ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η Παναγία της Jasna Gora ή της Τσεστοχόβας

Georges Gharib, Οι εικόνες της Παναγίας, Ιστορία και λατρεία, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1997, σελ. 147-149

Ο προσκυνηματικός ναός της Τσεστοχόβας είναι ο τόπος όπου χτυπάει η καρδιά της Καθολικής Πολωνίας. Κέντρο εστίασης του ναού είναι η ομώνυμη εικόνα, που λέγεται επίσης και της Jasna Gora. Η εικόνα είναι πολύ πιθανά βυζαντινής προέλευσης κι είναι μία απ' τις Παναγίες, που λέγονται του Αγίου Λουκά. Πρόκειται για μία Βρεφοκρατούσα. Ο εικονογραφικός τύπος είναι της Οδηγήτριας: η Παναγία απεικονίζεται ως τη μέση, κρατάει το Βρέφος στο αριστερό χέρι και το δείχνει με το αριστερό. Εκ πρώτης όψεως η εικόνα εμφανίζεται μάλλον σκοτεινή: αυτό εξηγεί τον τίτλο «μελαχροινή Παρθένος» ή «μαύρη Παναγία». Το μαφόριο και το ιμάτιο της Θεοτόκου είναι χρώματος γαλανού, στολισμένα με κρίνα. Το πανωφόρι, φοδραρισμένο με κόκκινο, σκεπάζει το κεφάλι της σχηματίζοντας πτυχές γύρω απ' το πρόσωπο και πέφτει πάνω στους ώμους της. Είναι πλαισιωμένο από ένα πλούσιο χρυσό κορδόνι. Ένα μοναδικό αστέρι εμφανίζεται στο πανωφόρι πάνω απ' το μέτωπο. Η στάση της Παναγίας χαρακτηρίζεται από μοναχικότητα και θλίψη. Στο δεξί μάγουλο είναι ζωγραφισμένα δυό σημάδια, έξι ακόμη χαρακιές, λιγότερο ορατές, διακρίνονται στην περιοχή του λαιμού, ζωγραφισμένες ως ενθύμηση των κακώσεων και των φθορών που υπέστη η εικόνα τη μέρα του Πάσχα του 1430.

Το Βρέφος φοράει ένα μακρύ ένδυμα πλούσια διακοσμημένο με σχέδια, χρώματος κόκκινου. Το σγουρόμαλλο κεφάλι είναι υψωμένο και γερμένο προς τα πίσω. Στο αριστερό χέρι κρατάει ένα κλειστό βιβλίο, ενώ υψώνει το δεξί σε ένδειξη ευλογίας. Δύο μεγάλα φωτοστέφανα χρυσοκίτρινου χρώματος περιβάλλουν τα κεφάλια της Μητέρας και του Βρέφους. Ο φόντος της ζωγραφιάς είναι μπλέ ξεθωριασμένο με κάποια πρασινωπή απόχρωση. Οί συνηθισμένες επιγραφές λείπουν εντελώς.

Ο πίνακας (122,2 X 82,2 cm ) α ποτελείται από τρεις σανίδες ξύλου φλαμουριάς και είναι καρφωμένος σε μιά πολύχρωμη ξύλινη κορνίζα. Έχει υποστεί διάφορες συντηρήσεις στο πέρασμα των αιώνων. Η πρώτη είναι του 1430: σ' εκείνη την περίσταση τα αρχικά χρώματα σε έγκαυστο, αποδείξεις της αρχαιότητας τού πίνακα, αφαιρέθηκαν κι αντικαταστάθηκαν από χρώματα τέμπερας. Πάνω στο πρόσωπο της Παναγίας ξαναζωγραφίστηκαν οί χαρακιές από σπαθί. Έτσι ανανεωμένη, η εικόνα στολίστηκε με χρυσάφι, ασήμι καί πολύτιμες πέτρες. Σε μιά δεύτερη συντήρηση, που έγινε το 1707, ξαναζωγραφίστηκε το δεξί χέρι της Παρθένου, σταθεροποιήθηκαν τα χρώματα του πέπλου και του φορέματος και καλύφθηκαν οί ρωγμές. Κατά τα έτη 1925-1926 αφαιρέθηκαν πολλά καρφιά και τ' αστέρια που βρίσκονταν πάνω στα ρούχα της Παναγίας και η εικόνα καθαρίστηκε στην πίσω πλευρά. Το 1945, μία τέταρτη επέμβαση αποκάλυψε την αναγκαιότητα μιας πολύ προσεκτικής έπέμβασης. Αυτή πραγματοποιήθηκε απ' το 1948 ως το 1954 κι επέτρεψε να γίνει μιά αληθινά έπιστημονική εξέταση της εικόνας.

