ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η Ωραιότητα

Νicolas Berdiaeff, Χριστιανικόν Συμπόσιον 1967,
σελ. 92-97, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

 

Η ωραιότητα, μακριά από του να είναι μια ιδιαίτερη όψη της ύπαρξης, αποτελεί το χαρακτηριστικό της πιο προηγμένης ποιοτικά κατάστασης του όντος. Μπορεί κανείς να πη ότι η ωραιότητα είναι μια κατηγορία όχι μόνον αισθητική, αλλά και μεταφυσική. Αν είναι κάτι που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται μ' έναν ακέραιο τρόπο, αυτό είναι η ωραιότητα. Μιλάμε για μιαν ωραία ψυχή, για μιαν ωραία ζωή, για μιαν ωραία πράξη, κλπ. Λέγοντας το, δεν εκφράζουμε μονάχα μιαν αισθητική κρίση, αλλά μια κρίση ακέραια. Όλα όσα είναι αρμονικά μέσα στη ζωή υπάγονται στην ωραιότητα. Υπάρχει ωραιότητα σε κάθε αρμονία, σε κάθε αντιστοιχία των πραγμάτων. Η ωραιότητα είναι ο τελικός σκοπός του άνθρωπου και του κόσμου. Το Καλό είναι ένα μέσο, ένας δρόμος, και γεννήθηκε από αντίθεση στο Κακό (γνώση του Καλού και του Κακού). Η ωραιότητα είναι επέκεινα της γνώσης του Καλού και του Κακού. Όσο για το Καλό, δε βρίσκεται επέκεινα της γνώσης του Καλού και του Κακού παρά όταν το Κακό έχει κιόλας ξεχαστεί, και τότε είναι που βρίσκεται κανείς μπρος στην ωραιότητα.

