ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ιστορικές πληροφορίες για τον 'Αγιο Ανδρέα και τα φυλασσόμενα στους δύο εν Πάτραις Ναούς ιερά κειμήλια

'Αγιος Ανδρέας, εκδ. Ι. Μητροπόλεως Πατρών,
Πάτρα 1998, σελ. 7-15.

O πολιούχος και προστάτης των Πατρών 'Αγιος Ανδρέας υπήρξε ο μαθητής του Χριστού εκ του κύκλου των Δώδεκα Αποστόλων, ο οποίος πρώτος επλησίασε και ακολούθησε τον Κύριο (Ιωάν. 1, 41) και γι' αυτό αποκαλείται Πρωτόκλητος: «Πρώτος προσπελάσας τω Ιησού Πρωτόκλητος ώφθης». Αυτός και ο αδελφός του Πέτρος εγεννήθησαν στην κωμόπολη της Γαλιλαίας Βηθσαϊδά, που έκειτο πλησίον της λίμνης Γεννησαρέτ και που υπήρξε γενέτειρα και των άλλων δύο αδελφών αποστόλων, του Ιωάννου και του Ιακώβου, με τους οποίους απετέλουν την εξέχουσα τετράδα των μαθητών. Μαθητής αρχικώς του Ιωάννου του Προδρόμου ηκολούθησε πρώτος τον Χριστό, όταν ο Πρόδρομος τον κατέδειξε σ' αυτόν και τον Ιωάννη με την φράση: «' Ιδε ο αμνός του Θεού» (Ιωάν. 1, 36) και προσήγαγε σ' Αυτόν και τον αδελφό του.

Μετά την Πεντηκοστή, ακολουθών την εντολή του Κυρίου (Ματθ. 28,19) επραγματοποίησε μια μακροτάτη αποστολική διαδρομή. Περί αυτής δεν γίνεται μνεία στην Καινή Διαθήκη, η οποία τον αναφέρει για πρώτη φορά στο Ιωάν. 1, 36 και για τελευταία στις Πράξεις των Αποστόλων 1, 13. Είναι εν τούτοις βέβαιον ότι επορεύθη κηρύσσων τον Χριστό σε περιοχές, όπου προ μακρού ανθούσαν και ευημερούσαν πολυάνθρωπες πόλεις του εν διασπορά Ελληνισμού. Έτσι, μετέβη στη Νίκαια της Βιθυνίας (επί της λίμνης Ασκανίας), την Νικομήδεια και την Χαλκηδόνα επί της Προποντίδος, τις πόλεις του Ποντιακού Ελληνισμού Σινώπη (όπου υπέστη φοβερούς διωγμούς διασωθείς θαυματουργικώς), ' Αμισο (= Σαμψούντα) και Τραπεζούντα, εν συνεχεία στη Σκυθία, δηλαδή την Νότιο Ρωσία, την Κριμαία, (την περιοχή της Ταυρικής) και πέραν μέχρι τον Καύκασο (και τον πορθμό του Κερτς επί της Αζοφικής θαλάσσης) και έφθασε συνεχίζων την περιοδεία του μέχρι την Χερσώνα της Ουκρανίας (επί του ποταμού Δνειπέρου). Ηράκλειο και τιτάνειο έργο και πολύμοχθο, ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα. Για τον λόγο αυτό ο 'Αγιος τιμάται εξαιρέτως από τους Ρώσους. Από εκεί εξακολουθών ακατάβλητος το αποστολικό έργο Του ήλθε στο Βυζάντιο (όπου αργότερα εκτίσθη η Κωνσταντινούπολη), της εκκλησίας του οποίου υπήρξε ιδρυτής και επέπρωτο να αποβή ο θεμελιωτής και κατ' αναγωγήν πρωτεργάτης του μετέπειτα μεγαλείου της επί «πίστεως οικοδομηθείσης» ευκλεούς Βυζαντινής αυτοκρατορίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως διαχρονικής κεφαλής της Ορθοδοξίας. Κατόπιν ήλθε στην Θράκη, την Μακεδονία, την ' Ηπειρο, εκείθεν στην Θεσσαλία με κατάληξη την Αχαΐα και πέρας της περιοδείας Του την Πάτρα.

