν και ο ναός δεν μαρτυρείται ως καθεδρικός, εν τούτοις θα υπήρχε κάποια καθέδρα (ίσως ξύλινη-φορητή), δεδομένου ότι δεν υπήρχε λόγος να διακοπεί το κυκλοτερές βάθρο (πεζούλι) και να παραμείνει ένα αισθητό κενό (ως τρύπα), και μάλιστα στο κέντρο των καθισμάτων του κλήρου. Το φυσικότερο θα ήταν η συνέχεια των εδωλίων, χωρίς το «κενό-τρύπα», που παρέμεινε μετά την αφαίρεση του Θρόνου-καθέδρας. Επειδή ο ναός ήταν ανέκαθεν Ελληνικός ή Βυζαντινός -και μάλιστα σημαντική Διακονία- δεν αποκλείεται η «αγία Έδρα» του Βατικανού να αφαίρεσε τον επισκοπικό θρόνο, για να μην κάθεται Έλληνας Ορθόδοξος επίσκοπος σε Ρωμαιοκαθολικό έδαφος. Ίσως αυτό έγινε μετά το Σχίσμα των Εκκλησιών (1054 κ.ε.), όταν ατόνησε ή εκριζώθηκε το πνεύμα των Διακονιών, μαζί με το ελληνικό στοιχείο της Ρώμης. Η υπόθεση αυτή είναι πιθανή, δεδομένου ότι και σε άλλες περιοχές είναι γνωστές οι εκδιώξεις Ορθοδόξων ή ο εξαναγκασμός των να ασπασθούν το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα, υπό τον «επαίσχυντο μανδύα» της Ουνίας. Αυτό παρατηρείται κυρίως στις Βυζαντινές επαρχίες της βόρειας Ιταλίας (Ιλλυρικό κ.λπ.), και μάλιστα στη «Μεγάλη Ελλάδα» της νότιας Ιταλίας (Σικελία κ.α.), όπου η δράση της Ρωμαιοκαθολικής Ουνίας εξαπάτησε -και εξαπατεί ακόμη!- τους Ορθοδόξους. Τα αρχαιολογικά δεδομένα είναι αψευδείς μάρτυρες αρπαγών ή βεβηλώσεων της Ρωμαιοκαθολικής "Εκκλησίας, κυρίως από τον 12ο αιώνα μέχρι και σήμερα. Σημειώνομε απλώς ελάχιστα -και πολύ γνήσια- παραδείγματα: α) την καταστροφή της σαρκοφάγου του ναού του Αγίου Νικολάου Μύρων της Λυκίας και την κλοπή του αγίου σκηνώματός του (περί το 1087), β) την αρπαγή ή καταστροφή του θρόνου του (Ορθοδόξου;) επισκόπου του εν λόγω ναού του Παλατίνου al Velabro (άγνωστο όμως, πότε και κάτω από ποιες συνθήκες), γ) τη μετατροπή του περίφημου Βυζαντινού ναού της Παναγίας in Cosmedin (βλέπε παρακάτω) σε Ουνιτικό κέντρο της Ρώμης, και δ) τα γνωστά γεγονότα της Δ' Σταυροφορίας (1204), που είναι από τα «αιώνια αίσχη» της Δύσεως! Παρ' όλα αυτά η φιλόξενη και όντως Ορθόδοξη Ελλάδα όχι μόνο φιλοξενεί τόσους Ρωμαιοκαθολικούς, αλλά και τους πρόσφερε «ως δώρο!» ένα από τα κεντρικότερα και λαμπρότερα Μνημεία των Αθηνών, τον 'Αγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη (δίπλα στην Αρχαιολογική Εταιρεία).