Η ηθική διαστροφή, ιδία του Κακού, είναι ξένη προς την ωραιότητα. Η ωραιότητα του Κακού είναι μια αυταπάτη και ένα ψέμα. Η Βασιλεία του Θεού δε μπορεί να συλληφθή παρά ως βασιλεία της Ωραιότητας. Η μεταμόρφωση του κόσμου είναι μια εκδήλωση ωραιότητας, και κάθε ωραιότητα που υπάρχει μέσα στον κόσμο είναι μια ανάμνηση του παραδείσου ή μια προφητεία που αναγγέλλει τον ερχομό ενός μεταμορφωμένου κόσμου. Κάθε πείρα μιας αρμονικής κατάστασης είναι πείρα ωραιότητας. Η ωραιότητα είναι το ανώτερο ιδεώδες από όπου κάθε δυσαρμονία, κάθε διαστροφή, κάθε ποταπότητα αποκλείονται. Έχει σημασία να διακρίνη κανείς με σαφήνεια μεταξύ της ωραιότητας και της ομορφιάς. Το όμορφο είναι μια ψεύτικη ωραιότητα, μια απατηλή ωραιότητα, μια ωραιότητα που ανήκει στον φαινομενικό κόσμο, ενώ η αληθινή ωραιότητα περιέχει μιαν αρχή noumenal. Αλλά η ωραιότητα έχει τη δική της διαλεκτική, και ο Ντοστογιέβσκι μιλάει γι' αυτή μ' έξαρση. Πίστευε ότι η ωραιότητα θα σώση τον κόσμο. Αλλά λέει: «Η ωραιότητα είναι ένα πράγμα όχι μόνο τρομερό, αλλά και μυστηριώδες. Είναι ο διάβολος που παλεύει με το Θεό, και η ανθρώπινη καρδιά είναι το πεδίο της μάχης». Πως να ερμηνεύση κανείς αυτά τα λόγια; Δε θα μπορούσε να πη ότι η ωραιότητα σημειώνει μια διακοπή του αγώνα και μια μύηση στον θείο κόσμο ; Αλλά η ωραιότητα δημιουργείται και ανθίζει μέσα σ' ένα σκοτεινιασμένο κόσμο, που βρίσκεται σ' έναν αγώνα παθιασμένο. Και μέσα στην ανθρώπινη ψυχή μπορεί όμοια να παρασυρθή η ωραιότητα σ' έναν αγώνα μεταξύ αντιθέτων άρχων. Μια τραγωδία μπορεί να επιτρέπη την πιο μεγάλην ωραιότητα, και ο Ντοστογιέβσκι, αυτός ο ίδιος, είναι ένας τραγικός συγγραφέας. Μια αρμονική ζωή δεν μας παρουσιάζει μια τραγωδία, αλλά μια σύγκρουση μεταξύ αντιθέτων άρχων. Κατά τη θεωρία της αριστοτελικής κάθαρσης, από την τραγωδία γευόμαστε την πείρα της ωραιότητας. Η τραγική ωραιότητα είναι η πιο βαθειά απ' όλες τις μορφές ωραιότητας, ακτινοβολεί μ' ένα θείο φως. Μια ωραιότητα εξωτερικά αρμονική μπορεί να είναι ψεύτικη, να χρησιμεύη για προσωπίδα του άσχημου. Σαν κάθε αρχή χωρισμένη από τη πηγή του φωτός, η ωραιότητα μπορεί να μεταμορφωθή στο αντίθετο της. Έτσι μπορεί κανείς να πη ότι είναι ταυτόχρονα αρμονία και ανάπαυση μετά έναν οδυνηρό αγώνα, καθώς μπορεί να χρησιμεύση και ως «πεδίο μάχης» στους αγώνες του Θεού με το διάβολο. Ο διάβολος θέλει να χρησιμοποίηση την ωραιότητα για τους δικούς του σκοπούς. Η ωραιότητα, εκείνη της φύσης και εκείνη η δημιουργημένη από την τέχνη, φέρνει μεγάλη χαρά στη ζωή μας. Οι κρίσεις οι καθαρά αισθητικές δεν επιτρέπουν αυτό το στοιχείο πόνου που υπάρχει μέσα στις ηθικές κρίσεις. Και είναι ίσως γι' αυτό το λόγο που ο διάβολος θα ήθελε να χρησιμοποίηση την ωραιότητα για τους δικούς του σκοπούς. Η ωραιότητα μπορεί να γίνη δαιμονική, όχι εξ αιτίας της φύσης της, όχι γι' αυτό που είναι, αλλά ως μέσον αγώνα μεταξύ δυνάμεων ριζικά αντίθετων. Η ωραιότητα μπορεί να είναι απατηλή, καθώς είναι εκείνη ωρισμένων γυναικών, ωρισμένων έργων τέχνης. Η αρχή η δαιμονική δεν είναι συμφυής ούτε με την ωραιότητα ούτε με τη δημιουργία, αλλά με τις διαθέσεις και τον εσωτερικό προσανατολισμό του ανθρώπου. Μιλούν πρόθυμα για την δαιμονική αρχή ωρισμένων δημιουργιών του Leonardo Da Vinci, για τον Άγιο Ιωάννη το Βαπτιστή του, για τη Τζοκόντα του, παραδείγματος χάρη. Αλλά το δαιμονικό, που ήταν ίσως συμφυές με τον Leonardo καταναλώθηκε μέσα στις δημιουργίες του ως ενέργειες μεταμόρφωσης και πραγματοποίησης. Ο αισθητικός που δεν αναγνωρίζει παρά τις αισθητικές αξίες και μ' αυτές υποκαθιστά όλες τις άλλες, την Αλήθεια και το Καλό, παραδείγματος χάρη, αποτελεί ευνοϊκό έδαφος για τις δαιμονικές παρεκκλίσεις. Αλλά οι μεγάλοι δημιουργοί δεν υπήρξαν ποτέ αισθητικοί. Ο αισθητισμός δεν είναι μια κατάσταση δημιουργίας, αλλά μια κατάσταση παθητικότητας. Ο αισθητικός αφήνεται να ξεχειλιστή από τα πράγματα, ζει μέσα σ' ένα κόσμο όχι αρχέγονο, αλλά δευτερεύοντα. Δε γυρεύει ποτέ την αλήθεια, δεν την αγαπά, καθώς δεν αγαπά κανείς μια δυσάρεστη ανάμνηση. Οι δαιμονικές αυτές παρεκκλίσεις δεν έχουν κανένα βάθος. Είμαι πάντως διατεθειμένος να πιστέψω ότι οι αισθητικοί δεν αγαπούν ούτε καν την ωραιότητα, γιατί δεν αισθάνονται καμμιάν έλξη προς τα θεία ύψη. Στρεβλώνοντας όλες τις κρίσεις, ο αισθητισμός γέννησε μέσα στην κοινωνική ζωή αποτελέσματα πολύ βλαβερά. Έχουμε την απόδειξη αυτού στις συλλήψεις του Nietzshe και του Leontiev. Να πολεμά κανείς την ανάγκη μεγαλύτερης δικαιοσύνης μέσα στην κοινωνική ζωή, με μόνο λόγο ότι υπήρχε περισσότερη ωραιότητα στα άδικα κοινωνικά πολιτεύματα του παρελθόντος, είναι μιαν απαράδεκτη στάση. Ο ιστορικός αισθητισμός και ο ρομαντισμός του Leontiev δεν είναι παρά ψέμα και πλαστότητα.