Είναι γι' αυτό που ο Ανδρέας αποκαλείται: «Απόστολος των Ελλήνων». Το περιστατικό που αναφέρεται στο Ιωάν. 12, 20 εγκλείει ένα βαθύ συμβολισμό και ίσως εχαράχθη βαθειά στην ψυχή του Αποστόλου και προκαθώρισε την μελλοντική πορεία Του. Ο Ανδρέας εισάγει στο Χριστό κάποιους Έλληνες, που ήθελαν να Τον συναντήσουν και άκουσε εκ στόματός Του την φράση: «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου». 'Αλλωστε και το όνομα του Αγίου είναι ελληνικό (Ανδρέας από τη λέξη: ανδρεία).

Την άφιξη του Αποστόλου στην πόλη μας βεβαιώνουν απολύτως αυθεντικές παλαιοχριστιανικές μαρτυρίες (Ιππόλυτος Ρώμης, Β' αιών μ.Χ. «Περί των ιβ' αποστόλων», Ιερώνυμος, «Επιστολή πρός Μάρκελλον», Κύρου Θεοδώρητος, Νικηφόρος Κάλλιστος), και αναφορές σε αρχαιότατα χριστιανικά κείμενα, δέχεται ομοφώνως σε Ανατολή και Δύση η Ιερά Παράδοσις της Εκκλησίας και μαρτυρούν με λεπτομερείς περιγραφές και εξωεκκλησιαστικά βιβλία, Πράξεις και Μαρτύρια, ήδη από του 4ου μ.Χ. αιώνος.

Στην Πάτρα, ο Απόστολος επετέλεσε πλείστα θαύματα και ιάσεις, εξ αιτίας των οποίων προσειλκύσθησαν πολλοί στην πίστη, μεταξύ των οποίων και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του τότε Ρωμαίου Ανθυπάτου Αιγεάτη, την οποίαν εθεράπευσε από ανίατη ασθένεια. Εθεράπευσε επίσης τον πάσχοντα από επιληψία δούλο του αδελφού του Αιγεάτη Στρατοκλή, ο οποίος την εποχή εκείνη ανεπλήρωνε τον Ανθύπατο κατά την απουσία του στη Ρώμη. Μετά το γεγονός αυτό ο Στρατοκλής έγινε χριστιανός και εχειροτονήθη Επίσκοπος Πατρών από τον Απόστολο μέσα στη φυλακή του, λίγο προ του μαρτυρίου του.

Ο Αιγεάτης εξ αιτίας όλων αυτών και ιδίως λόγω της εμμονής της συζύγου του στην πίστη, ωργίσθη και διέταξε την σύλληψη, τον βασανισμό και τελικώς τον μαρτυρικό δια σταυρώσεως θάνατο του Αποστόλου. Τον εσταύρωσε «επί ελαίας» κατά την μαρτυρία του Ιππολύτου Ρώμης ή επί σταυρού που απετελείτο από δύο τεμάχια ξύλου εληάς ή κάτω από τούς κλώνους εληάς. Η σταύρωση έγινε πλησίον της ακτής «παρά το χείλος της θαλασσίας ψάμμου» και στο σημείο ακριβώς όπου τώρα ευρίσκεται ο παλαιός Ναός και όπου ο Απόστολος συνήθιζε να κηρύττη. Κατά την επικρατέστερη εκδοχή το μαρτύριο του Αγίου συνέβη το έτος 66 μ.Χ. επί αυτοκράτορος Νέρωνος. Η παράδοση που λέει ότι ο σταυρός, επί του οποίου εθανατώθη ο 'Αγιος είχε σχήμα X είναι μεταγενέστερη, ανάγεται στον ΙΓ' αιώνα και έχει Δυτική προέλευση. Ενώ η παράδοση ότι εσταυρώθη κατά ανάστροφο τρόπο είναι παλαιότερη και αναφέρεται στο μαρτυρολογίο.