Επιστρέφομε πάλι στο απλό Σύνθρονο του ναού του Μικρασιάτη Αγίου Γεωργίου al Velabro , επειδή αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα των «κατά χώραν» Συνθρόνων της Ρώμης, παρά το γεγονός της απουσίας του επισκοπικού Θρόνου. Το κυκλοτερές αυτό Σύνθρονο, αν και χρονολογείται στον 9ο ή 10ο αιώνα, αντικατοπτρίζει το ταπεινό πνεύμα της Παλαιοχριστιανικής εποχής, κατά την οποία όλοι οι κληρικοί ήταν συλλειτουργοί και διάκονοι θεού και ανθρώπων. Επικρατεί δηλαδή εδώ το μνημειώδες πνεύμα του «διακονείν», δεδομένου ότι ο ναός αυτός «των Ελλήνων» ασκούσε ένα μεγάλο «διακονικό» έργο, εφαρμόζοντας την ωραία Ευαγγελική ρήση «μακάριόν ἐστι διδόναι μᾶλλον ἤ λαμβάνειν». Προφανώς οι «διακονούντες» Ορθόδοξοι κληρικοί είχαν ως κύρια αποστολή των όχι το «διακονηθήναι...», αλλά το «διακονήσαι» τους έχοντας ανάγκη συνανθρώπους των. Αυτός είναι και ο σκοπός των χριστιανικών «διακονιών», όπως αποτυπώνεται και στο ταπεινό Σύνθρονο του ναού των Ελλήνων της Ρώμης.

Το ίδιο πνεύμα εκφράζεται και στις πολλές και αξιόλογες ελληνικές επιγραφές -σε ωραία μεγαλογράμματη γραφή- οι οποίες δηλώνουν: α) την ακτινοβολία της Ελληνικής Γλώσσας, και μάλιστα στην «καρδία» της αρχαίας Ρώμης, β) την κοινωνική προσφορά των «Ελληνικών διακονιών», με επίκεντρο τον εν λόγω ναό του Αγίου Γεωργίου «των Ελλήνων», που ήταν και είναι όχι μόνον ο κατ' εξοχήν «λεβέντης» 'Αγιος της Ελληνικής Παραδόσεως και Τέχνης, αλλά και γενικότερα «...των αιχμαλώτων ελευθερωτής και των πτωχών υπερασπιστής...». Αξιοπρόσεκτα είναι επίσης και τα ελληνικά επιγραφικά σπαράγματα, μονογράμματα κ.λπ. Το εν λόγω επιγραφικό υλικό πρέπει να μελετηθεί και να αξιοποιηθεί καλύτερα, δεδομένου ότι παρέχει αυθεντικά μηνύματα τόσο για τις «ελληνικές διακονίες», όσο και για τη ζωή και ιστορία ενός πολύ αξιόλογου μνημείου στην «καρδιά» της αρχαίας Ρώμης, όπως προείπαμε. Βλέπε και τα ελάχιστα δείγματα επιγραφικών σπαραγμάτων, που δημοσιεύομε στις εικόνες του παρόντος μελετήματος.

Σημαντικός είναι επίσης και ο πλούσιος γλυπτός διάκοσμος του ναού του Αγίου Γεωργίου al Velabro και μάλιστα: οι κίονες, τα κιονόκρανα, τα επιστύλια, οι ανάγλυφες πλάκες και γενικά τα γλυπτά αρχιτεκτονικά μέλη. Τα ελάχιστα δείγματα, που δημοσιεύομε παρακάτω, αντανακλούν την ακμαία Ελληνορωμαϊκή Γλυπτική της ενιαίας τότε Παλαιοχριστιανικής Τέχνης, ήδη από τον πρώτο μέχρι και τον έκτο αιώνα.

Από τον γραπτό διάκοσμο του εν λόγω ναού αξιοπρόσεκτες είναι και οι σωζόμενες τοιχογραφίες, που είναι μεταγενέστερες (7ου- 10ου αι.). Αξιόλογη είναι π.χ. η μεγαλειώδης παράσταση στο λεγόμενο τεταρτοσφαίριο της αψίδας, όπου εικονίζονται: ο Χριστός (στο κέντρο), η Θεοτόκος και ο έφιππος 'Αγιος Γεώργιος (δεξιά), ενώ αριστερά του Χριστού παρίσταται ο Απόστολος Πέτρος και ο 'Αγιος Σεβαστιανός (Βλέπε και τις σχετικές εικόνες 1-7).