Η διαισθητική αντίληψη της ωραιότητας της φύσης, του άνθρωπου, ενός έργου τέχνης, είναι μία νίκη δημιουργική πάνω στο χάος, την αποσύνθεση, την ασχήμια. Η αντίληψη της ωραιότητας, είναι η διείσδυση κάτω από τον άσχημο φλοιό που σκεπάζει τον κόσμο. Αν διερωτάται κανείς, όπως γίνεται στα βιβλία αισθητικής, αν η ωραιότητα είναι υποκειμενική ή αντικειμενική, δεν θέτει ορθά το ερώτημα. Λέγοντας ότι η ωραιότητα δεν είναι αντικειμενική άλλα υποκειμενική, εννοούν πως δεν είναι παρά μια υποκειμενική αυταπάτη, που εξαρτάται από την υποκειμενική κατάσταση του ανθρώπου. Είναι επίσης ανακριβές να λέη κανείς ότι η ωραιότητα είναι αντικειμενική. Αλλά να λέη κανείς ότι η ωραιότητα είναι υποκειμενική, είναι πάντως σα να βεβαιώνη την πραγματικότητα της, γιατί η πραγματικότητα, είναι μέσα στην υποκειμενικότητα, μέσα στην αρχέγονη ζωή την ακόμα γεμάτη ζέση και όχι μέσα στην αντικειμενικότητα όπου η φλόγα της ζωής έχει κιόλας κρυώσει. Αυτό μας τοποθετεί αντίκρυ σ' ένα ζήτημα πολύ περίπλοκο, των σχέσεων μεταξύ της δημιουργικής ενέργειας και της εξαντικειμενίκευσης ή αποξένωσης. Μπορεί κανείς άραγε να πη ότι η πραγματοποίηση κάθε δημιουργική-ενέργειας είναι μια εξαντικειμενίκευση; Ότι η ωραιότητα που βγήκε από τις δημιουργικές δυνάμεις της φύσης και από κείνες του άνθρωπου, είναι αναγκαστικά μια ωραιότητα «κλασσική», «αντικειμενική» ; Από την απάντηση σ' αυτές τις ερωτήσεις εξαρτάται η έκβαση της συζήτησης ανάμεσα στον κλασσικισμό και τον ρομαντισμό. Ο κλασσικισμός είναι θεμελιωμένος πάνω στη δοκιμασία της αντικειμενικής τελειότητας των έργων που δημιούργησε ο άνθρωπος. Αλλά τα προϊόντα της φύσης μπορούν επίσης να κατέχουν μια τελειότητα κλασσική, όπως κι η φύση μπορεί να είναι επίσης ρομαντική. Αρκεί, για να πειστή κανείς γι' αυτό, να διάβαση τα μυθιστορήματα του Walter Scott. Η κλασσική εξαντικειμενίκευση είναι η πραγματοποιημένη τελειότητα μέσα στο πεπερασμένο, είναι σα μια νίκη που κερδίζεται πάνω στο όμορφο Άπειρο. Δεν είναι τυχαίο πως οι Έλληνες συνδύαζαν την τελειότητα με το πεπερασμένο και φοβόνταν το Άπειρο ως χαοτικό. Λοιπόν, ο ρομαντισμός - που για να πη κανείς την αλήθεια, δεν εκδηλώνεται παρά κατά τη χριστιανική περίοδο της Ιστορίας - δεν πιστεύει πως είναι δυνατό ν' απόκτηση κανείς την τελειότητα μέσα στο πεπερασμένο, γιατί όλες αυτές οι ανυψώσεις δεν έχουν παρά το Άπειρο ως σκοπό και ως αντικείμενο. Το κλασσικό είναι μια αρχή τόσο αιώνια όπως και το ρομαντικό. Η ανθρώπινη δημιουργία δεν μπορεί να μην ανυψώνεται προς την τελειότητα της μορφής, όπως δε μπορεί ν' αρκεστή σ' αυτό που είναι πεπερασμένο, έγκλειστο μέσα σ' αυτό το κόσμο. Το noumenal, που είναι η πηγή της δημιουργίας, πρέπει πάντα να ξεπερνά τα όρια του φαινομενικού, το πεπερασμένο να σπάη πάνω στο Άπειρο. Οι σχέσεις ανάμεσα στη μορφή και στο άπειρο περιεχόμενο της ζωής είναι παράδοξες και αντιφατικές. Δεν υπάρχει ωραιότητα χωρίς μορφή, το άμορφο είναι άσχημο και δε μπορεί παρά να είναι τερατώδες. Η δημιουργική δύναμη της ζωής πρέπει να λάβη μια μορφή. Αλλά η μορφή μπορεί να παγώση, να οστεοποιηθή, να σβήση τη δημιουργική φλόγα της ζωής, και να πνίξη την ορμή που γέννησε το έργο.

