ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Επιστολή

Φώτη Κόντογλου, Χριστιανικό Συμπόσιο,
Αθήνα 1968, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», σελ. 47-50

 

Σεβαστέ και αγαπητέ,

Με πολλή χαρά και αγάπη διάβασα το γράμμα που μου γράψατε με αίσθημα και εμπιστοσύνη, απαντώντας στο δικό μου. Με καλωσύνη χριστιανική δικαιώνετε έναν άνθρωπο που δεν είναι θεολόγος, αλλά που μοναχά αγαπά από βάθους ψυχής την πίστη του Χριστού, κι' αυτός ο πόθος του τον κάνη να παίρνει το θάρρος να μπαίνει απρόσκλητος και χωρίς χιτώνα εις τον γάμον, και να μιλά για τα πράγματα της θρησκείας. Είμαι αληθινά ένας αμαθής, και ό,τι λέγω το λέγω όπως με οδηγά το αίσθημα μου κι' όπως με φωτίζει ο Θεός βλέποντας την αγνή πρόθεσή μον. Λοιπόν σας παρακαλώ να κρίνε«ε ό,τι λέγω, που είνε απλοϊκό και αυθόρμητο, με το μέτρο που του πρέπει, δηλ. με επιείκεια:

Λέτε πως η Ορθοδοξία δεν φοβάται από κανέναν. Ναι, βέβαια «πῦλαι ἄδον οὐ κατισχύουσιν αὐτῆς». Αλλά μήπως μάς αφαιρέσει ο Κύριος τη χαρά της αληθινής πίστεως του επειδή γινήκαμε ανάξιοι να την έχουμε, και την αφήσει μοναχά σε όσους τον λατρεύουνε εν απλότητι, «ἐν ἀφελότητι καρδίας», κλεισμένοι μέσα σε κρυφά σπίτια, «ἐν ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς», «ἐν τοῖς ταμείοις», όπως λέγει το Ευαγγέλιο ; Θαρρώ πως πολλοί Χριστιανοί με το να καταγίνονται πολύ επιστημονικά με τον Χριστιανισμό, ξεχάσανε και χάσανε τον Χριστό.

Την ουσία της Ορθοδοξίας πολλοί, και θεολόγοι, ευλαβείς άνθρωποι και με ίσια καρδιά, θαρρώ ότι δεν την αντιλαμβάνουνται, δεν την νοιώθουνε σωστά. Μέσα τους έχουνε μιαν Ορθοδοξία παραμορφωμένη, έναν Χριστό άλλον από τον αληθινό Χριστό που είχανε μέσα στην ψυχή τους οι Πατέρες της Εκκλησίας κι' οι αληθινοί Χριστιανοί που ζήσανε σε καιρούς που η πίστη είχε πιο καθορισμένη μορφή. Γιατί κατά την γνώμη μου, η μορφή καθορίζει και τον χαρακτήρα της ουσίας σαφώς. Πολλοί νομίζουνε πως η μορφή είνε ένα επουσιώδες εξωτερικό ντύσιμο ενώ έχει βαθύτατη ανταπόκριση και ταύτιση με την ουσία. Έχουνε την ιδέα πως είνε στα πιο πολλά ένα «αισθητικό ή αισθησιακό» (για τας αισθήσεις) τεχνικό κατασκεύασμα αυτοσχεδιασμένο από τους ανθρώπους. Για μένα, στην Ορθοδοξία η μορφή είνε η απτοποίηση (ας πούμε) της ουσίας της, είνε δηλαδή η πνευματική έκφρασίς της με μέσα υλικά, «τῶν αἰσθήσεων ἕνεκα» όπως λέγει ο άγιος Διονύσιος στο έργο του «περί επιγείου Ιεραρχίας». Αυτά που λέγω είνε απλά, εμπειρικά, μα φαίνουνται θεωρητικά, όπως γίνεται πολλές φορές όταν ο άνθρωπος θέλει με λόγια να εξηγήσει κάποιες άπλες και θετικές καταστάσεις.