Μέχρι του 4ου αιώνος το λείψανον του Αγίου ευρίσκετο ακέραιο στην Πάτρα. Μετεφέρθη δε στην Κωνσταντινούπολη από τον απεσταλμένο του Αυτοκράτορος στρατηγό Αρτέμιο το έτος 353 ή πιθανώτερα το 357 μ.Χ., επί αυτοκράτορος Κωνσταντίου (337- 361 μ.Χ.) και εναπετέθη στο Ναό των Αγίων Αποστόλων. Ο ναός αυτός εγκαινιάσθη από τον Μέγα Κωνσταντίνο το έτος 336 μ.Χ., κατά δε τον ιστορικό Παπαρρηγόπουλο, ο Μ. Κων/νος κατεσκεύασε δώδεκα θήκες εις μνήμην των δώδεκα μαθητών του Κυρίου με την προοπτική να συγκεντρωθούν εκεί τα άγια λείψανά τους. Κατά μία ατεκμηρίωτη εκδοχή το λείψανο του Αγίου, μετά την κατάληψη της Κων/πόλεως από τους Φράγκους, ηρπάγη από τον εκ Καπύης Καρδινάλιο Πέτρο και μετεφέρθη στη Γαέτα της Ιταλίας και εν συνεχεία στην Αμάλφη το έτος 1208 μ.Χ. και εναπετέθη στον Μητροπολιτικό Ναό της πόλεως αυτής. Κατ' άλλη πληροφορία (Πουκεβίλ) το λείψανο του Αγίου ευρίσκετο, χωρίς την κάρα, στη Ρώμη και μάλιστα το έτος 1527 μ.Χ. εβεβηλώθη από Γερμανούς στρατιώτες.

Εις ό,τι αφορά την τιμία κάρα του αγίου λειψάνου, αυτή ή ουδέποτε μετεφέρθη εκ Πατρών στην Κωνσταντινούπολη ή επεστράφη από εκεί ως δώρο πιθανώτατα από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Α' (867-886 μ.Χ.) με την μεσολάβηση, ως παραδίδεται, της εκ Πατρών ευγενούς και πλουσιωτάτης χήρας Δανιηλίδος. Την άγια κάρα μετέφερε στη Ρώμη μέσω Κερκύρας από την Πάτρα (που ήταν πρωτεύουσά του και επέκειτο η κατάληψή της από τους Τούρκους) ο Δεσπότης του Μορέως Θωμάς Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, το έτος 1460 μ.Χ. και την παρέδωσε δύο χρόνια αργότερα στον πάπα Πιο Β'.

Η παράδοση έγινε μέσω του εξωμότου Καρδιναλίου Βησσαρίωνος, άλλοτε μητροπολίτου Νικαίας, κατόπιν λαμπράς τελετής. Από τότε το ιερό κειμήλιο ευρίσκετο στο Ναό του Αγίου Πέτρου της Ρώμης. Στην πόλη μας επανεκομίσθη με επίσημη τελετή, παρισταμένων 31 αρχιερέων και επισήμου αντιπροσωπείας του Βατικανού, την 26η Σεπτεμβρίου 1964, ύστερ ' από 502 έτη, επί αοιδίμου μητροπολίτου Πατρών Κωνσταντίνου, παραχωρηθέν την 22.6.1964 από τον τότε Πάπα Παύλο ΣΤ' κατόπιν διαβήματος των τοπικών Αρχών και της Μητροπόλεως Πατρών, με την βοήθεια και του τότε Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρου. Εναπετέθη εις τον Παλαιό Ναό «από την Βασιλικήν του Απ. Πέτρου Ρώμης εις την Βασιλικήν του Αγ. Ανδρέου Πατρών» μέχρι των εγκαινίων του Νέου Ναού. Έκτοτε, το πανίερο τούτο κειμήλιο ευρίσκεται αποθησαυρισμένο στο Νέο Ιερό Ναό Αγίου Ανδρέου φυλασσόμενο εντός νέας (μετά την καταστροφή της παλαιάς το 1970) λειψανοθήκης βυζαντινής τεχνοτροπίας και αποτελεί πανελλήνιο και παγχριστιανικό προσκύνημα, που σκέπει, φρουρεί και διαφυλάσσει την πόλη μας, αλλά και ολόκληρο το Ελληνικό Έθνος εκ παντοίων κινδύνων και πάσης περιστάσεως.

Εις τον ίδιο Ναό όπισθεν της αγίας κάρας έχει τοποθετηθή και ο Σταυρός του μαρτυρίου του Αποστόλου, ο οποίος κατόπιν ενεργειών του Σεβ. Μητροπολίτου Πατρών κ. Νικοδήμου μετεφέρθη από το Ναό Αγίου Βίκτωρος Μασσαλίας της Γαλλίας, όπου ευρίσκετο προ του 1250 μ.Χ., στην πόλη μας το 1979.