Τότε είναι που η δημιουργική φλόγα πρέπει ν' αναζωογονηθή για να σπάσουν οι μορφές που έγιναν άκαμπτες, για ν' ανοιχτή η είσοδος στο άπειρο περιεχόμενο. Αυτός είναι ένας αγώνας αιώνιος που δε μπορεί να τερματιστή μέσα στα όρια αυτού εδώ του κόσμου. Η ωραιότητα είναι αχώριστη από τη μορφή, αλλά είναι επίσης αχώριστη από τη δημιουργική δύναμη της ζωής, της τάσης προς το Άπειρο. Για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Ν ietzsche, θα πούμε ότι ο Απόλλων και ο Διόνυσος αντιπροσωπεύουν δυο αιώνιες αρχές που δεν πηγαίνουν ποτέ η μια χωρίς την άλλη. Η αιώνια αρχή της μορφής και η αιώνια αρχή της άπειρης δύναμης πρέπει να συγχωνευτούν, να γίνουν ένα. Αν είναι αλήθεια, καθώς λέει ο Viqtcheslov Ivanov, ότι ο Διόνυσος δεν διαθέτει δική του ωραιότητα, είναι επίσης αληθινό ότι χωρίς το Διόνυσο κι ο Απόλλων δεν θα είχε τη δική του. Οι ίδιες δυνάμεις εκδηλώνουν τις ενέργειες του μέσα στην κοσμική ζωή. Αλλά η ωραιότητα ως ουσία δεν είναι ποτέ μια εξαντικειμενίκευση προς την οποία δε θα μπορούσε κανείς να τηρή παρά μια παθητική στάση. Η ωραιότητα, όταν κανείς τη θεωρή, απαιτεί από μέρος του υποκειμένου μια δραστηριότητα δημιουργική. Μακριά από του να είναι εξαντικειμενίκευση, η ωραιότητα είναι μια μεταμόρφωση, και μονάχα η δημιουργική μεταμόρφωση δίνει λαβή σε πραγματικότητες. Η αληθινά μεγάλη τέχνη δε μπόρεσε ποτέ να είναι μοναδικά κλασσική ούτε μοναδικά ρομαντική, δε μπόρεσε ποτέ να λάβη μέρος στη πάλη διαφόρων τάσεων ούτε να εξαντικειμενικευθή απόλυτα, γιατί έχει πάντα ως πηγή την αιώνια ζωή. Ενώ δίδει μορφές, η μεγάλη τέχνη δε χάθηκε ποτέ μέσα στη καθαρή και απλή τυπικότητα, γιατί στις μορφές της αντιστοιχούσε πάντα ένα περιεχόμενο άπειρο, μια τάση προς το Άπειρο. Έτσι έγινε με τον Γκαίτε, τον Τολστόι, τον Ντοστογιέβσκι, τον Σοφοκλή, τον Μπετόβεν, τον Ρέμπραντ, τον Μιχαήλ - Άγγελο κλπ. Η ωραιότητα του ανθρώπινου προσώπου πρέπει επίσης να έχη μια μορφή, χωρίς την οποία δεν θα ήταν ωραίο, αλλά αύτη η μορφή πρέπει ν' αντανακλά την τάση προς την άπειρη ζωή, αλλιώς η ωραιότητα θα ήταν μια ωραιότητα πεθαμένη. Όμοια, η ωραιότητα της φύσης πρέπει ν' αντανακλά τη ζωή, αντί να είναι μια μορφή καθαρή και απλή. Ο Μπενεντέτο Κρότσε έχει δίκαιο να λέη ότι η τέχνη είναι δεμένη με την έκφραση. Όχι μονάχα υπάρχει μέσα στη τέχνη ένας προσανατολισμός που ονομάζουν εκφραστικό, αλλά κάθε τέχνη και κάθε ωραιότητα πρέπει να είναι εκφραστικές. Η τέχνη εκφράζει την άπειρη ζωή υπό μία μορφή άπειρη.