Β'. Ο ναός τησ Παναγίας «ιν Cosmedin - Schola Graeca »

Πλησίον του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων -στην ίδια περιοχή του Αβεντίνου και κοντά στον αρχαίο ναό της Δήμητρας ή και της Εστίας- ευρίσκεται ένας άλλος περικαλλέστατος «Ελληνικός» ναός, αφιερωμένος μετά το 431 στην Υπεραγία Θεοτόκο, γνωστή και με το Βυζαντινό όνομα «Κόσμημα- Cosmedin », με διάφορες οικοδομικές φάσεις (4ος αι. κ. εξής). Πρόκειται για μεγαλοπρεπή τρίκλιτη Βασιλική του 6ου αιώνα, η οποία βασίζεται σε ένα ταπεινό υπόγειο οίκο λατρείας-κρύπτη του 4ου αιώνα (βλέπε εικόνες 8-11).

Και ο εν λόγω ναός παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον: ιστορικό, αρχαιολογικό, λειτουργικό, κοινωνικό, λαογραφικό κ.λπ. Είναι δε από τα λαοφιλέστερα μνημεία της παλαιάς Ρώμης, επειδή συνδέεται με τον ωραίο Ευαγγελικό σκοπό των «διακονιών», καθώς και με τους Έλληνες της περιοχής, ό πως προείπαμε. Αξιοπρόσεκτα είναι, επίσης, τα Προχριστιανικά ερείπια που ευρίσκονται γύρω από τον ναό της Παναγίας, καθώς και το περίφημο μαρμάρινο «προσωπείο» της Αλήθειας ή της Δικαιοσύνης, που είναι πολύ αγαπητό και γνωστό ως «Β occa della Verita = Στόμα της Αληθείας», ό που οι παντού και πάντοτε ερωτευμένοι και περίεργοι ρίπτουν νομίσματα ή κάνουν «τάματα», ορκίζονται δε πίστη, αφοσίωση, αλήθεια, ανταπόδοση κ.λπ. Οι δοξασίες αυτές παρουσιάζουν και λαογραφικό ενδιαφέρον, συνδέονται δε και προς τη λαϊκή λατρεία της Παναγίας, η οποία πιστεύεται ότι θα εκπληρώσει τους όρκους, τις επιθυμίες, τις ελπίδες των προσκυνητών, τουριστών κ.λπ. (εικ. 9).

Ο ναός της Παναγίας in Cosmedin αποτελεί ένα πραγματικό κομψοτέχνημα στην «καρδιά» της αρχαίας Ρώμης. Εντυπωσιάζουν π.χ. τα ψηφιδωτά, οι τοιχογραφίες, ο γλυπτός διάκοσμος, οι επιγραφές, το αρχιτεκτονικό σχέδιο, το κωδωνοστάσιο κ.λπ. Επίσης, ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ποικιλόχρωμα μαρμαροθετήματα-ορθομαρμαρώσεις του ναού, και μάλιστα το ωραίο σχέδιο και ο πλούσιος γλυπτός διάκοσμος της λεγόμενης «Σχολής των Ψαλτών - Schola Cantorum », του φράγματος του Πρεσβυτερίου, της Αγίας Τράπεζας, του Κιβωρίου, του εξαίρετου Συνθρόνου κ.λπ. Όλα αυτά σχετίζονται με τις διάφορες επισκευές-ανακαινίσεις, που έλαβαν χώραν κυρίως από τον 8ο μέχρι τον 12ο αιώνα. Ασφαλώς οι αλλεπάλληλες (και μακροχρόνιες) μετασκευές αλλοίωσαν τις αρχικές φάσεις του μνημείου (4 ου- 7 ου αιώνα), το οποίο μετέτρεψαν σε Βυζαντινό έργο τέχνης, σωστό καλλιτέχνημα η Κόσμημα, ώστε παρέμεινε γνωστό ως Ελληνικός ναός της Παναγίας των Χαρίτων ή απλώς ως Cosmedin , ένεκα του πλουσίου Βυζαντινού διακόσμου ( Βλέπε και τις σχετικές εικόνες 8-21).

Αξιοπρόσεκτη είναι η λεγόμενη «Αρχιτεκτονική - Ναοδομική γλυπτική» της «κεχαριτωμένης» εκκλησίας της Παναγίας των Ελλήνων, και μάλιστα: α) Οι κίονες, τα κιονόκρανα, τα γλυπτά θωράκια, τα γείσα, οι ορθομαρμαρώσεις και τα ποικίλα μαρμαροθετήματα, β) Το περίφημο μαρμάρινο φράγμα της «Σχολής των Ψαλτών- Schola Cantorum », που με τη μορφή σολέας καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος του μεσαίου κλίτους, ως συνέχεια του ιερού Βήματος του ναού. Η σπουδαία αυτή κατασκευή περιλαμβάνει κυρίως: ευθύγραμμα εδώλια (πεζούλια) και δύο Αναλόγια για το Ευαγγέλιο, τον Απόστολο, δηλαδή για τα Α ναγνώσματα-κηρύγματα. Η ευθύγραμμη-ορθογώνια «Σχολή των Ψαλτών», ευρισκόμενη στο κέντρο του εν λόγω ναού, είναι πολυτελής, σπάνια ή και πρωτότυπη (με εξαίρετο δάπεδο, γλυπτά κ.α.). Έχει δε παρόμοια χρήση με το γνωστό κυκλικό παλαιοχριστιανικό Συριακό Βήμα-Αναλόγιο στο κέντρο του ναού. γ) Οι μαρμάρινες λειτουργικές κατασκευές του Ιερού Βήματος ή Πρεσβυτερίου, όπως: 1) το λεγόμενο Φράγμα του Πρεσβυτερίου, με τα Παλαιοχριστιανικά θωράκια και το Βυζαντινό εικονοστάσιο ή τέμπλο με τους μαρμάρινους κιονίσκους, τα κιονόκρανα και το οριζόντιο επιστύλιο-κοσμήτη. Παρά την υπερύψωση του Βυζαντινού τέμπλου, διασώζεται το Σύνθρονο του 12 ου αιώνα. 2) Η Αγία Τράπεζα, που έχει τη σπάνια μορφή «λεβητοειδούς σαρκοφάγου» ή και σκεπαστής «μπανιέρας», στηρίζεται σε δύο οριζόντια μάρμαρα. Το πρωτότυπο αυτό κοιλόμορφο Θυσιαστήριο -που δεν είναι παραδοσιακό και ίσως προέρχεται από άλλη χρήση ή κατασκευή- δύναται να συσχετισθεί (συμβολικά) προς το «λουτρό του αίματος» των Μαρτύρων της Πίστεως. Ο παραλληλισμός όμως αυτός είναι κάπως τολμηρός, α φού δεν απαντά σε τάφους Μαρτύρων ή Μαρτύρια-ναούς, αγνοείται δε η προέλευση και ο σκοπός του. 3) Το Γοτθικής τεχνοτροπίας Κιβώριο προβάλλεται ιδιαίτερα ως τριγωνική «ναόμορφη» κατασκευή, πάνω από το «λεβητοειδές» Θυσιαστήριο και έμπροσθεν ακριβώς της περίτεχνης επισκοπικής Καθέδρας. Οι παραπάνω κατασκευές αναφέρονται, κυρίως στην τρίτη οικοδομική φάση του ναού, δηλαδή στον 12ο αιώνα. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι -παρά τις ριζικές ανακαινίσεις της εποχής- διατηρήθηκαν αρκετά Παλαιοχριστιανικά στοιχεία (Βλέπε εικόνες 8-21).