Ο Χριστός είνε μέσα στις ψυχές των Χριστιανών. Πλην δεν τον γεννάνε οι ψυχές, αλλά ο ίδιος, «ὁ ὤν, ὁ ζῶν», μπαίνει μέσα στις ψυχές που ετοιμασθήκανε να τον δεχθούν. Ο Χριστός λοιπόν δεν είνε είδωλον υποκειμενικόν, που παραλλάσσει κατά την ψυχήν που το φτιάνει, αλλά το κατ' εξοχήν Υπάρχον, με σαφέστατον περίγραμμα. Σύμφωνα προς Αυτόν μορφώνεται η ψυχή τον Χριστιανού «εἰς τό μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ». Γι' αυτό ο Χριστιανισμός ήτανε στα πρώτα χρόνια Οικουμενικός κι' η λατρεία του από την Εκκλησία γινότανε με τα ίδια εξωτερικά σχήματα, σύμβολα και υλικά μέσα, «τοῦ Χριστοῦ ὄντος χθές καί σήμερον τοῦ αὐτοῦ, καί εἰς τούς αἰῶνας». Αλλά σιγά, σιγά, η ανθρώπινη φύση, αντί να πλασθεί κατά το πρότυπο του Χριστού, έπλασε αυτή τον Χριστό κατά το πρότυπόν της, και δια να γίνει αυτό, τον παρεμόρφωσε κατά τας ποικίλας επιθυμίας της καρδίας της. Έτσι χωρίσθηκε η μία Εκκλησία σε πολλές, αναλόγως με τον σαρκικόν χαρακτήρα, τα έθιμα και τον εξωτερικόν κόσμο που περιέβαλλε τις διάφορες φυλές των ανθρώπων, και χάθηκε η οικουμένικότης της Εκκλησίας, κατά την οποίαν ο Χριστός ήτανε παντού ο ίδιος, από την Αντιόχειαν έως τα Μεδιόλανα, υμνούμενος με την ίδιαν υμνωδίαν, με την ίδιαν εικονογραφίαν, με τον ίδιον ρυθμόν εις την τελετουργίαν, τα άμφια, τα αντικείμενα της λατρείας, τα σύμβολα, κ.λ.π., μ' έναν λόγον με το ίδιο πνεύμα της λατρείας που είνε η απτοποίησις της αψαύστου ουσίας της θρησκείας μας, κ' η οποία, μία και η αυτή λατρεία, πιστοποιούσε και βεβαίωνε σαφώς τον ένα ως αναλλοίωτον αντικειμενικώς χαρακτήρα του Χριστού και του Ευαγγελίου. Κι' οι κληρικοί και θεολόγοι κάθε φυλής άρχισαν να ιερουργούν και να θεολογούν με τον τοπικόν τρόπον που επέβαλε αυτή η υποκειμενική αντίληψις της Εκκλησίας, κι' έτσι η κάθε Εκκλησία επήρε ένα παράδοξον εθνικόν ή φυλετικόν χρωματισμόν, στενόν, αντι - οικουμενικόν. Σ' αυτό συνήργησε πολύ και η παρεξήγησις μερικών ρήσεων τον Ευαγγελίου και των Αποστόλων, όπως π.χ. «ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Πατρός μου μόναιι πολλαί εἰσιν», «τά πάντα γέγονα ἵνα τούς πάντας κερδίσω» του Αποστόλου Παύλου, και άλλα, ενώ ο Χριστός λέγει και ξαναλέγει να είνε ένα Αυτός και οι Χριστιανοί, και στις Πράξεις γράφει ο Ευαγ. Λουκάς ότι «τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία». Πως είνε δυνατόν να είνε μία η καρδία των πιστευόντων, όταν ο καθένας ψέλνει και ζωγραφίζει κατά το δικό τον γούστο, κατά το σαρκικό του φρόνημα ; Ούτε στις κοσμικές ενώσεις των οι άνθρωποι δεν νοιώθουνε πως οι καρδιές τους είνε ενωμένες όταν, έχουνε ο καθένας άλλον τρόπο στο να αισθάνονται με τα μάτια τους ή με τα αυτιά τους. Και δεν λέγει ο Λουκάς «αἱ καρδίαι καί αἱ ψυχαί ἦσαν ἡνωμέναι», αλλά «ΜΙΑ», χωρίς καμμιά διαφορά, γιατί καρδιά τους είχε γίνει ο Χριστός και έκφρασίς του η Εκκλησία, δηλαδή οι κατά παράδοσιν τρόποι εκδηλώσεως.