Υπήρξε μέσα στην τέχνη ένα ρεύμα συμβολιστικό. Ανήκει κιόλας στο παρελθόν. Άλλα η τέχνη περικλείει έναν αιώνιο συμβολισμό. Αυτή η τέχνη που θα ήταν γέννημα ενός αυθεντικού ρεαλισμού, θα ήταν ικανή να μεταμόρφωση τη ζωή του άνθρωπου και του κόσμου. Αλλά η τέχνη δε δίνει παρά νυγμούς που κάνουν να προαισθάνεται κανείς αυτή τη μεταμόρφωση. Η έννοια της τέχνης συνίσταται ακριβώς στο να δίνη μιαν αναπαράσταση προκαταβολική της μεταμόρφωσης του κόσμου.

Η τέχνη είναι γεμάτη από σύμβολα ενός άλλου κόσμου. Κάθε ωραιότητα που πραγματοποιείται είναι μια αρχή μεταμόρφωσης του κόσμου. Αλλ ' αυτή η μεταμόρφωση δε πραγματώνεται μέσα στα ίδια τα όρια της τέχνης. Η τέχνη μπορεί να ξεπεράση τα όρια που της επιβάλλονται. Έτσι, η ρωσική λογοτεχνία του ΧΙΧου αιώνα έχει, μέσα στα πιο υψηλά της επιτεύγματα, ξεπεράσει τα όρια της τέχνης, για να περάση από τη δημιουργία τέλειων έργων στη δημιουργία μιας τέλειας ζωής.

Ο R. Wagner ήθελε, με τη συνθετικήν ένωση της μουσικής και της ποίησης, να μεταμόρφωση ολόκληρη τη ζωή. Οι συμβολιστές ήθελαν, ξεπερνώντας τα όρια της τέχνης, να φτάσουν αυτό που είναι ανώτερο από τη τέχνη, αλλά δεν το πέτυχαν πάντοτε. Εξ άλλου, το συμβολικό αίσθημα της ζωής θα μπορούσε να υποκινήση σε υπερβολική μεγαλοποίηση γεγονότων εντελώς ασήμαντων της προσωπικής ζωής κάθε συγγραφέα, όπως υπήρξε, παραδείγματος χάριν, η περίπτωση ρώσων ποιητών, σαν τον Βlock, τον Βieley, κλπ. και να οδηγήσει σε μια ψεύτικη έξαρση και στην απώλεια του αισθήματος του πραγματικού. Αλλά υπήρχε επίσης μέσα στο συμβολισμό ένα σπουδαίο και σημαντικό στοιχείο. Ανικανοποίητος από τον πεπερασμένο χαρακτήρα της κλασσικής τέχνης και από την τάση να της ορίζουνε όρια στο χώρο της κουλτούρας και να τη θεωρούν ως ιδιαίτερη σφαίρα της, ο ρομαντισμός πολλές φορές αποδείχτηκε ανίκανος να φτάση αυτό που γύρευε.

Υπάρχει όμως μια τέχνη που ασκεί την πιο βαθιά επίδραση πάνω στην ανθρώπινη ψυχή και είναι, από τη φύση της, μάλλον ρομαντική παρά κλασσική: είναι η μουσική. Η μουσική είναι μια δυναμική τέχνη, μια τέχνη σε κίνηση, μια τέχνη που ξετυλίγεται μέσα στο χρόνο και όχι μέσα στο χώρο, τέχνη που δεν έχει την τελειωμένη μορφή των πλαστικών τεχνών και που ενεργεί κυρίως πάνω στο συγκινησιακό μέρος του ανθρώπου, βάζοντας σε κίνηση την ψυχή του. Είναι αλήθεια πως διακρίνουν κλασσική μουσική και μουσική ρομαντική, αλλά πρόκειται για μιαν εντελώς συμβατική διάκριση. Η μουσική, η πιο κλασσική, είναι εκείνη του Μπαχ που γυρεύει να εκφράση την αρμονία των ουράνιων σφαιρών μάλλον, παρά την τραγωδία του ανθρώπου, όπως η μουσική του Μπετόβεν. Αλλ ' ακόμα και η μουσική του Μπαχ μας μεταφέρει απ' αυτό τον κόσμο σ' έναν άλλο και δεν πραγματοποιεί μέσα σ' αυτό τον κόσμο την τελειότητα της μορφής που χαρακτηρίζει τις πλαστικές τέχνες. Δεν είναι τυχαίο πως η ανάπτυξη της μουσικής συμπίπτει με την χριστιανική περίοδο της Ιστορίας, με την χριστιανική έξαρση προς το επέκεινα, προς το υπερβατικό.

Η πιο χαρακτηριστική τέχνη της Ελλάδας είναι η γλυπτική. Όσο για τη λογοτεχνία, η πιο περίπλοκη μορφή της και η λιγότερο καθαρή αντιπροσωπεύεται από το μυθιστόρημα, πολύ χαρακτηριστικό είδος της ψυχικής κατάστασης των ανθρώπων του ΧΙΧου αιώνα. Αυτή η μορφή αντιστοιχεί λιγότερο προς την αναζήτηση της ωραιότητας παρά της αλήθειας. Υπήρξε ασφαλώς μια κατάκτηση, που είχε όμως ως αποτέλεσμα την απώλεια του ιδεώδους της ωραιότητας, αφού η τέχνη άρχιζε ν' αποσπάται σιγά - σιγά απ' αυτό το ιδεώδες. Οι εργασίες αισθητικής έπαυσαν να διατηρούν το δεσμό ανάμεσα στη δεκτικότητα και την αισθητική συγκίνηση και στην ωραιότητα. Προέκυψε μια βαθειά κρίση της τέχνης, που εκδηλώνεται μέσα σε διάφορα ρεύματα όπως ο φουτουρισμός, ο κυβισμός, ο σουρεαλισμός, κλπ. Η ποίηση, η τέχνη, παύουν να είναι αναμνήσεις του παραδείσου· μιλούν μάλλον για την κόλαση. Η αληθινή κόλαση είναι ένα από τα θέματα της νεώτερης λογοτεχνίας (Κάφκα και άλλοι). Κιόλας, πριν από την εποχή μας, η τέχνη χρησιμοποιούσε για τις παραστάσεις της τερατουργήματα (Γκόγια, Γκόγκολ), αλλά το τερατώδες μέσα στη τέχνη ήταν τότε ο δρόμος που οδηγούσε προς τη μεταμόρφωση, ενώ στις μέρες μας συμβαίνει η μεταμόρφωση να είναι αυτό που λιγότερο ενδιαφέρει. Όσο για τις προσπάθειες επιστροφής στον κλασσικισμό, αποδείχτηκαν ανίκανες και αντιδραστικές. Η κρίση της τέχνης είναι κρίση του ανθρώπου και αντανακλά την κατάσταση του κόσμου. Ο κόσμος διέρχεται μια φάση ρευστοποίησης, χάνει τις μορφές του, δεν περιέχει πια στερεά σώματα. Μέσα στις θεωρίες και τις ανακαλύψεις της νεώτερης φυσικής, ο κόσμος εμφανίζεται υπό μορφές που δεν έχουν καμμιά στερεότητα. Το ίδιο συμβαίνει με τις μορφές της ανθρώπινης ψυχής, όπως την εκφράζουν η ψυχανάλυση και οι θεωρίες της φιλοσοφίας της απελπισίας, του φόβου και του κλονισμού. Το ίδιο ακόμα συμβαίνει με τις μορφές της κοινωνικής ζωής, εξ αιτίας της αποσύνθεσης του παλαιού κόσμου. Η τέχνη και η λογοτεχνία δοκιμάζουν δυσκολίες όλο και πιο μεγάλες παλεύοντας να δώσουν στον εαυτό τους μια στέρεα μορφή.