Ιδιαίτερα ενδιαφέρει το κυκλοτερές Σύνθρονο, το οποίο διατάσσεται αρμονικά στον εσωτερικό τοίχο της κυκλικής αψίδας. Αποτελείται από ένα άνετο μαρμάρινο βάθρο-πεζούλι, στο οποίο κάθονταν οι πρεσβύτεροι. Ακριβώς στο κέντρο των εδωλίων του κλήρου υπάρχει η πολυτελής Καθέδρα του επισκόπου, του οποίου η θέση τονίζεται ιδιαίτερα, ως προϊσταμένου-τελετουργού της Θείας Λειτουργίας. Τρεις εξέχουσες βαθμίδες-σκαλοπάτια αποτελούν το πόδιο του Θρόνου, ο οποίος έχει λεοντόμορφα ερεισίχειρα (βραχίονες), άνετο κάθισμα και ερεισίνωτο (πλάτη). Εκατέρωθεν της πλάτης εικονίζονται δύο όρθιοι άγγελοι, οι οποίοι προστατεύουν ή «ετοιμάζουν» τον Θρόνο. Πρβλ. και τη γνωστή παράσταση της Ετοιμασίας του Θρόνου. Το κυρίως κάθισμα του επισκοπικού Θρόνου είναι αρκετά υψηλότερο από τα απλά εδώλια του υπόλοιπου κλήρου. Η μεγαλοπρεπής αυτή Καθέδρα εκφράζει την αίγλη και την εξουσία του ε πισκοπικού αξιώματος. 'Αλλωστε, το Βυζαντινό Εικονοστάσιο, το Κιβώριο, και μάλιστα το κυκλοτερες Σύνθρονο -με την καλλιτεχνική Καθέδρα- ανάγονται στον 12ο αιώνα, όπως προείπαμε. Το Σύνθρονο διατηρείται μέχρι σήμερα, αν και το Κιβώριο και το Βυζαντινό Εικονοστάσιο παρεμποδίζουν τη θέα (Βλέπε και την επιλογή των εικόνων 8-21).

Ο εν λόγω ναός φαίνεται ότι παρέμεινε Καθεδρικός -με τη γνωστή βυζαντινή μεγαλοπρέπεια- όπου μέχρι σήμερα τελείται στην Ελληνική γλώσσα «Ορθόδοξη;» Θεία Λειτουργία από ελληνόφωνους Ουνίτες κληρικούς του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος. Τόσον ο ναός του Αγίου Γεωργίου «των Ελλήνων al Velabro ) όσο και η Βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας των Χαρίτων «in Cosmedin» γνώρισαν μεγάλη ακμή, επειδή ήταν και σπουδαίες «διακονίες», ήδη από τον 6ο αιώνα και εξής. Οι Διακονίες αυτές είχαν έντονο Ελληνικό και Βυζαντινό χαρακτήρα. Μετά τον 12ο αιώνα -όταν παρήκμασαν ή αφομοιώθηκαν οι «Παλατιανοί» της Ρώμης, με τις γνωστές συνέπειες των!- ατόνησαν ή έπαυσαν και οι «Ελληνικές διακονίες», τα δε ναοκεντρικά εργαστήρια των Ελλήνων μετατράπηκαν σε Ρωμαιοκαθολικές εκκλησίες, όπου οι «γενειοφόροι και ρασοφόροι» Ουνίτες κληρικοί εργάζονται για τους γνωστούς σκοπούς της «αγίας Έδρας» του Βατικανού. Το ίδιο ισχύει και για υπόλοιπα Ελληνικά κέντρα της βόρειας και νότιας Ιταλίας, ό που η παλαιά «Μεγάλη Ελλάδα- Magna Grecia». Πρβλ. και το λεγόμενο «Ελληνόρρυθμο-Ουνιτικό!» μοναστήρι της Κρυπτοφέρης, έξω από τη Ρώμη κ.λπ.

Βιβλιογραφική αναφορά: Εννοείται ότι τα ιστορικά και αρχαιολογικά θέματα, που σχετίζονται με τα δύο παραπάνω Μνημεία-Διακονίες των Ελλήνων της Ρώμης, χρειάζονται περαιτέρω έρευνα και μελέτη, που μέχρι σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί από κανένα Έλληνα. Βλέπε Γ.Β. Αντουράκη , Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης, Τόμοι Α', Β'και Γ', Αθήνα 1997-2002, όπου ελάχιστα σχετικά στοιχεία, νύξεις ή αναφορές. Προς το παρόν παραπέμπομε σε παλαιότερα έργα Ρωμαιοκαθολικών συγγραφέων, όπως: 1) Α. Giannettini - Ο. Venanzi , S . Giorgio al Velabro , Roma 1967. 2) G . Massimi , S . Maria in Cosmedin ( in Schola Graeca ), Roma 153. 3) Giu . Matthiae , Le Chiese di Roma dal IV al X secolo , Bologna 1962 (ed . Cappelli). Στα έ ργα αυτά υπάρχει και άλλη βιβλιογραφία, καθώς και επιλογή εικόνων, κατόψεων, σχεδιαγραμμάτων κ .λπ.