Επειδή έτυχε να είμαι ζωγράφος και πολυτεχνίτης, δηλαδή να εκφράζομαι με απτά και θετικά μέσα, μπόρεσα να ιδώ πιο καθαρά ποια είνε η ουσία, ο χαρακτήρ της Ορθοδοξίας από τη μορφή της, από τα απτά μέσα της εκφράσεως που μεταχειρίζεται. Οι εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, των Αγγέλων και των άγιων, είδα (αφού γνώρισα καλά και δούλεψα με επιτυχία στην κοσμική τέχνη) ότι δεν είνε κάποια αυθαίρετα κατασκευάσματα ανθρωπίνης εφευρέσεως (εμπνεύσεως, φαντασίας και ταλέντου, όπως λένε) που δείχνουν την υποκειμενικήν αντίληψιν που έχει ο άνθρωπος για τα πρόσωπα της θρησκείας, όπως είνε τα έργα της Αναγεννήσεως και τα άλλα των δυτικών λαών, ρεαλιστικά, αναπαραστατικά (κινηματογραφικά), αλλά είνε έργα πνευματικά, εκφράζοντα την αναλλοίωτον πνευματικήν ουσίαν των ιερών προσώπων αντικειμενικώς (λαμβανομένου του «αντικειμενικώς» στην περιοχή τον πνεύματος), ήτοι έργα εκφραστικά της ευλάβειας των πιστών, τα οποία έγιναν με θείαν επιφοίτησιν, και όχι κατά την ανθρωπίνην φαντασίαν η οποία ποικίλλει κατά το άτομον. Γι' αυτό, και όσοι αγιογράφοι έβαλαν τ' όνομά τους εις τα έργα τους, έγραψαν «διά χειρός τοῦ ἁμαρτωλοῦ τάδε», φανερώνοντας μ' αυτό ότι δεν είνε έργον ιδικόν τους, αλλά ότι έγινε από θείαν επισκίασιν και φώτισιν, ο δε ζωγράφος έδωσε μόνον ταπεινώς και υπευθύνως το χέρι του, ως όργανον απλούν δια να ζωγραφισθούνε αυτά τα ακηλίδωτα αρχέτυπα. Γι' αυτό υπάρχουνε στην Ορθοδοξία και εικόνες «ἀχειροποίητοι». Άλλως τε και οι ίδιοι οι Δυτικοί, χωρίς να το λένε, φαίνεται ότι ζωγραφίζουνε τες εικόνες των εκκλησιών των απλώς προς τέρψιν (έστω και την λεγομένην πνευματικήν), χωρίς να αποδίδουν θαυματονργάς ιδιότητας σ' αυτά τα έργα που είνε ζωγραφισμένα με κοσμικό πνεύμα, όπως οι πίνακες της ιστορικής, λεγομένης ζωγραφικής και μόνον το θέμα τους απλώς είνε θρησκευτικό. Και πως δεν περιμένουν θαύματα οι Δυτικοί από αυτές τις εικόνες, φαίνεται από το ότι σ' όλες τις πόλεις της Ιταλίας λ.χ. οι λεγόμενες εικόνες «Μ iracolosae» είνε όλες παλιές βυζαντινές εικόνες, ενώ θα γελάσουνε αν τους πεις πως είνε θαυματουργός καμμιά Παναγία του Ραφαέλλου ή του Αντρέα ντελ Σάντο, ζωγραφισμένη από κάποια γυναίκα που ποζάρισε, γιατί ο ζωγράφος έτσι φανταζότανε την Παναγία με τη σαρκική φαντασία του. Το ίδιο έγινε και στη μουσική (προ πάντων σ' αυτή), στα άμφια (μπελερίνες σαν φτερά του Μεφιστόφελε, κολλαρίνες σιδερωμένες, κομπολόγια, βελλάδες κλπ.), στη μορφή των παπάδων (ξούρισμα, δηλαδή κοσμικότατη απασχόληση, αφού κι' ο φτωχός άγιος Φραγκίσκος που είχε λίγα γένεια αχτένιστα ζωγραφίσθηκε ξουρισμένος σαν τον Πάπα, αυτός που δεν έτρωγε καν και ζούσε σαν αγρίμι, ξουριζότανε καθημερινώς με ζιλέτ. Σε τέτοια ανοησία φτάνει ο άνθρωπος και δη όταν επικαλείται διαρκώς τη λογική, όπως οι Δυτικοί). Έτσι λοιπόν, αντί να αγιασθεί η ζωή των Χριστιανών από την Εκκλησία στις τέχνες, στα έθιμα κλπ., αντίθετα, η Εκκλησία έγινε κοσμική, αίθουσα παραστάσεων προς τέρψιν. Στις εικόνες ο Χριστός κι' οι άγιοι έγιναν κατ' εικόνα και ομοίωσιν των ανθρώπων, με γαλανά μάτια και με ξανθά μαλλιά και γένεια ή και ξουρισμένοι, ακόμα και με τα κοστούμια που φορούσανε αυτοί κι' οι γυναίκες τους, αναλόγως τη φυλή τους. Κ' η υμνωδία έγινε κι' αυτή τραγούδι θεατρικό, ερωτικό, όπως δυστυχώς πάει να γίνει και σ' εμάς, που κατήντησε για μας ένα το «ψέλνω» με το «τραγουδώ».