Μέχρι της εν έτει 1964 ανακομιδής της τιμίας κάρας, το μοναδικό τμήμα του αγίου λειψάνου του αποστόλου Ανδρέου, που ευρίσκετο στην Πάτρα ήταν τεμάχιο δακτύλου του Αγίου, το οποίον είχε παραλάβει από το 'Αγιον Όρος και το εδώρησε στην πόλη μας το έτος 1847 ο Ρώσος ευγενής και αυλικός Ανδρέας Μουράβιεφ. Το ιερό τούτο κειμήλιο ευρίσκεται από τότε στον Παλαιό Ναό μέσα σε περίτεχνη λειψανοθήκη, που φυλάσσεται εντός μαρμάρινης λάρνακος. Στην λάρνακα αυτή έχει τοποθετηθή προς ευλαβή προσκύνηση των πιστών και ευμεγέθης επαργυρωμένη εικόνα του Αγίου σε ύπτια θέση.

Eπί τη επανακομιδή της τιμίας κάρας του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου ο τότε αρχιμανδρίτης Νικόδημος Βαλληνδράς και νυν Μητροπολίτης Πατρών κ. Νικόδημος είχε συνθέσει και μελοποιήσει καλλιεπή και εμπνευσμένη ασματική ακολουθία, που ψάλλεται κατά τον εορτασμόν της επετείου, όπως συνέθεσεν και εμελοποίησεν και σχετικόν Απολυτίκιον επί τη επιστροφή του Σταυρού του μαρτυρίου του. Η μνήμη του Αγίου εορτάζεται εκ συμφώνου σε Ανατολή και Δύση την 30η Νοεμβρίου, ημέρα του θανάτου του. Μετά την Θ. Λειτουργία γίνεται επιβλητική λιτανεία στις κεντρικές οδούς της πόλεως, την οποίαν παρακολουθεί με ευλάβεια μέγα μέρος των κατοίκων της πόλεως και κατά την οποίαν περιφέρονται εν ιερά πομπή τα ανωτέρω άγια λείψανα και η επάργυρος μεγάλη εικόνα του Αγίου. Η λιτανεία αυτή καθιερώθη το έτος 1836 και κατηργήθη από του έτους 1874 μέχρι του έτους 1930. Έκτοτε τελείται συνεχώς.

Η Πάτρα σεμνύνεται ότι εις αυτήν επεφυλάχθη η μεγίστη δωρεά και η μοναδική τιμή να «κέκτηται ποιμένα και πολιούχον θείον» ένα εκ των δώδεκα μαθητών του Κυρίου και να μαρτυρήση στο έδαφός της ο ένδοξος και πανεύφημος Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος.

Σύντομο Ιστορικό των δύο Ιερών Ναών Αγίου Ανδρέου
(Παλαιού και Νέου της πόλεως)

I. Ο Παλαιός Ναός

α) Στη θέση όπου εθανατώθη το έτος 66 μ.Χ, ο Απόστολος Ανδρέας, δηλαδή στην παραλία των Πατρών, όπου τώρα ευρίσκεται ο παλαιός Ναός του υπήρχεν, ήδη από του 5ου αιώνος, ναός προς τιμήν του Αγίου. Ο παμπάλαιος εκείνος ναός είχε περιπετειώδη ιστορία δια μέσου των αιώνων, που εν πολλοίς αντιστοιχεί στις ιστορικές περιπέτειες της φυλής. Όπως φαίνεται, ο ναός αυτός ήταν κτισμένος στο χώρο όπου κατά την ειδωλολατρική εποχή ευρίσκετο περίβλεπτος ναός της Δήμητρος, πλησίον του οποίου υπήρχε πηγή του μαντείου αυτής της θεάς, γνωστού όντος ότι η Δήμητρα, μέσω των Ελευσινίων μυστηρίων και της συνδέσεώς της με τον Διόνυσο, είχε στενή σχέση με τη μαντική. Η πηγή αυτή ήδη από τη μεσαιωνική εποχή απεκαλείτο «πηγάδι του Αγίου Ανδρέου».

Στον ναό αυτόν του Αγίου προσήλθε προσκυνητής, πριν ακόμη γίνη αυτοκράτωρ, ο αρχηγέτης της Μακεδονικής δυναστείας Βασίλειος ο Μακεδών (9ος αιών), που σχετίζεται με την επιστροφή στην Πάτρα της αγίας κάρας κατόπιν μεσολαβήσεως της Δανιηλίδος. Ένα αιώνα αργότερα, επιστρέφοντας από την Κωνσταντινούπολη ο επίσκοπος Κρεμώνης Λουϊτπράνδος, πρεσβευτής του ηγεμόνος της Δύσεως Όθωνος Α', είδε τον ναό του Αγίου Ανδρέου, καθ' ον χρόνον διέπλεε τον Πατραϊκό κόλπο.

Την εποχή της Φραγκοκρατίας (ΙΓ'–ΙΕ' αιών) ο ναός περιήλθε στους Φράγκους και λέγεται ότι σ' αυτόν έγιναν το 1259 μ.Χ. οι γάμοι του (εκ Καλαμάτας) ηγεμόνος Γουλιέλμου Βιλλεαρδουΐνου με την κόρη του Δεσπότου της Ηπείρου Μιχαήλ Β' Αγγέλου. Τότε ο ναός ήταν μητροπολιτικός και οχυρωμένος στις τέσσαρες γωνίες του με πύργους για την απόκρουση των πειρατών.

Στους ορθοδόξους Πατρινούς απεδόθη εκ νέου την εποχή των Παλαιολόγων. Μάλιστα, ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνος Παλαιολόγος την 5.6.1429 μ.Χ. προ του ναού αυτού έλαβε τα κλειδιά της πόλεως από τους προκρίτους της. Κατά τον ΙΗ' αιώνα ο ναός επυρπολήθη από τούς Τουρκαλβανούς κατά τα Ορλωφικά και δεν επετράπη από τούς Τούρκους η ανοικοδόμησή του. Πάντως, από τα μέσα του ΙΗ' αιώνος υπήρξε ενοριακός ναός. Το δε έτος 1830 αναφέρεται ως ενορία με εφημέριο εκ Πατρών.

β) Το έτος 1836, με πρωτοβουλία 148 Πατρινών πολιτών, επί της Βασιλείας του ' Οθωνος, άρχισε η ανέγερση ναού Αγίου Ανδρέου στην ανωτέρω θέση. Η κατασκευή του επερατώθη το 1843. Ο ναός για ένδεκα χρόνια (από 1845-1856) διετέλεσε μητροπολιτικός, ενώ προηγουμένως καθεδρικός ήταν ο Ναός Παντοκράτορος.

Ο ναός είναι ένα περίτεχνο αρχιτεκτονικό και ιστορικό πλέον μνημείο, κτισμένο σε ρυθμό τρίκλιτης Βασιλικής, αποτελεί δε έργο του Θεσσαλονικέως αρχιτέκτονος Λυσ. Καυταντζόγλου. Τα τρία κλίτη χωρίζονται από δύο σειρές εκ πέντε κιόνων εκάστη κορινθιακού ρυθμού με επιχρυσωμένα κιονόκρανα. Έχει διακοσμηθή με περίτεχνες και σπάνιας τέχνης αγιογραφίες, τόσον στο τέμπλο (το υπάρχον είναι έργο του 1885), όπου είναι διάχυτο το αισθητικό ύφος της επτανησιακής σχολής, όσον και στις αγιογραφίες της οροφής, όπου εικονίζονται, εις μεν το αριστερό και δεξιό κλίτος ολόσωμοι οι Παλαιοδιαθηκικοί Προφήτες, εις δε την οροφή του μεσαίου και πλατύτερου κλίτους οι τέσσαρες Ευαγγελισταί και οι Απόστολοι, με επικεφαλής τους δύο πρωτοκορυφαίους. Οι αγιογραφίες αυτές είναι έργο του Δ. Βυζαντίου, συγγραφέως του γνωστού θεατρικού έργου «Βαβυλωνία».

Όπως ελέχθη, στο Ναό αυτόν φυλάσσεται και προβάλλεται προς προσκύνηση το τεμάχιο του δακτύλου του Αγίου, που το 1847 εδώρησε ο Ρώσος ευγενής Ανδρέας Μουράβιεφ.