Αλλοίμονο! Αλλοίμονο! Τον κατάστρεψες Τον αιώνιο κόσμο - Με θεόρατο γρόνθο - Γκρεμίζεται, σωριάζεται. (Φάουστ)

Η κρίση της τέχνης, καθώς εκείνη όλου του πολιτισμού, μας τοποθετεί μπρος στο εσχατολογικό θέμα. Το άμεσο αίσθημα της ωραιότητας του κόσμου είναι εξασθενημένο, κλονισμένο, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει κόσμος. Καταστράφηκε από τις φυσικές επιστήμες, και το αίσθημα της ωραιότητας του καταστράφηκε από την εξουσία της τεχνικής πάνω στην ανθρώπινη ψυχή. Η μηχανή ήλθε να παρεμβληθή ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση. Η είσοδος σε μιαν εποχή κυρίως τεχνική έχει σημασία μεταφυσική. Και η στάση του ανθρώπου μπρος στην τέχνη παρουσιάζεται βασικά διαφοροποιημένη. Θα έλεγε κανείς ότι ο άνθρωπος χάνει τις τελευταίες αναμνήσεις που του μένουν από τον παράδεισο. Μπαίνει μέσα σε μια νύχτα όπου, αντί για μορφές, βλέπει τη λάμψη των άστρων. Κι έχει κανείς εδώ την εντύπωση ότι πλησιάζει προς το τέλος. Αντί για όλες αυτές τις μορφές που αποσυντίθενται, η θρησκευτική λατρεία παρουσιάζει την πιο μεγάλη σταθερότητα και συνεχίζει να ενεργή τόσο βαθιά όσο και στο παρελθόν πάνω στη συγκινησιακή ζωή του άνθρωπου. Τίποτε το πιο φυσικό, άλλωστε, δεδομένου ότι περικλείνει και διατηρεί καλλίτερα τον δεσμό που συνδέει το ανθρώπινο με το θειο. Αλλά θα υποστή, κι' αυτή, επίσης, μια διαδικασία αποστέωσης, αν οι μορφές που εκφράζουν τη δημιουργική διαδικασία δεν ανανεωθούν.

Έκαμα πριν τριάντα χρόνια, μια διάλεξη πάνω στην «Ερείπωση της ωραιότητας », όπου ανέπτυξα την απαισιόδοξη θέση της ελάττωσης της ωραιότητας μέσα στο κόσμο. Η ωραιότητα εξαφανίζεται και μέσα από την κοινωνική ζωή του ανθρώπου, που γίνεται όλο και λιγότερο ωραία, γιατί της λείπει ο ρυθμός, όπως και μέσα από την τέχνη που αρνείται όλο και περισσότερο την ωραιότητα. Η τέχνη θέλει να παρουσίαση τον άνθρωπο μέσα στην αλήθεια του, και αύτη η αλήθεια είναι πικρή και δεν έχει ωραιότητα. Σ' αυτό βρίσκεται η μεγάλη αξία της λογοτεχνίας και της τέχνης που ενεργώντας έτσι, μας βοηθούν να γνωρίσουμε καλλίτερα τη ζωή. Για να χαρούν την πλαστική ωραιότητα, οι άνθρωποι απευθύνονται σ' εξαφανισμένες εποχές. Αυτός ο αιώνας της τεχνικής, των μαζών, του συντριπτικού ποσοτισμού, της επιτάχυνσης του χρόνου, δεν αφήνει θέση στην ωραιότητα. Θα έλεγε κανείς ότι ο θρίαμβος της κοινωνικής δικαιοσύνης κάνει τη ζωή λιγότερο ωραία παρά στις εποχές της κοινωνικής αδικίας. Αυτό είναι που έκανε ξεχωριστή εντύπωση στον Κ. Λεόντιεφ. Ο Νίτσε ήταν ένας ακέραιος επαναστάτης εναντίον της ασχήμιας του δημοκρατικού αιώνα. Έτσι, όλες οι προτιμήσεις του πήγαιναν στην Αναγέννηση, εποχή ανήθικη, άλλα δημιουργική ωραιότητας. Υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στο Ωραίο και στο Καλό, κι αυτή η σύγκρουση δεν είναι τόσο εύκολο να λυθή, όσο νομίζουν οι αισθητικοί και οι ηθικολόγοι. Η ένωση του ωραίου και του αληθινού προϋποθέτουν ένα μετασχηματισμό, μια πλήρη μεταμόρφωση της ζωής. Λοιπόν, το ωραίο, χωρισμένο από το αληθινό και το καλό, δεν αργεί να πέση σε αποσύνθεση, για να εκφυλιστεί τελικά σε ασχήμια. Δε βρίσκει κανείς μέσα στην Ιστορία του πολιτισμού, μια προοδευτικήν αύξηση της ωραιότητας, αλλά μιαν εκλέπτυνση της συνείδησης και της ευαισθησίας των αισθητικών. Πάνω στο σημείο αυτό, η αΐσ3ητική απαισιοδοξία, πρέπει να το αναγνωρίσει κανείς, έχει δίκιο. Η αισθητική είναι ίδια, λιγότερο στις δημιουργικές εποχές απ' όσο στις εποχές όπου λείπει η ωραιότητα, στις εποχές που υπήρξαν οι πιο δημιουργικά μεγάλες εποχές της ωραιότητας. Η εκλέπτυνση και η δεκτικότητα της αισθητικής συνείδησης δεν παρουσίασαν κορυφώσεις. Οι άνθρωποι είναι πολύ προδιατεθειμένοι στις αισθητικές αυταπάτες. Μένουμε εκστατικοί μπρος στην ωραιότητα ιστορικών ερειπίων, αλλά ξεχνάμε ότι αυτά τα ερείπια που θαυμάζουμε τόσο, δεν υπήρχαν στο παρελθόν, ότι χρονολογούνται στις μέρες μας. Στο παρελθόν, αυτός ο ερειπωμένος ναός ήταν ένας καινούργιος ναός, πρόσφατα κτισμένος, και όχι ένας αρχαίος ναός. Το ίδιο συμβαίνει με όλα τ' άλλα. Μέσα στο παρελθόν, το παρελθόν που ελκύει τον αισθητικό δεν υπήρχε, ήταν παρόν. Εμπρός στην ασχήμια του παρόντος, βρίσκουμε μια παρηγοριά στο γεγονός ότι το παρελθόν έγινε αρχαίο. Η μνήμη μακριά από του να είναι μια παθητική δύναμη, είναι μια δύναμη δημιουργική, μεταμόρφωσης. Είμαστε κάθε στιγμή αναγκασμένοι να διαπιστώνουμε τον παράδοξο χαρακτήρα του χρόνου. Οι νέοι εκπρόσωποι της σκέψης και της λογοτεχνίας της σημερινής Γαλλίας κατέληξαν στην φιλοσοφία της απελπισίας, και η τελευταία τους λέξη για ν' απαντούν είναι το μηδέν. Ο άνθρωπος είναι τόσο δόλιος ώστε είναι ικανός να βρη παρηγοριά ως και μέσα στην απελπισία. Αυτά τα ρεύματα οφείλονται κυρίως στην επίδραση του Νίτσε και του Χάιντεγκερ, εν μέρει του Κίρκεγκααρντ και του Σέστωβ, παρ ' όλο που οι ιδέες αυτών των δύο τελευταίων παρουσιάζουν ένα προσανατολισμό θρησκευτικό. Ας αναφέρουμε, ανάμεσα στους εκπροσώπους των σύγχρονων ρευμάτων, τον Σάρτρ, τον Μπατάϊγ, τον Καμύ κ.λ.π. Αηδιασμένοι από την ασχήμια του όντος, γυρεύουν μια διέξοδο μέσα στη δημιουργική δραστηριότητα. Αλλά ο άνθρωπος είναι γι' αυτούς ένα πράγμα ανύπαρκτο, μια μηδαμινότητα, μια χούφτα λάσπης. Πως θα μπορούσε λοιπόν να εκδήλωση την αναγκαία δραστηριότητα ; Το καλό είναι από μόνο του ανίσχυρο και ανίκανο να σώση. Αλλά επίσης εντελώς ανίσχυρη και ανίκανη να σώση είναι και η καλλιτεχνική δημιουργία. Εξ αιτίας της ρήξης ανάμεσα στο θειο και στο ανθρώπινο ο άνθρωπος βρίσκεται οδηγημένος στο χείλος της αβύσσου, μιας αβύσσου μηδενισμού και απελπισίας. Η ωραιότητα φθίνει γιατί ο άνθρωπος βρίσκεται παραδομένος σ' αυτόν τον ίδιο, δε γυρεύει παρά να βεβαιωθή και διατείνεται ότι επαρκεί στον εαυτό του. Πρόκειται για μια διαλεκτική αναίρεση αυτής της ίδιας της ζωής, και όχι μόνο της σκέψης. Το θέμα της ωραιότητας μας οδηγεί σ' εκείνο του τέλους, στην εσχατολογία. Ο άνθρωπος ακολουθεί το δρόμο του σταυρού μέχρι τέλους.

Απόδοση: Λουκίας Ι. Μεταξά