Για όλα αυτά και για άλλαέγινα φανατικός ζηλωτής της Ορθοδοξίας, όχι γιατί είμαι Έλληνας Ορθόδοξος, αλλά γιατί πιστεύω ακράδαντα πως η Εκκλησία μας είνε η μόνη που διετήρησε απαραμόρφωτη τη λατρεία, τις άγιες τέχνες και τα ιερά έθιμα με την παράδοση μας, και συνεπώς η ψυχή έρχεται σ' επικοινωνία μέσον αυτών με την αληθινή, απαραμόρφωτη ουσία της Χριστιανικής θρησκείας. Γνώρισα έως τώρα πέντε-έξη ξένους που γινήκανε Ορθόδοξοι ή ποθούνε να γίνουνε από ανάγκη ψυχική, γιατί νοιώσανε αυτά πού ένοιωσα κι εγώ. Και σε όλα «ἡ καρδία ἡμῶ ν καί ἡ ψυχή ἐστί μία», αν κι εγώ είμαι Έλληνας της Μ. Ασίας, ο ένας απ' αυτούς Γάλλος, ο άλλος Ισπανός, ο άλλος Αμερικάνος, η άλλη Γερμανίδα, ο άλλος Βέλγος. Να η οικουμενικότης της Εκκλησίας.