Η προέλευση τής εικόνας χάνεται στο θρύλο. Το αρχαιότερο ντοκουμέντο, που φθάνει στο 1474, την παρουσιάζει ως γνήσιο έργο του αγίου Λουκά. Μετά από ρητή αίτηση των πιστών τής Ιερουσαλήμ, έγινε απ' τον απόστολο πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού γύρω απ' το οποίο η Αγία Οικογένεια συνήθιζε να τρώει και να προσεύχεται. Ό Κωνσταντίνος την έφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε ξακουστή απ' τα πολλά της θαύματα. Ο Λέοντας, πρίγκηπας της Ρωσίας (Ρουθηνίας), ζήτησε την εικόνα για τη χώρα του, όπου έχτισε μιά εκκλησία για να την εκθέσει στην ευλάβεια τών πιστών. Από τη Ρουθήνια η εικόνα πέρασε κατόπιν στην Ουγγαρία και τελικά στην Πολωνία. Άλλά ντοκουμέντα αποδίδουν τη μεταφορά της εικόνας απ' την Κωνσταντινούπολη στον αυτοκράτορα Καρλομάγνο, πρόκειται όμως για ελεύθερες απόψεις που θέλουν να στηρίξουν την αποστολική της προέλευση.

Το έτος 1382 καθορίζει την είσοδο της εικόνας της Μαύρης Παναγίας στην ιστορία: εκείνο το έτος είναι γνωστή η άφιξή της στη Jasna Gora , στο μοναστήρι που είχε ιδρύσει ο βασιλιάς Ladislao Jagello και είχε εμπιστευθεί στους Ούγγρους μοναχούς του αγίου Παύλου του Ερημίτη. Εκεί τοποθετημένη, έγινε τόπος αδιάκοπων προσκυνημάτων. Κατά τη διάρκεια όλης της πολωνικής ιστορίας, η εικόνα και ο ναός έγιναν σημείο αναφοράς για όλο το έθνος, κυρίως τις πιο τραγικές στιγμές:

Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1430, ο ναός βεβηλώθηκε και λεηλατήθηκε από ληστές. Αίτιοι ξεγύμνωσαν την Ιερή εικόνα απ' τα περιδέραια και το χρυσάφι, δείγματα της ευγνωμοσύνης των πιστών. Συνέβη όμως ένα θαύμα: ή εικόνα έγινε αναπάντεχα τόσο βαρειά που δέν ήταν δυνατόν να μετακινηθεί. Οι ληστές, θυμωμένοι, την άφησαν νά πέσει και μ' ένα σπαθί σημάδεψαν το πρόσωπο της Μαύρης Παναγίας.

Την εποχή της Σουηδικής εισβολής, ο Πολωνός ηγεμόνας Ιωάννης Β' Καζίμηρος, κατά το Πάσχα του 1656, εμπιστεύθηκε τη χώρα στην Παναγία, ανακηρύσσοντάς την Regina Poloniae (= Βασίλισσα τής Πολωνίας). Τό 1683, ο Ιωάννης Σομπιέσκι, πριν τη μάχη εναντίον των Τούρκων μπροστά στη Βιέννη, πήγε σε προσκύνημα στην Τσεστοχόβα και πήρε μαζί του ένα αντίγραφο της εικόνας της Μαύρης Παναγίας. Στίς 8 Σεπτεμβρίου τού 1946, την επομένη του Β' Παγκοσμίου πολέμου, όλη η Πολωνία τής αφιερώθηκε.

Μέ τόν Ίωάννη-Παύλο τό Β', τόν πρώτο Πολωνό Πάπα, μπαίνουμε στήν πιό πρόσφατη Ιστορία. Ό'ίδιος έπισκέφθηκε δυό φορές τό ναό τής Jasna Gora , τόν 'Ιούνιο τού 1979 καί τού 1983. Σ' αυτή τήν τελευταία περίσταση ό ίδιος έκλεισε τούς εορτασμούς γιά τήν 600ή επέτειο τής παρουσίας τής θεομητορικής εικόνας στή Jasna Gora . Ή εξαιρετική σημασία τού ναού στή θρησκευτική ζωή, πολιτική καί κοινωνική τής Πολωνίας, άνακεφαλαιώθη- κε άπ' τόν Ποντήφικα ώς έξής κατά τήν πρώτη του επίσκεψη:

«Πάμπολλες φορές ήρθαμε εδώ, με άγρυπνη ποιμαντική προσοχή, για ν' ακούσουμε να χτυπά η καρδιά τής Εκκλησίας κι ή καρδιά τής πατρίδας στήν καρδιά της Μητέρας. Η Jasna Gora , πράγματι, δεν είναι μόνο τόπος προσκυνήματος για τους Πολωνούς της πατρίδας μα κι ο προσκυνηματικός ναός του έθνους... Η ιστορία της Πολωνίας μπορεί να γραφτεί με ποικίλους τρόπους, ιδιαίτερα εκείνη τών τελευταίων αιώνων. Μπορεί να ερμηνευτεί με τρόπο διαφορετικό. Πάντως, αν θέλουμε να γνωρίζουμε πώς ερμηνεύει αυτή την ιστορία η καρδιά των Πολωνών, πρέπει να 'ρθούμε εδώ, πρέπει να στήσουμε το αυτί σ' αυτό το ναό, πρέπει ν' αντιληφθούμε την ηχώ της ζωής του όλου έθνους μέσα στην καρδιά της Μητέρας και Βασίλισσάς του».