 

ΙΙ. Ο Νέος Ναός

Η πόλη των Πατρών ευλαβουμένη τον ένδοξο Πολιούχο της και επιθυμούσα να ανεγείρη προς τιμήν Του ένα Ναό σε μέγεθος αντάξιο της μεγαλοσύνης του Πρωτοκλήτου των Αποστόλων, από τις αρχές του αιώνος μας, και συγκεκριμένως το έτος 1902, προεκήρυξε διεθνή διαγωνισμό για την εκπόνηση του αρχιτεκτονικού σχεδίου. Τα εκπονηθέντα σχέδια υπεβλήθησαν υπό την κρίση της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Βερολίνου, η οποία προέκρινε το σχέδιο του Γάλλου αρχιτέκτονος Αιμιλίου Ρομπέρ.

Πριν όμως ακόμη θεμελιωθή ο Ναός, άρχισαν αντιδράσεις και υπήρξε σφοδρή κριτική κατά του ευφαντάστου και αληθώς επιβλητικού αυτού σχεδίου, διότι εθεωρήθη ότι δεν ανταποκρίνεται στην ορθόδοξη βυζαντινή παράδοση. Ήταν ευνόητο άλλωστε, ο εκπονήσας το σχέδιο Γάλλος μηχανικός να είναι επηρεασμένος από την Δυτική παράδοση.

Ο νέος Ναός του Αγίου εθεμελιώθη την 1.6.1908 υπό του βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Α' με μεγάλη επισημότητα και άρχισε η οικοδόμησή του με βραδύτατο ρυθμό, εν μέσω αντιδράσεων λόγω του διαμφισβητουμένου ρυθμού, αλλά και εξ αιτίας των πολεμικών περιπετειών του Έθνους που επηκολούθησαν. Η έλλειψις των οικονομικών μέσων φαίνεται ότι συνετέλεσε και αυτή στη μεγάλη καθυστέρηση του τολμηρού έργου χωρίς όμως τούτο να σημαίνη ότι η πόλη μας επωμίσθη ένα έργο ανώτερο των δυνάμεών της, ακόμη και υπό τα τότε πληθυσμιακά δεδομένα. Συνεπεία των εκτεθέντων λόγων η ανύψωση του κεντρικού θόλου άρχισε μόλις το 1934. Μέχρι και των αρχών της δεκαετίας του 1960 υπήρχε μόνον ο ογκωδέστατος κεντρικός θόλος, που ήταν ορατός από την απέναντι ακτή του Πατραϊκού κόλπου.

Το έτος 1955 με νόμον της Πολιτείας και πρωτοβουλία του αοιδίμου Μητροπολίτου Πατρών Θεοκλήτου εθεσπίσθη δια τους κατοίκους των Πατρών ένα μικρό ειδικό τέλος επί της καταναλώσεως του ηλεκτρικού ρεύματος 10 δραχμών και ούτω κατέστη δυνατή η συνέχιση της ανεγέρσεως με σχετικώς ταχύτερο ρυθμό. Εν τω μεταξύ είχε τροποποιηθή το αρχικό αρχιτεκτονικό σχέδιο του Ρομπέρ ουσιωδώς, υπό του ειδικού «ναοδόμου» αρχιτέκτονος Γεωργ. Νομικού ώστε να προσαρμοσθή στη βυζαντινή παράδοση. Οι αλλαγές αυτές, όπως αναποφεύκτως συμβαίνει, έχουν επιπτώσεις και στη γενική αισθητική εμφάνιση του έργου και στην ακουστική, πράγμα που πιθανώς συνέβη και εν προκειμένω.

Ο Ναός ενεκαινιάσθη μεγαλοπρεπώς την 26η Σεπτεμβρίου 1974 (10 ακριβώς χρόνια μετά την ανακομιδή της τιμίας κάρας του Αποστόλου το 1964) και 66 ολόκληρα χρόνια μετά την αρχική θεμελίωση από τον Σεβ. Μητροπολίτην Πατρών κ. Νικόδημον, προεξάρχοντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Σεραφείμ και συλλειτουργούντων 30 Αρχιερέων, καθώς και εκπροσώπων των Πατριαρχείων, όπως αναφέρει και η εντοιχισθείσα ύπερθεν του αριστερού (για τον εισερχόμενο) Επιτροπικού του Ναού αναμνηστική πλάκα. Ο εγκαινιασμός συνετέλεσε ώστε να επιταχυνθή δραστηρίως και εργωδώς ή ολοκλήρωση του Ναού και έγιναν ουσιώδεις συμπληρώσεις στον εσωτερικό κυρίως διάκοσμο με επιστέγασμα την αγιογράφηση του Ναού από τον αγιογράφο κ. Ιωάννη Καρούσο. Υπολείπεται μικρό μόνο μέρος εισέτι, το πρόσθιον τμήμα και τα πλάγια κλίτη για την αποπεράτωση της αγιογραφήσεως.

Από πλευράς χωρητικότητος είναι ο μεγαλύτερος, καθ' όσον γνωρίζουμε, Ναός της Ελλάδος. Ο καταμετρήσας αυτόν Επίτροπος του ναού Πολ. Μηχανικός κ. Ανδρ. Λαμπρόπουλος εύρε ότι έχει εσωτερικώς εμβαδόν 1406,55 τετρ. μέτρα ο κυρίως ναός και 385 τ.μ. ο γυναικωνίτης, ήτοι συνολικώς 1.791,55 τ.μ.

Τούτο σημαίνει ότι εις περιπτώσεις αθρόας συρροής πιστών ο ναός ημπορεί να χωρέση άνω των 7.000 ατόμων, υπολογιζομένων 4 ατόμων ανά τετραγωνικό μέτρο. Το εμβαδόν του παλαιού ναού είναι 568,75 τ.μ.

III. Η Πηγή

Δεξιά γι' αυτόν που εισέρχεται στον Παλαιό Ναό και εν επαφή προς αυτόν υπάρχει πηγή μέσα σε θολωτό άντρο, στην οποία κατέρχεται κανείς με 11 σκαλοπάτια. Η πηγή είναι αρχαιοτάτη και εχρησίμευε, όπως ελέχθη, ως πηγή του μαντείου της Δήμητρος. Αυτό υπενθυμίζει η μαρμάρινη πλάκα με επίγραμμα, επάνω ακριβώς από τήν είσοδο σε μιά προσπάθεια να αποδοθή σε δακτυλικό εξάμετρο: «Νημερτές το δ' ύδωρ / Δημήτερος ην ποτε νούσοις / Ένθα παγείς ξύλω Ανδρέας / Πάτρας αμφιβέβηκε (Ιαματικό είναι τούτο το νερό που κάποτε της θεάς Δήμητρας ήταν, όπου ο Ανδρέας σε ξύλο προσηλώθηκε και προστατεύει την Πάτρα)».

Η πλάκα αυτή είναι αντίγραφο της χαμένης αρχικής και το επίγραμμα αποδίδεται στον Αρχιεπίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό, δεν αποκλείεται όμως να είναι παλαιότερο. Εντός του σπηλαίου στο τέρμα της κλίμακας και προ της πηγής έχει τώρα τοποθετηθή εξαίρετης τέχνης εικόνα του Αγίου που έχει δωρηθή (και ασφαλώς αγιογραφηθή) τό 1924 από Καυσοκαλυβίτη μοναχό.

Σήμερα το νερό της πηγής είναι «αγίασμα» και προσφέρεται προς βοήθειαν των αρυομένων και εις ίασιν νοσημάτων. Σώζεται μάλιστα παλαιά δοξασία, σύμφωνα με την οποία, όποιος πιή από το νερό της πηγής αυτής, θα ξανάρθη να πιή και πάλι. Ακριβώς κάτω από τη μαρμάρινη πλάκα με το επίγραμμα υπάρχει η γνωστή καρκινική επιγραφή: «Νίψον ανομήματα, μη μόναν όψιν», δια να τονίζεται ότι το νερό προσφέρεται ως αγίασμα , και όχι μόνο προς εξωτερικήν νίψιν αλλά ψυχικήν (κάθαρσιν «ανομημάτων»).

(δηλ. Απόπλυνε τας αμαρτίας σου και όχι μόνον τα εξωτερικά μέλη σου).

Σημ. Οι ιστορικές πληροφορίες που εκτίθενται ανωτέρω έχουν κατά βάσιν αντληθή από το Ιστορικό Λεξικό των Πατρών του Κώστα Τριανταφύλλου (έκδ. Β' 1980, έκδ. Γ' 1996).