Οι μουσουλμάνοι κρατήσανε πιο οικουμενική τη θρησκεία τους, γιατί είνε φαίνεται πιο ταπεινοί και πιο απλοί και ίσιοι, από τους λεγόμενους Χριστιανούς. Από το Κάιρο ως το Βεναρές, από το Ορμούζ ως τη Σαμαρκάνδη, παντού το τζαμί έχει το ίδιο σχέδιο, ο μουεζίνης ψέλνει με τον ίδιο τρόπο, ο χότζας ντύνεται κατά τον ίδιο αρχαίο τρόπο και έχει γένεια, σημείο πως είνε ο φυσικός τύπος του ανθρώπου όπως τον έπλασε ο Θεός. Ακόμα σε χώρες που αλλάξανε κάποια δόγματα τον Κορανίου όπως στην Περσία, ο χαρακτήρας της λατρείας είνε ο ίδιος. Γιατί εκεί δεν πετάγουνται οι διάφοροι πορνοΡαφαέλοι και οι κοσμικοί Σαιν Σανχ, να κάνουνε το κέφι τους μέσα στην Εκκλησία, σαν νάνε θέατρο.

Θέλω να τα πω με λίγα λόγια, μα άθελά μου λέγω πολλά και συμπαθάτε με.

Λοιπόν, κατά την απλή γνώμη μου, ο χαρακτήρας της Ορθοδοξίας δεν καθορίζεται μόνο από τα δόγματα, κι' ούτε η θεολογία μπορεί μοναχή να τον καθορίσει. (Το «Filioque» στάθηκε μια αφορμή για να χωρίση από την ορθοδοξία η Δύση, επειδή κατά βάθος είχε άλλα γούστα, άλλα φυλετικά ιδεώδη). Καθορίζεται όμως καθαρά, απλά, εμπειρικά, άμεσα, από τη λειτουργική διάταξη, από τις τέχνες (μουσική, αγιογραφία, αρχιτεκτονική), από τη μορφή των Ιερέων, τα άμφιά τους, τα ιερά έθιμα. Με αυτά τα εξωτερικά μέσα γνωρίσαμε κι' εμείς την Ορθοδοξία και την έχουμε και θα την έχουμε μέχρι θανάτου, «γραπτήν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν». Λοιπόν, χωρίς να πελαγοδρομούμε σε συζητήσεις αφηρημένες, έχω την γνώμη πως είνε πολύ απλό το ζήτημα της στερεώσεως της Ορθοδόξου παραδόσεως μας. Αν επιτύχουμε ώστε το τυπικό της Εκκλησίας μας να μην παραβαίνεται κατά το κέφι του κάθε ιερωμένου, αλλά να τηρείται ακριβέστατα, αν η ψαλμωδία στις εκκλησίες μας είνε η βυζαντινή ορθόδοξος, εκτελεσμένη από τεχνίτες ευλαβείς και έμπειρους σ' αυτή την τέχνη, χωρίς να ανακατεύεται σ' αυτή κάθε αισθηματολόγος ανόητος τενόρος της πεντάρας, μη έχων ιδέαν τι θα πει Ελλάδα και Ορθοδοξία, αν οι εικόνες ζωγραφίζουνται κατά την ευσεβή και θαυμάσια παράδοση μας, αν πάψουνε διάφοροι αργόσχολοι να γράφουνε «διατριβάς» περί του «καμηλαυχίου ή καλυμαυχίου», «και της ανάγκης συγχρονισμού τον σχήματος των ιερέων», (μολονότι ο «σνγχρονιζομανής» τάδε θεολόγος γεννήθηκε σ' ένα χωριό με πέντε σπίτια), αν μ' έναν λόγο η εξωτερική, χεροπιαστή μορφή της λατρείας στην Εκκλησία μας απομείνει όπως ήτανε «ἀεί ἡ αὐτή μένουσα πλήν τά πάντα καινίζουσα» τότε και το πνευματικό περιεχόμενο της θρησκείας μας θα σωθεί αληθινό, αλώβητο, απαραμόρφωτο όπως το νοιώθουμε κι' εμείς μέσα μας που το ζήσαμε και δεν το μάθαμε: «ὄχι μαθόντες, ἀλλά παθόντες».

Με αγάπην Φώτης Κόντογλους

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω: