πίσω


 

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ

ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΓΕΝΝΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ

ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΗΧΟΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΟΡΦΕΣ ΥΜΝΩΝ

ΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΥΜΝΟΙ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Ο ΨΑΛΤΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΒΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

OΙ ΜΕΛΩΔΟΙ ΚΑΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ (LINKS)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ


 

 

ΑΓΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Ὁ Ἅγιος Φιλόθεος, γόνος πτωχῆς οἰκογενείας τῆς Θεσσαλονίκης, ἐγεννήθηκε περί τὸ 1305, ἐσπούδασε φιλολογία ὑπὸ τὸν περίφημο καθηγητὴ Θωμᾶ Μάγιστρο, τοῦ ὁποίου ἦταν ὑπηρέτης. ᾿Αργότερα ἐμφανίζεται ὡς μοναχός. Σύμφωνα μὲ εἰδήσεις τῶν πηγῶν κάποτε ἐμόνασε στὸΣινᾶ, χωρὶ ς νὰ εἶναι εὔκολο νὰ ἐντοπισθεῖ τοῦ το χρονολογικά· ἴσως νὰ μετέβη ἐκεῖ τὸ 1326, ὅταν καὶ ἄλλοι μοναχοὶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη συμπεριλαμβανομένου τοῦ Γρηγορίου Σιναΐτου εἶχαν ἐκδηλώσει τὴν πρόθεσή τους νὰ πράξουν τοῦτο. ῎Επειτα ἐγκαταστάθηκε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, καὶ μάλιστα στὴ Μονὴ Μ. Λαύρας, ὅπου συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ, τὸν ὁποῖο εἶχε συναντήσει γιὰ πρώτη φορά, ἴσως πρὸ τῆς μοναχικῆς ἀναχωρήσεώς του, στὴν Θεσσαλονίκη τὸ 1325-1326. Διαδέχθηκε τὸν Μακάριο στὴν ἡγουμενία τῆς Μονῆς Μ. Λαύρας, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἐθεωρεῖ το ἀντιπρόσωπος τοῦ Παλαμᾶ στὸ῎ Ορος (1342). ῾Η διστακτικότητά του ὁρισμένες στιγμὲς προκαλοῦσε τὰ παράπονα τοῦ Γρηγορίου, οὐσιαστικὰ ὅμως παρέμενε σταθερὰ ἀφοσιωμένος στὶς ἀπόψεις τούτου. ῎Οχι μόνο ἐπρωτοστάτησε στὴν ὑπογραφὴ τοῦ ῾Αγιορειτικοῦ Τόμου τὸ 1341, ἀλλὰ καὶ ἔγραψε δύο ἰδικά του δοκίμια περὶ τοῦ θείου φωτὸς τὸ1346.

Μετὰ τὸ θρίαμβο τοῦ Καντακουζηνοῦ (1347) ἐξελέγη Μητροπολίτης ῾Ηρακλείας, ποὺ λόγῳ τῆς θέσεώς του ἦταν πρόεδρος τῶν ὑπερ τίμων καὶ πρῶτος στὴν τάξη τῶν Μητροπολιτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. ᾿Απὸ τότε μετέσχε ἐνεργῶς στὰ κοινὰ τῆς ᾿Εκκλησίας καί ἐπρωτοστάτησε στὶς συζητήσεις γιὰ τὴν εἰρήνευσή της. Στὶς 10 ᾿Ιουνίου 1350 ἐχειροτόνησε τὸν ἱερομόναχο Κάλλιστο ὡς Ἐπίσκοπο, ποὺ εἶχε ἐκλεγεῖ διάδοχος τοῦ ἀποθανόντος ᾿Ισιδώρου. Στὴ Σύνοδο τοῦ 1351 ἔπαιξε τὸν δεύτερο μετὰ τὸν Παλαμᾶ ρόλο ἀνάμεσα στοὺς ὑποστηρικτές τῆς ὀρθόδοξης μερίδος. ᾿Επιμελήθηκε τῆς συντάξεως τοῦ Τόμου τῆς Συνόδου, ποὺ περιέλαβε τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων καὶ τὶς ἀποφάσεις. Τὸ ἑπόμενο ἔτος, ἐνῶ αὐτὸς εὑρισκόταν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ ῾Ηράκλεια καταλήφθηκε καὶ ἐλεηλατήθηκε ἀπὸ τοὺς Γενουᾶτες· εὐτυχῶς ποὺ αὐτὸς ἦταν ἐλεύθερος, ὥστε νὰ φροντίσει γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν αἰχμαλώτων μελῶν τοῦ ποιμνίου του μὲ λίγα λύτρα καὶ γιὰ τὴ νἀ να συγκρότηση τῆς πόλεως. Κατὰ τὴ νέα σύγκρουση μεταξὺ τοῦ᾿Ιωαννου τοῦ Καντακουζηνοῦ καὶ τοῦ Ἰωάννου Παλαιολόγου, ὁ Πατριάρχης Κάλλιστος ἐτάχθηκε μὲ τὸ μέρος τοῦ δευτέρου, μὴ ἐπιθυμώντας νὰ στέψει συναυτοκράτορα τὸν Ματθαῖο Καντακουζηνὸ καὶ νὰ συνεργήσει στὴν ἀνάδειξη ἑνὸςἀκόμη ἀνταγωνιστοῦ τοῦ νομίμου αὐτοκράτορος᾿Ιωάννου Παλαιολόγου, καὶ ἐγκατέλειψε τὸν θρόνο. Τότε ὁ Καντακουζηνὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς προταθέντες ἐκ μέρους τῶν ἱεραρχῶν ὑποψηφίους Φιλόθεο῾Ηρακλείας, Μακάριο Φιλαδελφείας, Νικόλαο Καβάσιλα ἐπέλεξε γιὰ Πατριάρχη τὸν πρῶτο. Παρέμεινε στὸ θρόνο μόνο ἐπὶ ἕνα ἔτος, διότι τὸ φθινόπωρο τοῦ 1354, ὅταν ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκρατορικὸ ἀξίωμα ὁ Καντακουζηνός, ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθεῖκαί αὐτός. ᾿Ανεχώρησε γιὰ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος καί, μολονότι εἶχε κηρυχθεῖ ἔκπτωτος, ὁ Κάλλιστος τοῦ ἐπέτρεψε ἀργότερα νὰ ἐπανέλθει στὴ μητροπολιτικὴ ἕδρα του, στὴν῾Ηράκλεια. Διαδέχθηκε ἄλλη μιὰ φορὰ τὸν Κάλλιστο, μετὰ τὸ θάνατό του, καί ἔμεινε στὸ θρόνο μιὰ ὁλόκληρη ἐξαιρετικὰ καρποφόρο δωδεκαετία, μέχρις ὅτου παραιτήθηκε (1376) λόγῳ γήρατος καὶ ἄλλων δυσχερειῶν. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ἀνέπτυξε πολύπλευρη δραστηριότητα. Καὶ πρῶτα συνέβαλε ἀποτελεσματικά στὴνἐπικράτηση τοῦ ἡσυχασμοῦ. Τὴ συγγραφική του παραγωγὴ ὑπὲρ τῶν ἡσυχαστικῶν ἀπόψεων εἶχε ἀρχίσει κατὰ τὸ ἱερομοναχικό του στάδιο, ἀλλὰ συνέχισεὡς ἀρχιερεὺς ἐντονώτερα. Κατὰ κάποιον τὰ ἔργα του εἶναι παράλληλα πρὸς τὰ τοῦ διδασκάλου του Γρηγορίου Παλαμᾶ καὶ ἀναπαράγουν τὶς ἀπόψεις ποὺἔχει διατυπώσει αὐτός.῞Οπως εἴδαμε, εἶχε λάβει ἐνεργὸμέρος στὴ σύνοδο τοῦ1351, ἐνῶ διὰ τῆς Συνόδου τοῦ 1368, ποὺεἶναι ἔργοἰδικό του, ἐδόθηκε ὁριστικὸ κτύπημα στὴν ἀντιησυχαστικὴ κίνηση καὶ ἐτερματίσθηκε ἡ ἔριδα. Πρέπει ὅμως νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Φιλόθεος ἐνήργησε γενικώτερα, ὥστε νὰ διαποτισθεῖ πλήρως ἡ ᾿Εκκλησία μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. Σ᾿ αὐτὸν κυρίως ὀφείλεται ἡ προσθήκη τοῦ μακαρισμοῦ τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῶν ἀντιησυχαστῶν στὸ Συνοδικὸν τῆς᾿Ορθοδοξίας ,ἡ ὑπὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα ἀνασύνταξη τῆςὁμολογίας τῶν ὑποψηφίων Ἐπισκόπων, ἡ προσαρμογὴ τοῦ λειτουργικοῦ τυπικοῦ καὶ τοῦ ὁμιλιαρίου, καθὼς καὶ ἡ ἀλλαγὴ τεχνοτροπίας στὴν ἁγιογραφία, ποὺ παρατηρεῖται ἤδη ἐμφανῶς στὰ ἔργα τοῦ μεγάλου καλλιτέχνη Θεοφάνους τοῦ Γραικοῦ, τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος ἔστειλε στὴ Ρωσία.῎Εντονη ὑπῆρξε ἡ δραστηριότης τοῦ Φιλοθέου στὸ πεδίο τῶν σχέσεων τῶν δύο᾿Εκκλησιῶν. ᾿Ενῶ οἱ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ᾿Ιωάννου Ε΄ Παλαιολόγου σχέσεις ὑπῆρξαν πάντοτε ἀδιατάρακτες, οἱ δυὸ ἄνδρες ἀκολούθησαν ἀπόλυτα διάφορη τακτικὴ στὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, ὅπως παλαιότερα στὰ πολιτικά. ῞Οπως εἶναι φυσικὸ ὁ Παλαιολόγος ἐνδιαφερόταν πρωτίστως γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς πολιτείας, ἐνῶ ὁ Φιλόθεος ἐνδιαφερόταν πρωτίστως γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Ακολούθησαν ὁ καθένας ἰδιαίτερο δρόμο γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος στὸ βάθος καθίστατο κοινός, διότι ἦταν συνδυασμένος ὁ στόχος τῆς διατηρήσεως καὶ τῶν δύο ὀργανισμῶν στὴ ζωή. Προφανῶς γι᾿αὐτὸ δὲν ἦλθαν ποτὲ σὲ σύγκρουση, ἔχοντας ἂν ὄχι σιωπηρὴ συμφωνία, τουλάχιστο ἀξιοθαύμαστη ἀλληλοκατανόηση. Τὴν πρωτοβουλία στὶς σχετικὲς οἰκουμενικὲς συζητήσεις εἶχε ὁ αὐτοκράτορας καὶ κύριος ἐκπρόσωπος τῆς Ἀνατολικῆς᾿Ορθοδοξίας ἦταν ὁ πρώην αὐτοκράτορας ᾿Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός, τώρα μοναχὸς ᾿Ιωάσαφ. ῾Ο λατῖνος κληρικὸς Παῦλος ἦλθε ὡς λεγᾶτος τοῦ Πάπα στὴν Κωνσταντινούπολη δυὸ φορές, τὴν δεύτερη μάλιστα φορὰ μὲ τὸν τίτλο τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (1367). Φέροντας τέτοιον τίτλο δὲν ἦταν διατεθειμένος νὰ συνομιλήσει μὲ τὸν Φιλόθεο, τὸν ὁποῖο ἐθεωροῦσεὡς ἀντικανονικὸ διεκδικητὴ τοῦ τίτλου, ἀλλ᾿ οὔτε ὁ Φιλόθεος εἶχε διάθεση νὰ συζητήσει μαζί του.῾Ο Καντακουζηνὸς ἔθεσε τὸ πρόβλημα τῆς ἑνώσεως ἐπάνω σὲ νέα βάση, στὴ σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ θὰ ἐξέταζε συνολικά τὰ σπουδαῖα ζητήματα τῆς᾿Εκκλησίας.᾿Ενῶ ὁ Παῦλος ἐδέχθηκε αὐτὴ τὴ βάση, ὁ Πάπας τὴν ἀπέρριψε·ὁ σπόρος ὅμως ποὺἐρρίφθηκε τότε ἐδῶ, ἐφύτρωσε ἀργότερα στὴ Δύση μὲ τὴν σύγκλησι τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντίας καὶ τέλος τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας.῾Ο Πάπας ἀπέρριψε τὴν πρόταση, διότι ἐθεωροῦσε τὰ θέματα λελυμένα κατὰ τὶς δυτικὲς ἀπόψεις καὶ ἐπέμενε νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ ἕνωση μὲ μόνο ἕνα διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορος. Τότε ὁ αὐτοκράτορας ᾿Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος, διαχωρίζοντας τὴ θέση του ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς Ἀνατολικούς, ὁμολόγησε ἀφοσίωση στὸν Πάπα μὲ αὐτοπρόσωπη ἐμφάνιση ἐνώπιόν του. ᾿Αλλ᾿ ἔμεινε μόνος σχεδόν, διότι τὸ διάταγμά του δὲν εἶχε καμμιὰ ἀπήχηση.

Ἀντιθέτως ὁ Φιλόθεος, βλέποντας τὴν ἀντικειμενικὴ ἀδυναμία τῆς Δύσεως νὰ βοηθήσει ἀποτελεσματικά τὸΒυζάντιο, ἐφρόντισε νὰ εὕρει ὑποκατάστατο αὐτῆς τῆς βοηθείας.῎Οχι μόνο ἕνωσε τοὺς ἡγέτες τῆς᾿Ορθοδόξου᾿Εκκλησίας σὲ κοινὸ μέτωπο κατὰ τῆς ἑτεροδοξίας, ἀλλ᾿ ἦλθε σὲ συνεννόηση καὶ μὲ τοὺς ἡγεμόνες τῶν Ὀρθοδόξων Χωρῶν τοῦ βορρᾶ. Θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ σχηματισθεῖ μία συμμαχία ἀρκετὰ ἰσχυρὴ πρὸς ἀπόκρουση τῶν Τούρκων.῾Η προσπάθεια ἐφαινόταν ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτύχει, ἂν ἐνεργοῦσε καὶ ἡ πολιτεία κατάλληλα·ἀλλ᾿ ἦταν πλέον ἀργά.

Ὁ Φιλόθεος ἀποκατέστησε τὶς σχέσεις τοῦΠατριαρχείου μὲ τὴν Σερβικὴ ᾿Εκκλησία. ᾿Επειδὴ ὁ Στέφανος Δουσὰν εἶχε ἀλλοιώσει τὴ σύνθεση τῆς ἱεραρχίας τῶν χωρῶν ποὺ εἶχε καταλάβει (Μακεδονίας καὶ᾿Ηπείρου), ὁ Κάλλιστος Α΄ ἀναγκάσθηκε ν᾿ ἀφορίσει αὐτὸν καὶ τὴν᾿Εκκλησία του στὶς ἀρχὲς τοῦ 1353. ῾Ο Φιλόθεος ἦρε τὸ ἀνάθεμα σὲ δυὸ φάσεις·πρῶτα γιὰ τὸ σερβικὸ δεσποτᾶτο τῶν Σερρῶν, κατόπινἐκκλήσεως τοῦ᾿Ιωάννου Οὔγγλεση (1371), ἔπειτα δὲ γιὰ ὁλόκληρη τὴνἐπικράτεια τοῦ Πατριαρχείου τῶν Σέρβων, κατόπιν πρωτοβουλίας Σέρβων ἡσυχαστῶν, μοναχῶν τοῦ κύκλου τοῦ Φιλοθέου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ὁ ᾿Ησαΐας, ὁ Νικόδημος, ὁ Νήφων καὶ ὁ Σίλβεστρος.

Μετὰ τὴν πρώτη σύντομη πατριαρχεία του συνδέθηκε στενὰ μαζί του ὁ Κυπριανὸς Τσάμπλακ, μέλος τῆς γνωστῆς μεγάλης ἑλληνοβουλγαροβλαχικῆς οἰκογενείας, καὶ ἔγινε ἀπὸ τότε συνεργάτης του. Τὸν συνόδευσε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸ θρόνο καί ἔμεινε σ᾿ αὐτὸ ἀρκετὸ χρόνο, διότι τὸ ἐθεωροῦσε σχολὴ πνευματικῆς ἀσκήσεως. ῞Οταν ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἔμεινε μαζί του ὡς συνεργάτης καὶ σύγκελλος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς δευτέρας πατριαρχείας του.

Στὴν Οὑγγροβλαχία κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Φιλοθέουὁἡ γεμὼν Βλαδισλάβος Βόδας, αἰσθανόμενος τὴν πίεση τῆς ρωμαιοκαθολικῆς προπαγάνδας ἀπὸ τὴν Οὑγγαρία, ἐζήτησε τὴν χειροτονία τοῦ ᾿Ανθίμου Κριτοπούλου σὲ Μητροπολίτη μὲ εὐθύνη ποιμαντορικὴ ἐπὶ τμήματος τῆς χώρας ποὺ εἶχε ἕδρα τὸ Σεβερῖνο.῾Ο Φιλόθεος ἐχειροτόνησε τὸν῎ Ανθιμο τὸ1370, ἀργότερα δὲ ἐτοποθέτησε στὴν Κούρτεα Ντὲ ῎Αργκες ὡς Μητροπολίτη τὸν Χαρίτωνα σὲ διαδοχὴ τοῦ ἀποθανόντος῾Υακίνθου (1372).

Τὴ διοργάνωση τοῦ μοναχικοῦ βίου στὴ Ρουμανία ἀνέλαβε ὁ ἑλληνοσέρβος ἁγιορείτης μοναχὸς Νικόδημος,ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν πορεία του πρὸς τὸν βορρᾶ ἵδρυσε μονὲς στὴν περιοχὴ τῆς Κράϊνας τῆς Βουλγαρίας, κατὰ τὰ ἀθωνικὰ πρότυπα. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ1370, περνώντας τὸν Δούναβη, ἦλθε στὶς παραδουνάβιες ἡγεμονίες, προφανῶς ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Φιλοθέου. Μὲ ἔγκριση τοῦ Χαρίτωνος ὁ Νικόδημος ἵδρυσε δυὸ κεντρικὲ ς μονὲ ς κατὰ τὸ τυπικὸ τῆς Μεγίστης Λαύρας· τῆς ἑλληνόφωνης Βοδίτσας καὶ τῆς σλαβόφωνης Τισμάνας. ῞Ιδρυσε βέβαια καὶ ἄλλες μονὲς βορείως τῶν Καρπαθίων, τὶς ὁποῖες ἐπεξέτειναν καὶ αὔξησαν οἱ μαθητές του. ῎Ετσι ἐδημιουργήθηκε ἕναἰ σχυρὸτεῖχος ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ διαπεράσουν εὔκολα οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ προσηλυτιστές . Μαθητές του ὀργάνωσαν τὸ μοναχισμὸ στὴν Μολδαβία, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἵδρυσαν τὶς μονὲς Νεάμτσου καὶ Μαραμοῦρες, ὅπουἐπέβαλαν τὸ βυζαντινὸ τυπικό.

Στὰ μέσα τοῦ ΙΔ΄ αἰῶνος μ.Χ. ἐπὶ τοῦ χώρου Ρωσίας, Πολωνίας καὶ Βαλτικῆς εἶχαν διαμορφωθεῖ τρεῖς μείζονες κρατικὲς ἐξουσίες· τῆς Μεγάλης Ρωσίας, τῆς Πολωνίας καὶ τῆς Λιθουανίας. ῏Ηταν εὔλογο νὰ διαμορφωθοῦν ἐπίσης τρεῖς ἐκκλησιαστικὲς περιφέρειες, ἂν καὶ οἱ ἕδρες εἶναι περισσότερες, διότι ἐναλλάσσονται· Κίεβο, Μόσχα, Βλαδίμηρο, Νόβγοροντ, Γαλικία. ῾Η ἡγεμονία τῆς Μόσχας εἶχε ἀναδειχθῆ στὸ ἰσχυρότεροἀ πὸτὰ κράτη τῆς Ρωσίας καὶ ἡ δύναμή της αὐξανόταν συνεχῶς. Τὸ ἔτος 1367 ἀποτελεῖ σταθμὸ στὴν ἱστορία της, διότι τότε ἀνοικοδομήθηκε τὸ λίθινο κρεμλῖνο της, τὸ φρούριό της,ὁ πότε ἡ ἡγεμονία ἀπέκτησε ἀπόρθητη ἑστία. ῾Ο Μητροπολίτης Μόσχας ᾿Αλέξιος, ποὺ εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν Φιλόθεο κατὰ τὴν πρώτη πατριαρχεία του, συντάχθηκε πλήρως στὸ πλευρὸ τοῦ ἡγεμόνος τῆς Μόσχας Δημητρίου σ᾿ ὅλες τὶς πολιτικές του ἐπιδιώξεις, πρᾶγμα ποὺ δυσαρέστησε καὶ ἄλλους μικροτέρους ἡγεμόνες, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἰσχυροὺς ἡγεμόνες τῆς Πολωνίας Καζίμιρ καὶ Λιθουανίας ῎Ολγκερδ, τῶν ὁποίων μάλιστα ὁ δεύτερος εἶχε καταλάβει τὸ Κίεβο τὸ 1362. Κατόπιν τῶν παραπόνων τους ὁ Φιλόθεος ἔστειλε στὴ Ρωσία τὸ1374, ὡ ς παρατηρητὴ καὶ συντονιστὴ τῆς πολιτικῆς του, τὸν Κυπριανὸ Τσάμπλακ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ κατέβαλε μάταιες προσπάθειες συμφιλιώσεως τῶν ἡγεμόνων αὐτῶν μὲ τὸν ᾿Αλέξιο, ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ ἐκθέσει περὶ τῆ ς καταστάσεως. ῾Ο Φιλόθεος τότε τὸν ἐχειροτόνησε Μητροπολίτη Κιέβου (1376) μ᾿ ἐντολὴ νὰ ποιμάνει «ὅσα ἀφῆκε νἀ προνόητα ἐπὶ πολλοῖς χρόνοις ὁ μητροπολίτης κῦρ ᾿Αλέξιος» .

῾Η ἀποστολὴ τοῦ Κυπριανοῦ, μαθητοῦ τοῦ Φιλοθέου, ὅπως εἴδαμε, καὶ πιστοῦ ἡσυχαστοῦ , δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ τριχοτομήσει τὴν ἤδη διχοτομημένη᾿Εκκλησία τῆς Ρωσίας (Μόσχα, Κίεβο, Γαλικία), ὅ πως ἀπὸ πρώτη ὄψη φαίνεται, ἀλλὰ τὴν ἐξοικονόμηση τῶν πραγμάτων ἀπέναντι στὸν κίνδυνο λατινοποιήσεως, ποὺ ἡ ἀπρόσεκτη πολιτικὴ τοῦ ᾿Αλεξίου ἐπέτρεψε νὰ δημιουργηθεῖ, μὲ τοὺς δύο δυσαρεστημένους ἡγεμόνες ἕτοιμους νὰ παραδώσουν τὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο στὴ Ρωμαιοκαθολικὴ ᾿Εκκλησία. ῾Ο Φιλόθεος ἐνεργοῦσε μὲ προοπτικὴ νὰ ἑνωθεῖ κάποτε ὁριστικά ἡ ᾿Εκκλησία. ᾿Εκεῖνο ποὺἔ παιξε σπουδαῖο ρόλο στὴν ἀπόφασή του νὰ στείλει τὸν Κυπριανὸ ἦταν ἡ ἡσυχαστικὴ ἰδεολογία του. ῎Επειτα ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ Κυπριανὸς ἐπετέλεσε σπουδαῖο ἔργο μεταξὺ τῶν ᾿Ορθοδόξων τῆς Λιθουανίας, στὴν ὁποία ὑπαγόταν τότε καὶ ἡ Οὐκρανία, ἀναγνωρίσθηκε τέλος Μητροπολίτης ὅλης τῆς ἑνοποιημένης Ρωσίας μὲ ἕδρα τὴ Μόσχα (1390- 1406).

Μιὰ ἑλληνικὴ φυσιογνωμία ποὺ στὴ ρωσικὴ πνευματικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ ζωὴ κατέχει τὴ θέση ἑνὸς γίγαντος εἶναι ὁ Θεοφάνης ὁ Γραικός, ἕνα παλαιὸπρότυπο τοῦ Δομινίκου Θεοτοκοπούλου. ῾Ο βιογράφος του ᾿Επιφάνιος τὸν ἀποκαλεῖ « σοφὸν καὶ φιλόσοφον», ποὺ σημαίνει ὅτι ἦταν πεπαιδευμένος καὶ ἀσκητικός. Τὸ κύριο ὅμως ἔργο του εἶναι ὅτι μετέφερε στὴν Ρωσία τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα μὲ τὴν τέχνη του ποὺ κοσμεῖ πολλοὺς ναοὺς τῆς χώρας. Εἶχε φθάσει ἐκεῖ τὴν δεκαετία τοῦ 1370, τὴν ἴδια ἐποχὴ μὲ τὸν Κυπριανὸ Τσάμπλακ καὶ κατὰ σύσταση τοῦ Φιλοθέου χωρὶς ἀμφιβολία. Τὸ ὅτι ἡ ᾿Ορθοδοξία στὸν χῶρο ἐκεῖ νο κατόρθωσε νά ἀντέξει στὶ ς μεταγενέστερες τρομερὲς πιέσεις εἶναι ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς πολιτικῆς τοῦ Φιλοθέου.

 ῍Αν καὶ κατ᾿ ἀρχὴν ἡ εὐρεῖα μόρφωση τοῦ Φιλοθέουἦταν κλασικῆ ς καὶ ἀνθρωπιστικῆς κατευθύνσεως, ὁ σύνδεσμός του μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ τοὺς ἡσυχαστές τὸν ὁδήγησε νὰ διοχετεύσει τὴν πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα στὴν ὑπηρεσία τῆς πίστεως καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας.

Α'. Δογματικὰ ἔργα : Τὸ κυριώτερο ἀπὸ αὐτὰ εἶναι οἱ ᾿Αντιρρητικοὶ Λόγοι πρὸς τὰ συγγράμματα τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾶ. Πρόκειται περὶ μιᾶς μεγάλης συνθέσεως ἐκτεινομένης σὲ δεκαπέντε πραγματεῖες, μὲ τὶς ὁποῖες ἀνασκευάζονται οἱ ἀρνητικὲς ἀπόψεις τοῦ Γρηγορᾶ περὶ τῆς θείας χάριτος καὶ τῆς θεοφανείας. Οἱ τρεῖς τελευταῖες πραγματεῖες (1315), τῶν ὁποίων ἡ δεκάτη πέμπτη ἀποτελεῖ τὸν ἐπίλογο, εἶχαν γραφεῖ πρῶτες, πρὶν ἀπὸ τὴν κυκλοφόρηση τῶν θεολογικῶν πραγματειῶν τοῦ Γρηγορᾶ, ἐνῶ οἱ πρῶτες (112) ἐγράφησαν ἀργότερα. ῍Αν καὶ ἀκολουθεῖ τὴ γραμμὴ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ πιστά, ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Φιλοθέου ἔχει καὶ ὁρισμένα νέα στοιχεῖα. Οἱ δύο σειρὲς πραγματειῶν συνενώθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Φιλόθεο, ὅπως μαρτυρεῖται στὸν πρόλογο τοῦ ἔργου.

῎Αλλα δογματικὰ κείμενα τοῦ Φιλοθέου, ποὺ δὲν ἐκδόθηκαν ἀκόμη, εἶναι ἡ ᾿Ανατροπὴ τῶν 14 κεφαλαίων, τὴν ὁποία συνέταξε ὅταν ἦταν ἀκόμη Μητροπολίτης῾Ηρακλείας, οἱ δύο Δογματικοὶ λόγοι πρὸς τὸν ᾿Ακίνδυνον καὶ τὴν μερίδα αὐτοῦ καὶ ἡ δογματικὴ ᾿Επιστολὴ πρὸς Πετριώτην, προφανῶ ς τὸν πολιτικὸ ἀξιωματοῦχο Μανουὴλ Πετριώτη.

Β'.῾ Ομιλίες : ῍Αν καὶ μόνο τρεῖς ὁμιλίες τοῦ Φιλοθέου τυπικῆς μορφῆς ἔχουν ἐκδοθῆ (Εἰς τὴν ῞ Υψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Εἰς τὴν ᾿Αναστήλωσιν τῶν εἰκόνων, Περὶ Φιλαργυρίας), ἡ προσφορά του στὴν ὁμιλητικὴ εἶναι πολὺ σημαντική. Πλὴν τοῦ ὅτι ὑπάρχουν καὶ μερικὲς αὐτοτελεῖς ἀνέκδοτες ὁμιλίες του, σπουδαία εἶναι ἡ προσπάθειά του νὰ ἀνασυντάξει τὸ σύστημα τοῦ Κυριακοδρομίου, ποὺ εἶχε παλαιότερα, τὸν ΙΒ΄ αἰώνα μ.Χ., διαρθρωθεῖ ἀπὸ τὸν Πατριάρχη ᾿Ιωάννη Ι΄ ᾿Αγαπητό. ῾Η συμβολὴ τοῦ Φιλοθέου στὴ σύνταξη τῶν ὁμιλιῶν ἀπέβλεπε, ὅπως εἶναι φανερό, στὴν διαπότισή τους μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. ῾Η συλλογὴ ὡς σύνολο παραμένει ἀνέκδοτη. Θαυμάσιος εἶναι ὁ Λόγος ἱστορικός, ποὺ ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς διεσπαρμένους ῾Ηρακλειῶτες μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλεως ἀπὸ τοὺς Λατίνους (1352).

Γ'.῾ Αγιολογικὰ Κείμενα : ῾Ο Φιλόθεος ἀφιέρωσε σημαντικὸ μέρος τῆς δραστηριότητός του στὴ σύνταξη ἁγιολογικῶν κειμένων, στὰ ὁποῖ α προβάλλει τὴν καθαρότητα τοῦ βίου τῶν ἡρώων του, τὴ θαυματουργική τους δύναμη, τὴ θεωρία τοῦ θείου φωτός, τὴν ἄνθηση τοῦ γλυκασμοῦ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀπὸ τὸν παρόντα βίο. Δεκαέξι ποικίλης μορφῆ ς κείμενα αὐτῆ ς τῆς κατηγορίας προέρχονται ἀπὸ τὴν γραφίδα του. Στὴν πρώτη θέση ἔρχονται πέντε κείμενα ποὺ ἀναφέρονται σὲ Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη ἢ συνδέονται μὲ αὐτὴν καὶ μὲ τὸν Φιλόθεο. Εἶναι τὰ κατ᾿ἐξοχὴν ἁγιολογικά του ἔ ργα, διότι περιγράφει σ᾿ αὐ τὰ τὸν βίο τῶν ἡρώων του, ὅπως τὸν ἐγνώριζε ὁ ἴδιος μάλιστα, καὶ τὴ θαυματουργική τους δραστηριότητα. Εἶναι ὁ ἐκτενέστατος Βίος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, διδασκάλου καὶ συνεργάτου του, ὁ ἐπίσης ἐκτενέστατος Βίος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ισιδώρου Θεσσαλονικέως, καὶ οἱ Βίοι τῶν διαπρεπῶν συγχρόνων ἀσκητῶν Γερμανοῦ Μαρούλη καὶ Σάββα Βατοπεδινοῦ. Τὸ ῾Υπόμνημα εἰς τὸν ὅσιον Νικόδημον τὸν Νέον, τὸν Βερροιώτη ἀσκητὴ ποὺ ἀπέθανε σὲ ἡλικία σαράντα ἐτῶν τὸ 1308, εἶναι σύντομο κείμενο ποὺ θέλει νὰ τονίσει τὴν ἁγιότητα τοῦ Νικοδήμου. Σαφῶς ἁγιολογικὸ χαρακτῆρα ἔχουν καὶ τὰ ᾿Εγκώμια στοὺς Θεσσαλονικεῖς Μάρτυρες τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς Ἅγιο Δημήτριο καὶ Ἁγία ᾿Ανυσία, ἂν καὶ σ᾿ αὐτὰ ὑπερέχει τὸ ἐγκωμιαστικὸ καὶ ἠθικολογικὸ στοιχεῖο. Τὰ ἄλλα ἐγκώμιά του, τὰ περισσότερα ἀνέκδοτα, εἶναι στοὺς ῾Αγίους ᾿Αποστόλους, ῾Αγίους Πάντες, Ἀπόστολο Θωμᾶ, Τρεῖς ῾Ιεράρχες, Ἅγιο᾿Ονούφριο, Ἁγία Φεβρωνία, Ἅγιο Φωκᾶ, Θεόδωρο Τήρωνα, ᾿Ιωάννη Χρυσόστομο.

Δ'.῾ Ερμηνευτικὰ Κείμενα : Δύο ὁμιλίες στὸν ψαλμὸ 37, ποὺ ἐκφωνήθηκαν σὲ δύο συνεχόμενες ἡμέρες καὶ ἀφιε ρώθηκαν σὲ φιλικὸ πρόσωπο, ἐπεξεργάζονται τὸ θέμα τῆς μετανοίας. Τρεῖς λόγοι ἐπὶ τοῦ χωρίου τῶν Παροιμιῶν « ῾Η Σοφία ᾠκοδόμησενἑ αυτῇ οἶκον», εἶναι μᾶλλον ἑρμηνευτικὰ δοκίμια. Τρία σημειώματα ἐπὶ τῶν μακαρισμῶν ἀφιερώθηκαν στὴ βασίλισσα ῾Ελένη Καντακουζηνή. Δύο ὁμιλίες στὴν Κυριακὴ τῆς συγκυπτούσης γυναικὸς ἐκφωνήθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωση τῆς ῾Ηρακλείας ἀπὸ τοὺς Λατίνους (1352).

Ε'.῎ Αλλα Κείμενα : ᾿ Ανάμεσα σ᾿ αὐτὰ πρέπει νὰ μνημονευθοῦν ἡ Διάταξις περὶ θείας Λειτουργίας καὶ ἡ Διάταξις περὶ τῆς ἱεροδιακονίας, ποὺ ἐγράφησαν ἀπὸ τὸν Φιλόθεο ὅταν ἦταν ἡγούμενος στὴ Μεγίστη Λαύρα. Σ᾿ ἕνα μικρὸ δοκίμιό του καταπολεμεῖται ὁ ἀναθεματισμὸς ποὺ συνέταξε ὁ Κωνσταντίνος ᾿Αρμενόπουλος ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν τὸ 1353 στὴν ἔκπτωση τοῦ ᾿Ιωάννου Ε΄ Παλαιολόγου καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβανόταν καὶ ὁ Φιλόθεος. ᾿Απὸ τὶς εὐχὲ ς ποὺ συνέταξε μία ἀναπέμφθηκε κατὰ τὴν χειροτονία του, μία πρὸ τῆς πύλης τῆς ῾Ηρακλείας, ὅταν ἀνελάμβανε τὴν ἕδρα του καὶ μία κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐχθρικῆς ἐπιδρομῆς. ᾿Απὸ τὰ ποιητικά του κείμενα εἶναι γνωστὰ ἡ ᾿Ακολουθία του στὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ ἕνας παρακλητικὸς κανόνας σέ αὐτόν, ἕνας παρακλητικὸς κανόνας στὸν Ἅγιο Δημήτριο, ᾿Ακολουθία στὴν μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Κανὼν στὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό, Κανὼν στὰ θαύματα τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου.

 ῾Ο Φιλόθεος ἀναφέρεται πολὺ ἐνωρὶς ὡς ἅγιος, ἀλλὰ δὲν διασώθηκε ᾿Ακολουθία του οὔτε ἡμέρα ἑορτῆ ς του. Στὰ τέλη τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος μ.Χ. συντάχθηκε ἡ ᾿Ακολουθία του συνοδευομένη ἀπὸ ἐκτενῆ Βίο ὑπὸ τύπο συναξαρίου. ῍Αν καὶ ὁ Βίος ἐγράφηκε τόσο ἀργὰ καὶ ὁ συντάκτης του εἶναι ἄγνωστος τὰ προσφερόμεναἱ στορικὰ στοιχεῖα εἶναι σ᾿ ἕνα μεγάλο μέρος ἀκριβῆ. ῾Ο Βίος καὶ ἡ ᾿Ακολουθία ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀπὸ τὸν Β. Δεντάκη 171. ῾Η μνήμη αὐτοῦ τελεῖται τὴν 11η ᾿Οκτωβρίου 172.

ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ΘΗΚΑΡΑΣ

Ὁ Θεόδουλος Θηκαρᾶς ἤκμασε ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἀνδρονίκου Β΄ (1282-1328). Ὡς λαϊκός ὀνομαζόταν Θωμᾶς καί ἦταν μάγιστρος καὶ ρήτορας τῆς αὐλῆς, φημιζόμενος ὡς μουσικὸς καὶ ὑμνογράφος. Στή συνέχεια ἐκάρη μοναχός μετονομασθείς σέ Θεόδουλο. Συνέθεσε διαφόρους ὕμνους καὶ στιχηρά, μαθήματα τῆς Παπαδικῆς καὶ τοῦ Στιχηραρίου, ἔγραψεν Ὡρολόγιον περιέχον ὕμνους καὶ εὐχές διαφόρων Πατέρων καὶ Θεοτοκάριον πού περιλαμβάνει παρακλητικοὺ ς κανόνες διαφόρων ὑμνωδῶν. «Θηκαρᾶς» καλεῖται καί τό ἐκκλησιαστικό βιβλίο πού περιέχει πολυάριθμους ὕμνους καί εὐχές σέ χρήση ἀπό αἰῶνες στήν ὈρθόδοξηἘκκλησία. Οἱ περιεχόμενοι σέ αὐτό ὕμνοι εἶναι κυρίως Τριαδικοί καί πρός τήν Θεοτόκο. Ἡ πρώτη ἔκδοση ἔγινε τό 1683 στή Βενετία μέ τήν ἐπιμέλεια τοῦ Ἀγαπίου Λάνδου. Τό βιβλίο διασώζει πολλά χειρόγραφα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ὁ τίτλος του εἶναι: «Βιβλίον καλούμενον Θηκαρᾶς περιέχον τήν πρέπουσαν αὐτῷ ἀκολουθίαν. Θεόδουλος μοναχός καί ἀμελής τῶν τοῦ Χριστοῦ ἐντολῶν τοῖς ἐντευξομένοις χαίρειν». Ἀκολούθως δέ ἀρχίζει ὑπόμνημα περί τῶν ὕμνων.

ΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ κωνσταν τινουπολεως

Ὁ Μανουὴλ Β΄ Παλαιολόγος, αὐτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως (1391-1425), εἶναι ὁ πατέρας τοῦ τελευταίου καί ἥρωος τῆς 29ης Μαῒου 1453 αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου. Ἦταν δευτερότοκος υἱός τοῦ Ἰωάννου Ε΄ Παλαιολόγου ἀπό τό γάμο του μέ τήν Ἑλένη Καντακουζηνοῦ. Ἐγεννήθηκε τό 1348 καί ζῶντος τοῦ πατρός του διεδραμάτιζε σημαίνοντα ρόλο στά πολιτικά πράγματα τῆς αὐτοκρατορίας ὡς διοικητής τῆς Θεσσαλονίκης ἀρχικά, ὡς συμπαραστάτης στίς πατρικές περιπέτειες καί συμβασιλέας, ἀλλά καί ὡς ἀκόλουθος τοῦ Τούρκου σουλτάνου στίς ἀνά τήν Μικρά Ἀσία στρατιωτικές ἐπιχειρήσεις. Σύζυγο ἔλαβε τήν σερβικῆς καταγωγῆς θυγατέρα τοῦ ἄρχοντος τῆς Β. Μακεδονίας Κωνσταντίνου ΔραγάτσηἙλένη, ἡ ὁποία διῆλθε τίς τελευταῖες ἠμέρες τοῦ βίου της ὡς μοναχή στή γυναικεία μονή τῆς κυρᾶς Μάρθας.Ὁ Μανουήλ, κατά τά τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του, ἀφιερώθηκε στή μελέτη τῶν θείων Γραφῶν καί ἀφοῦ ἄφησε τήν ἄσκηση τῆς ἐξουσίας στόν υἱό του Ἰωάννη, στεφθέντα συμβασιλέα τήν 21η Μαῒου 1419, δέν ἠσχολεῖτο πλέον μέ τίς ὑποθέσεις τοῦ κράτους. Ἦταν ἀπόπληκτος καί έτοιμοθάνατος καί δύο μόλις ἡμέρες πρίν τόν εὕρει ὁ θάνατος ἐνδύθηκε τό μοναχικό σχῆμα, μετονομασθείς Ματθαῖος.

Ὁ Μανουήλ μέ τή φιλολογική κατάρτισή του κατέλιπε καί ἀξιόλογα ἔργα. Μνημονευτέα ὁ Ἐπιτάφιος Λόγος στόν ἀδελφό του δεσπότη τοῦ Μυστρᾶ Θεόδωρο Α΄, ἡ Ἐπιστολή πρός Σιεναίους, Ἐπιγράμματα καί Χρυσόβουλλοι Λόγοι, καί ἄσματα ἐκκλησιαστικά.

Πρόσταγμα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου, Αὔγουστος 1295, Μονή Ξηροποτάμου, Ἅγιον Ὄρος.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΛΑΔΑΣ

Ὁ Ἰωάννης Κλαδᾶς ἤκμασε περί τό τέλος τοῦ ΙΔ΄ἀρχές ΙΕ΄ αἰῶνος μ.Χ. καί ἦταν Λαμπαδάριος τῆς Ἁγίας Σοφίας. Θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς πλέον λογίους καὶ μουσικότατους τῆς ἐποχῆς του. Εἶναι «ἡ τρίτη πηγὴ τῆς Μουσικῆς» μετὰ τὸν Δαμασκηνὸ καὶ τὸν Κουκουζέλη. Ἀπὸ τὰ σπουδαῖα, θεωρητικά, ἔργα του γιὰ τὴ μουσικὴ ξεχωρίζουμε τή «Γραμματικήν τῆς Μουσικῆς», στήν ὁποία ἀναφέρεται σέ θέματα «μετροφωνίας» καὶ «μουσικῶν σημείων» . Ἐμελοποίησε τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο κατὰ μίμηση τῶν πρὶν ἀπὸ αὐτῶν μελωδῶν, ὡς καί Ἀνοιξαντάρια μεγάλα, μαθήματα τοῦ Μαθηματαρίου εἴδους τῶν ἀναγραμματισμῶν, μεγάλα Χερουβικὰ στοὺς ὀκτὼἤχους καὶ ἰσάριθμα Κοινωνικὰ τῶν Κυριακῶν «Αἰνεῖτε» .Ὁ Κλαδᾶς εἶναι σήμερα γνωστὸς ἀπὸ τὸ Κοινωνικὸ ποὺ ψάλλουμε στὴ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων «Γεύσασθε καί ἴδετε», ἐπίσης ἀπὸ τὸ ἀργὸ νεκρώσιμο μέγα ἆσμα «Ἅγιος ὁ Θεός» , ποὺ ἐπιγράφεται μέλος ἀρχαῖο, καὶ ἄλλα πολλά του μαθήματα.

Σπουδαῖος καί καλά διατηρημένος κώδικας, γραμμένος ἀπό τόν Θεοδόσιο ἱεροδιάκονο καί πρωτοψάλτη τῆς Mητροπόλεως Σμύρνης τό 1758. Περιέχονται μαζί ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος κατά μελοποίηση τοῦ Ἰωάννου λαμπαδαρίου τοῦ Kλαδᾶ καί τό Kρατηματάριον τῶν βυζαντινῶν μελουργῶν. Στό τέλος περιέχεται ἡ ἄκρως ἐνδιαφέρουσα Ἀσματική Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ (σελ. 363-372), ἐπειδή εἶναι σπανιότατη ἡ ἐπιβίωση αὐτῆς τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Kοσμικοῦ Bυζαντινοῦ Tυπικοῦ. Ὁ κώδικας εἶναι καλαίσθητος μέ ἰσομήκεις στίχους καί πλούσια περιθώρια. Γραφή καθαρή, μικροῦ μεγέθους· μέ τήν ἴδια γραφίδα σημάδια καί κείμενο. Tά ὡραῖα ποικιλμένα πρωτογράμματα μέ τή βυσσινόχροη μελάνη, (Μονή Ἁγίου Παύλου, κώδικας 146, ἔτος 1758, γραφέας: Θεοδόσιος ὁ Χῖος, χάρτης, 31,3 x 20ἑκ., σελ. 372).

ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΛΑΔΑ

Ἄλλη μία βυζαντινή μελουργός, τῆς ὁποίας ὅμως μόνο μία σύνθεση διασώζεται. Ἀναγνωρίζεται σέ χειρόγραφο τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης Ἀθηνῶν μέ μόνο τό πατρώνυμο, ὡς κόρη τοῦἸωάννου τοῦ Κλαδᾶ. Στό χειρόγραφο φαίνεται πώς ἡ κόρη τοῦ Ἰωάννου τοῦ Κλαδᾶ ἦταν ψάλτης καί μελουργός.

ΣΥΝΕΣΙΟΣ, ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ

Ὁ Συνέσιος, Ἁγιορείτης μοναχός, ἔζησε πρό τῆς ἁλώσεως καί ἐποίησε μαθήματα ἀνήκοντα στό Παπαδικό μέλος. 

ΔΑΒΙΔ ΡΑΙΔΕΣΤΙΝΟΣ

Ὁ Δαβίδ Ραιδεστινός ἔζησε τόν ΙΕ΄ αἰώνα μ.Χ. καί ἦταν περίφημος κωδικογράφος καί ἄρχοντας δομέστικος τῆς σεβασμίας βασιλικῆς μεγάλης μονῆς τοῦ Παντοκράτορος Χριστοῦ.

Σπουδαιότατη Παπαδική τοῦ ιε' αἰῶνος μ.Χ. Π ροτάσσεται ἡ Προθεωρία τῆς Παπαδικῆς καί ἀκολουθεῖ τό κλασικό περιεχόμενο τῆς βυζαντινῆς Παπαδικῆς. Γραφή καθαρή, καλαίσθητη καί ἐπιμελημένη. Tά πρωτογράμματα λιτά, (Mονή Παντοκράτορος, Κώδικας 214, ἔτος 1433, γραφέας: Δαβίδ Pαιδεστινός).

 

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ

Ὁ῞ Αγιος Μᾶρκος ἐγεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη μεταξύ τῶν ἐτῶν 1392 καί 1393 «ἔκ τινος πατρωνυμίας Εὐγενικός καλούμενος». ῾Ο πατέρας του Γεώργιος ἦταν διάκονος καί σακελλίων τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας, μετέπειτα δέ ἔγινε πρωτέκδικος, πρωτονοτάριος καί μέγας χαρτοφύλαξ, ἡ δέ μητέρα του ὀνομαζόταν Μαρία καί ἦταν θυγατέ ρα τοῦ ἰατροῦ Λουκᾶ. ᾿Εσπούδασε σέ μεγάλους διδασκάλους, στόν Γεώργιο Πλήθωνα, τόν Μητροπολίτη Σηλυβρίας Χορτασμένο, τόν Μανουήλ Χρυσόκκο, τόν ᾿Ιωσήφ Βρυέννιο καί ἄλλους, καί εἶχε ἔξοχη παιδεία. Στή συνέχεια προσῆλθε στό μοναχικό βίο, κατά τό ἔτος 1418, σέ κάποια μονή στά Πριγκηπόννησα, καί ἐτάχθηκε ὑπό τήν πνευματική ἐπιστασία τοῦ ἐνάρετου μοναχοῦ Συμεών,ὁ ὁποῖος τόν ἔκειρε μοναχό καί τόν μετονόμασε ἀπό Μανουήλ Μᾶρκο.᾿Εμόνασε κυρίως στή μονή τοῦ῾ Αγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων στήν Κωνσταντινού πολη.᾿Εκεῖ ἐπιδόθηκε στήν ἱερά μελέτη τῆς ῾Αγίας Γραφῆ ς καί τῶν συγγραμμάτων τῶν Πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας καί συνέγραψε τά πρῶτα, δογματικοῦ ἰδίως περιεχομένου, ἔργα του. Τό ἔτος 1437 ἔγινε ᾿Επίσκοπος ᾿Εφέσου καί ἔλαβε μέρος στήν ἑνωτική Σύνοδο Φερράρας Φλωρεντίας (1438-1439). Κατά τόν Γεννάδιο Σχολάριο ὁ ῞Αγιος Μᾶρκος ἀναδείχθηκε ῎Εξαρχος τῆς Συνόδου καί ἐκπροσώπησε σέ αὐτή τούς Πατριάρχες Ἀντιοχείας καί ῾Ιεροσολύμων. Στήν ἀρχή τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου συνέστησε στούς Λατίνους νά ἀποβάλουν τό τραχύ καί ἀνένδοτο τοῦ τρόπου τους καί τῆς διαθέσεώς τους, διότι ἀπέβλεπε στήν εἰρήνευση, τήν ἄρση τοῦ Σχίσματος καί τήν ἐπανένωση τῆς ᾿Ανατολικῆς καί Δυτικῆς ᾿Εκκλησίας. Εἶπε μάλιστα χαρακτηριστικά· «Πρῶτον μέν ὅπως ἐστίν ἀναγκαιοτάτη ἡ εἰρήνη ἥν κατέλιπεν ἡμῖν ὁ δεσπότης ἡμῶν ὁ Χριστός καί ἀγάπη, δε ύτερον ὅτι παρέβλεψεν ἡ Ρωμαϊκή ᾿Εκκλησία τήν ἀγάπην καί διελύθη καί ἡ εἰρήνη, τρίτον ὅτι ἀνακαλουμένη νῦν ἡ Ρωμαϊκή ᾿Εκκλησία τήν τότε καταληφθεῖ σαν ἀγάπην, ἐσπούδασεν ἵνα ἔλθωμεν ἐνταῦθα καί ἐξετάσωμεν τάς μεταξύ ἡμῶν διαφοράς, τέταρτον ὅτι ἀδύνατόν ἐστιν ἀνακαλέσασθαι τήν εἰρήνην ἐάν μήλυθῇτό τοῦ σχίσματος αἴτιον, καί πέμπτον, ἵνα καί οἱ ὅροι τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων ἀναγνωσθῶσιν, ὡς ἄνφανῶμεν καί ἡμεῖς σύμφωνοι τοῖς ἐν ἐκείναις πατράσι καί ἡπαροῦσα σύνοδος ἐκείναις ἀκόλουθος..» .

Ἀντιλήφθηκε ὅμως ἐγκαίρως, ὅτι οἱ Λατῖνοι δέν ἐπιθυμοῦσαν τήν ἐξέταση τῶν διαφορῶν καί τῶν αἰτιῶν τοῦ Σχίσματος καί γενικά ἀληθινή ἐκκλησιαστική ἕνωση, ἀλλά ἐπεδίωκαν τήν καθυπόταξη τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας στόν Π άπα καί τήν παραδοχή ἐκ μέρους αὐτῆς τῶν λατινικῶν ἑτεροδιδασκαλιῶν, ἐγκαταλειπομένων τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων. ῎Ετσι ἐθεώρησε χρέος του νά ἡγηθεῖ τῆς πανορθοδόξου ἀντιδράσεως κατά τῶν λατινικῶν σχεδίων καί ἐτέθηκε ἐπικεφαλῆς τῶν ἀποκληθέντων Ἀνθενωτικῶν ὄχι μόνο κατά τή διάρκεια τῆς Συνόδου ἀλλά καί μετά τήν ἐπιστροφή του στήν Κωνσταντινούπολη. Γι' αὐτό καί ἀπέκρουσε κατά τή διάρκεια τῶν συνοδικῶν συζητήσεων τίς ἀξιώσεις καί τήν ἐπιχειρηματολογία τῶν Λατίνων καί ἀρνήθηκε νά ὑπογράψει τόν ὅρο τῆς ἐπιβληθείσης ψευδοενώσεως. ῾Η μή ὑπογραφή τοῦ ἀπαράδεκτου γιά τήν κοινή ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική συνείδηση κειμένου ἐκ μέρους τοῦ Ἁγίου Μάρκου εἶχε τόσο μεγάλη σημασία, ὥστε μόλις ὁ Πάπας Εὐγένιος Δ΄ (1431-1447) τό πληροφορήθηκε ἀνεφώνησε περίλυπος·« ᾿Εποιήσαμεν λοιπόν οὐδέν».

Λίγο ἀργότερα ὁ αὐτοκράτορας προσέφερε στόν῞Αγιο τόν πατριαρχικό θρόνο, ἀλλά αὐτός ἀρνήθηκε.᾿Επειδή δέ δέν ἐπιθυμοῦσε νά συλλειτουργήσει μέ τόν λατινόφρονα Πατριάρχη Μητροφάνη τόν ἀπό Κυζίκου, ἔφυγε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ ἔτους 1440 καί ἦλθε στήν ῎Εφεσο. Καί ἐκεῖ ὅμως δεχόταν ἐνοχλήσεις ἀπό τούς ἑνωτικούς. Γι' αὐτό ἀνεχώρησε μέ προορισμό τό ῞Αγιον ῎Ορος. Καθ 'ὁδόν, διερχόμενος διά τῆς νήσου Λήμνου, ἐκρατήθηκε καί περιορίσθηκε ἐκεῖ, μέ ἐντολή τοῦ αὐτοκράτορος. Στή Λῆμνο παρέμεινε δύο χρόνια καί ἀπό ἐκεῖ ἐξαπέλυσε τή σπουδαίαἐγκύκλιό του «τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καί τῶν νήσων εὑρισκομένοις ᾿Ορθοδόξοις Χριστιανοῖς» . Μετά ὁ θεοειδής στήν ψυχή καί τήν προαίρεση῞Αγιος ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη στίς 23 ᾿Ιουνίου τοῦ ἔτους 1444 μ.Χ. καί ἐνταφιάσθηκε στή μονή τοῦ ῾Αγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων. ῾Ο Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος, τό 1456 μ.Χ., ὅρισε διά Συνοδικῆς Πράξεως, νά ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ῾Αγίου στίς 19 ᾿Ιανουαρίου. Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός συνέγραψε μαθήματα στήν Παπαδική καί τό Κρατηματάριον, ἀσματικούς κανόνες καί στιχηρά, καί ἑρμήνευσε τούς ὕμνους τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνoῦ.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ

Ὁ Θεόδωρος, Βυζάντιος τὴν πατρίδα, ἤκμασε ἐπὶ τῆς βασιλείας Ἰωάννου καὶ Κωνσταντίνου τῶν Παλαιολόγων, ζοῦσε δὲ τό 1453. Ὑπῆρξε δόκιμος ὑμνογράφος καὶ ἐμπειρότατος περὶ τὴ μουσικὴ, γράψας μάλιστα καὶ περὶ Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς .Ἐμέλισε πολλούς ὕμνους, οἱ ὁποῖοι μετεγράφησαν ἀπό τήν ἀρχαία παρασημαντική στή νέα γραφή τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς.

ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΙΝΑ

Ἡ Παλαιολογίνα ἤκμασε τόν ΙΕ΄ αἰώνα μ.Χ. Πρόκειται γιά μιά ὑψηλῆς μορφώσεως γυναίκα καί μάλιστα ἀριστοκρατικῆς γενιᾶς, πού προερχόταν ἀπό τήν αὐτοκρατορική οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων, πού βασίλεψε ἀπό τό 1259 μέχρι τό 1453. Φέρεται ὡς μοναχή σέ κάποια ἀπό τίς μονές τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί εἶναι γνωστή γιά τή μελοποίηση κανόνων.

ΓΑΒΡΙΗΛ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ, Ο ΜΕΛΟΠΟΙΟΣ

Ὁ ἱερομόναχος Γαβριὴλ ἤκμασε κατά τό ΙΕ΄ αἰώνα μ.Χ. καί συνέθεσε διάφορους ἐκκλησιαστικούς ὕμνους. Συνέγραψε ἐγχειρίδιο περὶ τοῦ «Τί ἐστι ψαλτικὴ καὶ περὶ τῆς ἐτυμολογίας τῶν σημαδίων αὐτῆς» . Στό ἔργο αὐτό πληροφορούμεθα περί τῶν ἑξῆς σπουδαίων ζητημάτων:1) «Περί φωνητικῶν σημαδίων ἀνιόντων καί κατιόντων», β) «Περί διαιρέσως τούτων εἰς ἀνιόντα καί κατιόντα», γ) «Ὅτι δυνατόν ἐστι καί δι 'ἕξ σημαδίων γενέσθαι τήν ψαλτικήν», 4) «Ὅτι μετά λόγου ἐστί πλείονατά ἀνά μίαν φωνήν ἔχοντα σημάδια», 5) «Διαίρεσις τῶν σημαδίων εἰς σώματα καί πνεύματα», 6) Αἰτία, δι' ἥν οὕτω ταῦτα διεῖλον», 7) «Περί τῆς τοιούτων ἐτυμολογίας», 8) «Περί τῶν ἀφώνων καί μεγάλων λεγομένων σημαδίων», 9) «Ὅτι ὀκτώ φωναί ὁ διπλασμός», 10) «Τά μεγάλα σημάδια», 11) «Περί τῆς τούτων ἐτυμολογίας», 12) «Περί τῶν θέσεων», 13) «Περί χειρονομίας, 14) «Περί τῶν ὀκτώ ἤχων», 15) «Περί τῶν πλαγίων», 16) «Περί φθορῶν», 17) «Μετροφωνία καί Παραλλαγή», 18) «Κανόνιον τῶν ἤχων», 19) «Περί ἐνάρξεως Καλοφωνίας», 20) «Αἰτία, δι' ἥνἀν έρχεταί τις ἤκατέρχεται λεληθότως ἄδων, 21) «Ποῖα τά χαρακτηριστικά τοῦ τελείου ψάλτου».

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΑΓΑΛΛΙΑΝΟΣ

Ὁ Θεόδωρος Ἀγαλλιανός καταγόταν ἀπό τό Βυζάντιο.Ἤκμασε τὸ1453,ἐπὶ βασιλείας Ἰωάννου καὶ Κωνσταντίνου τῶν Παλαιολόγων. Ἦταν δικαιοφύλακας τοῦ κλήρου τοῦ παλατίου, ὀφφικιοῦχος καί οἰκονόμος τῆς Ἁγίας Σοφίας. Θεωρεῖται λόγιος καί σοφός, ὑμνογράφος καί σπουδαῖος κάτοχος τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς. Πολλά ἀπό τά μουσικά τουἔργα ἔχουν μεταφρασθεῖ στή νέα μουσική γραφή καί σώζονται σέ χειρόγραφα.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΠΟΥΝΗΣ Ο ΑΛΥΑΤΗΣ

Ὁ ἱερομόναχος Γρηγόριος Μπούνης ὁ Ἀλυάτης, κατά κόσμον Γεώργιος, ἔζησε τόν ΙΕ΄ αἰώνα μ.Χ. καί ἦταν δόκιμος κωδικογράφος καί σημαντικός διδάσκαλος τῆς Ψαλτικῆς. Κατά τήν περίοδο τῆς ἁλώσεως τῆς Πόλεως ἦταν Πρωτοψάλτης τῆς Ἁγίας Σοφίας καί ἀξιώθηκε τιμῶν ὑπὸ τοῦ Κατακτητοῦ, ὅπως μαρτυρεῖται ὑπὸ τοῦ χρονογράφου Δωροθέου Μονεμβασίας, διηγουμένου τά ἑξῆς: «Ἔμαθε δὲ ὁ Σουλτ ᾶν Μεχμέτης ὅτι oἱ Ρωμαῖοι γράφουν τάς φωνάς τῶν ψαλτῶν καὶ τῶν τραγουδιστάδων, καὶ ἔκραξέ τους εἰς τὸ Παλάτι, καὶ εἶχεν ἕνα Πέρσην ἐκλεκτὸν κα ὶὥρισε, καὶ ἐτραγούδισεν· ὁδ ὲκ ὺρ Γεώργιος καὶ κὺρ Γεράσιμος οἱ ψάλται, ἔγραφον τάς φωνάς τοῦ Πέρσου. Ἐσχεδίασαν oὖν τὸ τραγούδι τοῦ Πέρσου, καὶ τότε ὥρισε νὰ τὸ ψάλλουν· καὶ ἔψαλλάν το καλλιώτερα παρὰ τὸν Πέρσην, ἤρεσέ του πολλὰκα ὶἐθαύματε τὴν λεπτότητα τῶν Ρωμαίων, καὶ ἐφιλοδώρησε τοὺς ψάλτας· ὁδὲ Πέρσης ὡς εἶδε πὼς εἶναι τοιοῦτοι τεχνῖται ἐπροσκύνησέ τους» . Ἀπό τά ποιήματα αὐτοῦ τὰ πλεῖστα δὲν διεσώθησαν ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς κατά τήν ὁποία ἔζησε, τὰ δὲ σωζόμενα ἀνήκουν στὸ Παπαδικὸ εἶδος. Ὁ ἱερομόναχος Γρηγόριος ἐποίησε καί Προπαίδεια σέ ἦχο πλ. β΄ πρός ἐκγύμνασιν τῶν ἀρχαρίων μαθητῶν στό χρωματικό γένος. Σώζεται στίς βιβλιοθῆκες τό ἔργο του «Μέθοδος τῆς μετροφωνίας κυρίου Γρηγορίου ἱερομονάχου Μπούνη τοῦ Ἀλυάτου· ἦχος πλ. δ΄».

να σπουδαιότατο καί καλαισθητότατο Bυζαντινό Στιχηράριο (φ. 357β). Διατηρεῖται σέ καλή κατάσταση. Στάχωση ἀπό δέρμα καστανοῦ χρώματος καί ξύλινες πινακίδες μέ ἔντυπο διάκοσμο. Γραφή καθαρότατη, ἐπιμελημένη καί πολύ καλαίσθητη. Ποικιλμένα ἐρυθρά ἐπίτιτλα καί πρωτογράμματα καί κάπου ἰχνογραφίες κεφαλῶν Ἁγίων, ( Mονή Διονυσίου, κώδικας 564 , ἔτος 1445, γραφέας: Γρηγόριος Mπούνης ὁἈλυάτης, χάρτης 28,3 x 19,8 ἑκ., φφ. 357.

ΜΑΝΟΥΗΛ ΧΡΥΣΑΦΗΣ Ο ΠΑΛΑΙΟΣ

Ὁ Μανουὴλ ἢ Ἐμμανουὴλ Χρυσάφης ὁ Παλαιός, ὁ ἐπί τῆς ἁλώσεως Λαμπαδάριος τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, διακεκριμένος μελοποιός, ἐμέλισε πολλὰ ἔργα, ἀπό τά ὁποῖα, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, σώζονται κάποια πού ἀνήκουν στό Παπαδικὸ μέλος. Ἔγραψε ἐξ ἀπόψεως θεωρητικῆς Πραγματεία περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς . Ὡς μαθητή αὐτοῦ εἶχε τόν ἱερομόναχο Γεράσιμο, πιθανῶς τόν ἐνώπιον τοῦ Πορθητοῦ προσκληθέντα μετά τoῦ Γεωργίου ἢ Γρηγορίου τοῦ Ἀλυάτoυ. Ὁ κώδικας τοῦ ἔτους 1672 τῆς μονῆς Λειμῶνος (ἀρ. 239) ὀνομάζει τὸν Μανουὴλ «Λαμπαδάριον τοῦ εὐαγοῦς βασιλικοῦ κλήρου» . Ὁ Μανουὴλ στά χειρόγραφα ὀνομάζεται καί Μαΐστωρ. Τό ὑπό τοῦ Μανουὴλ Χρυσάφου ποιηθέν Στιχηράριο εἶχε στά χέρια του καί ὁνέος Χρυσάφης, ὁ ὁποῖος καί μετέβαλε τή σημαδοφωνία αὐτοῦ, ἀνανεώσας αὐτήν κατά τό σύστημά του, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὑπ' ἀρ. 239 κώδικος τῆς μονῆς τοῦ Λειμῶνος. Ὁ Μανουήλ ἦταν ἐκεῖνος πού ἑρμήνευσε καθαρά τήν καταμέτρηση τοῦ μουσικοῦ χρόνου. Αὐτή ἡ διδασκαλία, ὡστόσο δέν εἶναι καινούργια, ἀφοῦ καί ὁ ἱερομόναχος Γαβριήλ, πού ἀναφέραμε ἀνωτέρω εἶχε γράψει: «...τάς δέ ἀργίας καί συντομίας καί τάς ἄλλας ἰδέας τῶν μελῶν, ταῦτα τά μεγάλια σημάδια [ποιοῦσιν]» 173. Ὁ ἴδιος, πάλι, προσπάθησε νά καθορίσει τά διαστήματα καί τίς κλίμακες.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΧΑΛΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ὁ Γεράσιμος Χαλκόπουλος, μοναχός καί δομέστικος στό Ἅγιον Ὄρος, σύγχρονος δέ τοῦΘεοδώρου τοῦ Ἀγαλλιανοῦ (ΙΕ΄ αἰώνας μ.Χ.), ὑπῆρξε μαθητής τοῦ Μανουήλ τοῦ Χρυσάφου καί ἐμέλισε ἄσματα στό Παπαδικὸ μέλος.

ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ Β΄ Ο ΣΧΟΛΑΡΙΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Θεολόγος, συγγραφέας καί πρῶτος μετά τήν Ἅλωση τῆς Βασιλεύουσας (1453) Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1454-1456). Ἐξέχουσα φυσιογνωμία τοῦ ΙΕ΄ αἰῶνος, ἐσφράγισε μέ τήν πολύπλευρη δράση του τήν πορεία καί τήν ἐξέλιξη τοῦἙλληνισμού καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικής Ἐκκλησίας. Γόνος εὔπορης οἰκογένειας ἀπό τήν Θεσσαλία, ἐγεννήθηκε, ἐμορφώθηκε καί ἔδρασε στήν Κωνσταντινούπολη σέ μία ἐποχή βαθειά σημαδεμένη ἀπό ἔντονες ἐκκλησιαστικοπολιτικές μεταλλαγές. Ὁ χρόνος τῆς γεννήσεώς του τοποθετεῖται μεταξύ τῶν ἐτῶν 1398 και 1405. Τό κατά κόσμον ὄνομά του ἦταν Γεώργιος, τό δέ ἐπώνυμο Κουρτέσης ἤ Κορτέσης, τό ὁποῖο σημαίνει καί τόν αὐλικό καί εἶναι συνώνυμο τοῦ Σχολαρίου. Ἡ ἐπωνυμία Σχολάριος θεωρεῖται οἰκογενειακή καί προέρχεται πιθανότατα ἀπό ἀξίωμα μέλους τῆς οἰκογένειάς του στόν στρατό ἤστά ἀνάκτορα ἤἐπειδή πιθανῶς ἐνωρίς ἤδη κατά τή νεότητα αὐτοῦἐπιτελοῦσε χρέη σχολαρίου, δηλαδή φύλακος τῶν ἀνακρόρων. Τό γεγονός ὅτι ἡοἰκογένειά του ἦταν εὔπορη, τοῦ ἔδωσε τή δυνατότητα νά ἀποκτήσει εὐρύτατη μόρφωση. Ἔτσι, σέ πολύ νεαρά ἡλικία ἐπέτυχε νά διακριθεῖ γιά τήν ἐξαίρετη παιδεία του καί συνδέθηκε μέ ὅλες σχεδόν τίς ἐξέχουσες πνευματικές προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς του. Ἰδιαίτερο πνευματικό δεσμό ἐκαλλιέργησε μέ τόν Μητροπολίτη Ἐφέσου Ἅγιο Μᾶρκο τόν Εὐγενικό , τοῦ ὁποίου ἔγινε πνευματικό τέκνο καί τόν διαδέχθηκε στόν ἀγῶνα κατά τῆς ἑνώσεως μέ τή Δυτική Ἐκκλησία ὡς ἀρχηγός τῶν ἀνθενωτικῶν.

Πρῶτο ἐπάγγελμα πού ἄσκησε ὁ Σχολάριος ἦταν τοῦ διδασκάλου. Ἀπό πολύ ἐνωρίς ἵδρυσε στήν οἰκία του ἰδιωτική σχολή, ὅπου ἐδίδασκε γραμματική, ρητορική καί φιλοσοφία. Ἡ φήμη του ὡς διδασκάλου, ἡ ἐξαίρετη μόρφωση καί ἡ σύνδεσή του μέ τό παλάτι ἔδωσαν τή δυνατότητα στόν Σχολάριο νά καταλάβει σημαντικές διοικητικές θέσεις. Τό 1444, μετά ἀπό προτρεπτική ἐπιστολή τοῦ φίλου καί καθοδητη τοῦτου περί τά πνευματικά Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ἐμφανίζεται στό προσκήνιο καί λαμβάνει ἐνεργό μέρος στόν ἀνθενωτικό ἀγῶνα. Τό 1450 ὁ Σχολάριος ἀποφάσισε νά ἐγκαταλείψει τά κοσμικά ἀξιώματα καί τίς ἀπoλαυές τους καί νά ἐνδυθεῖτό μοναχικό σχῆμα, σέ στιγμή μάλιστα πού, ὅπως ὁἴδιος μαρτυρεῖ, οἱ σχέσεις του μέ τά ἀνάλτορα ἦσαν ἄριστες. Ἡ ἀπόφασή του αὐτή ἀποτελοῦσε ἐκπλήρωση παλαιᾶς του ἐπιθυμίας, ἀλλά καί συμμόρφωση πρός σχετική προτροπή τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ. Ἐγκατέλειψε τή μονή τοῦ Παντοκράτορος, ὅπου διέμενε μετά τό θάνατο τῶν γονέων του, καί εἰσῆλθε στήν κοινοβιακή μονή τοῦ Χαρσιανείτου, ὅπου ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα Γεννάδιος.

Ἐν τῷ μεταξύ, τά πολιτικά καί ἐκκλησιαστικά πράγματα στήν Κωνσταντινούπολη ἐξελίσσονταν ἄσχημα. Μπροστά στόν καθημερινά αὐξανόμενο τουρκικό κίνδυνο, ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος ἐδέχθηκε, σέ μιά ὕστατη προσπάθεια νά ἐξασφαλίσει βοήθεια ἀπό τή Δύση, τή μετά ἀπό ἐνέργειες τῶν μετριοπαθῶν ἀνθενωτικῶν ἐπανάληψη τῶν διαπραγματεύσεων γιά τήν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν. Παρά τό γεγονός ὅμως ὅτι ἐπεκράτησαν καί τότε οἱ ἀπόψεις τῶν ἀνθενωτικῶν καί προτάθηκε ἡ σύγκληση νέας Συνόδου στήν Κωνσταντινούπολη, στίς 12 Δεκεμβρίου 1452, ἐτελέσθηκε ἑνωτική Λειτουργία στό ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας ἀπό τόν καρδινάλιο Ἰσίδωρο καί μέ τήν παρουσία τοῦ αὐτοκράτορος καί τῶν πολιτικῶν ἀξιωματούχων. Στήν ἐνέργεια αὐτή ὁ Γεννάδιος ἀντέδρασε ἔντονα, καί σέ ἔνδειξη διαμαρτυρίας, γιά τήν ἔναντι τῆς οὐδέποτε ἀποσταλείσης βοηθείας νέα προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐθυροκόλλησε στήν πόρτα τοῦ κελλίου του κείμενο μέ ὀξύτατη κατά τῶν ἑνωτικών προκήρυξη. Ἀπό τότε καί μέχρι τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς Τούρκους, ἀπομονώθηκε στή μονή τῆς μετανοίας του. Στήν προσπάθεια του νά διαφύγει μετά τήν κατάληψη τῆς Πόλεως, συνελήφθη αἰχμάλωτος καί ὁδηγήθηκε στήν Ἀδριανούπολη ὡς δοῦλος στήν ὑπηρεσία ἀξιωματούχου μουσουλμάνου. Σύντομα ὅμως ἀναζητήθηκε ἀπό τόν Μωάμεθ τόν Πορθητή καί ὁδηγήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐδέχθηκε ὡς πρώτη εὔνοια τοῦσουλτάνου τήν ἄδεια νά θέσει σέ ἐπαναλειτουργία τή μονή του. Στίς 6 Ἰανουαρίου 1454 ἐξελέγη ἀπό Σύνοδο πλησιοχώρων Ἀρχιερέων πρῶτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετά τήν Ἅλωση καί ἐνθρονίσθηκε μέ ἐπίσημη τελετή ἀπό τόν σουλτᾶνο, ὁὁποῖος τοῦπαραχώρησε τό ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, γιά νά ἐγκαταστήσει ἐκεῖτό Πατριαρχεῖο. Ἄν καί ὀλιγόχρονη, ἱπατριαρχεία τοῦΓενναδίου θεωρεῖται σημαντικότατη γιά τήν ἱστορία τόσο τοῦΝεωτέρου Ἑλληνισμοῦ, ὅσο καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡπαραχώρηση σέ αὐτόν τῶν προνομίων ἀπό τόν Μωάμεθ ἀποτέλεσε τήν ἀφετηρία γιά τήν ἐξασφάλιση τῶν ἀναγκαίων προϋποθέσεων ἐπιβιώσεως τοῦΓένους καί τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν ἐπακολουθήσασα μακραίωνη δουλεία. Παράλληλα, ἡἵδρυση ἀπό τόν Γεννάδιο τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς ἔθεσε τά θεμέλια τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦὑπόδουλου Γένους. Τό 1456 ὁΓεννάδιος ἀναγκάσθηκε, κάτω ἀπό τό βάρος τῶν ἀνυπέρβλητων προβλημάτων καί τῆς ἐπισφαλοῦς ὑγείας του, νά παραιτηθεῖκαί νά μεταβεῖστή μ ονή Βατοπεδίου στό Ἅγιον Ὄρος . Ἀργότερα ἐγκαταστάθηκε μόνιμα στή μονή τοῦΤιμίου Προδρόμου, στό ὄρος Μενοίκιον, κοντά στίς Σέρρες, ὅπου ἐκοιμήθηκε μετά το 1472. Ἄν καί μετά τήν παραίτησή του ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη δύο φορές, δέν ἔχει ἀποδειχθεῖμέ βεβαιότητα ὅτι ἐπανῆλθε στόν πατριαρχικό θρόνο.

Ὁ Γεννάδιος ὑπῆρξε ἀναμφισβήτητα μία ἀπό τίς ἐξοχότερες φυσιογνωμίες τοῦ ΙΕ΄ αἰῶνος. Συγχρόνως ὅμως ὑπῆρξε καί ἡ τραγικότερη προσωπικότητα τῆς ἐποχῆς του. Μέ τόν ἀναντίρρητο πλοῦτο τῶν γνώσεών του καί τό τεράστιο συγγραφικό του ἔργο καταλαμβάνει δικαιωματικά μία ἀπό τίς πρῶτες θέσεις στή Βυζαντινή Γραμματεία. Εὐθύς μετά τό θάνατο αὐτοῦ, κατά τήν Κυριακή τῆς Ὁρθοδοξίας, ἐγράφη στό Συνοδικόν τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό ἀλόλουθο χαρακτηριστικό μνημόσυνο αὐτοῦ, ὡς τοῦτο διέσωσε ὁΠαρσινός Κῶδιξ 1294: «Γενναδίου τοῦσοφωτάτου καί ΟἰκουμενικοῦΠατριάρχου, μέγιστον δέ κράτος ἀραμένου ἐπι σοφίᾳπαντοδαπῇκαί δυνάμει λόγον ἀνυπερβλήτῳκαί λαμπρόν μέν ὑπέρ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ἀγωνισαμένου καί λόγοις καί συγγράμμασι καί διαλέξεσι καί διδασκαλίαις, παρρησιασαμένου δέ τήν εὐσέβειαν πολλάκις ἀπαραμίλλῳψυχῆς γενναιότητι ἐνώπιον βασιλέων καί δυναστῶν καί λαῶν καί δήμων ὅλων καί ἐπί πάντων ἁπλῶς τήν ἱεράν τῆς χριστιανικῆς πίστεως ὁμολογίαν καί ἀλήθειαν ἀναδιδάξαντός τε καί ἀποδείξαντος καί κήρυκος παντός ἀνακηρύξαντος γεγωνότερόν τε καί εὐσημότερον, εἶτα τήν ἡσυχίαν ἀντί πάντων ἀσπασαμένου τε καί ἑλομένου διαγωγήν καί τόν βίον ἐν αὐτῇμεταλλάξαντος ὁσίωςε καί μακαρίως καί οὕτω τήν πολυειδῆἐπισφραγισμένου ἑαυτῷἀρετήν ἀοιδίμως, αἰωνία ἡμνήμη» .

Ἀπό τά ἔργα του ἀναφέρουμε τά σπουδαιότερα:

Ρητορικά ἔργα ( Ὁμιλίαι καί Λόγοι): Εἰς τόν Εὐαγγελισμόν, Ἐπί τῇ παραβολῇ τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου, Τοῦ ἀσώτου καί περί μετανοίας, Τῇ πρώτῃ τῶν νηστειῶν καί περί νηστείας, Περί ἐλεημοσύνης, Περί τοῦ μυστηριώδους σώματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἸησοῦΧριστοῦ, Τῇ Μεγάλῃ Παρασκευῇ ἐν τῷ Παλατίῳ, Τῇ ἑορτῇ τῶν Εἰσοδίων, ἐν τῇ μονῇ τῆς Περιβλέπτου , Εἰς τήν Μεταμόρφωσιν, ἐν τῷ Παλατίῳ, Εἰς τούς Ἁγίους Ἀποστόλους , Ἐπί τῆς ἀρνήσεως τοῦ Πέτρου καί τῆς μετανοίας αὐτοῦ, Ἐπί τῇ μεταστάσει τῆς Θεοτόκου, Ἐπί τῇ μνήμῃ τῆς ἀποτομῆς τοῦ Προδρόμου, Εἰς τήν κατά σάρκα Γέννησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Ἀπόσπασμα ὁμιλίας εἰς τόν Ἅγιον Δημήτριον, Ἀπόσπασμα εἰς Ἅγιον Λεόντιον Ἀχαῒας, Ἐπιτάφιος ἐπί τῷ μακαριωτάτῳ πατρί καί διδασκάλῳ κυρῷ Μάρκῳ τῷ Ἐφέσῳ κατά κόσμον Εὐγενικῷ, καί ἄλλα.

Δογματικά ἔργα: Περί θείας προνοίας καί προορισμοῦ, Περί θείου προορισμοῦκαί θανάτου, κατά τόν Μ. Βασίλειον, τῷ Ἰωσήφ τῷ ἐν Θεσσαλονίκῃ, Περί τοῦ θείου προορισμοῦ, τῷ αὐτῷ πατρί , Περί τοῦ καιροῦ καί τοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως τῶν νοερῶν καί ἀθανάτων ψυχῶν , Ἐκ τοῦ πρώτου περί ψυχῆς, κατά τόν Γρηγόριον Νύσσης, Περί τῆς λογικῆς καί ἀνθρωπίνης ψυχῆς, δεύτερον, τῷ πανιερωτάτῳ Μητροπολίτῃ Μηδείας Θεοφάνει, Περί τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, τί αὐταῖς γίνεται μετά τήν τῶν σωμάτων ἀπαλλαγήν, Περί ψυχῶν καί σωμάτων καί πουργατορίου, τῷ Ἰωάννῃ, Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (α. Περί τῶν αἰτίων τοῦσχίσματος. β. Περί τοῦ μακαρίου Αὐγουστίνου, καί καθόλου περί τοῦπῶς δεῖ χρῆσθαι ἑκάστῳτῶν διδασκάλων ἡμᾶς κατά ἀντιπαράστασιν. Ἐν ᾧκαί περί τῶν κτιστῶν εἰκόνων καθολική θεωρία. γ. Διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων. δ. Ἐπιχειρήματα τῶν Λατίνων. ε. Ἐκ Πατρός δι' Υἱοῦ. στ΄. Συμφωνία Ἑλλήνων καί Λατίνων Πατέρων. Πίναξ ἀρίστης συγγραφῆς τῆς ἐνθάδε... τοῦθείου Σχολαρίου), Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βιβλίον δεύτερον, Ὅτι ἀδύνατον ἐστι καί τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ προβολέα εἶναι τοῦ Πνεύματος, Ἀπολογία σύντομος ὑπέρ τοῦ μή δέχεσθαι τούς ὑγιαίνοντας τῶν Γραικῶν τήν ἐν Φλωρεντίᾳ Σύνοδον καί τήν ἐκεῖ κακῶς ὁρισθεῖσαν ἕνωσιν , καί ἄλλα Ἀπολογητικά ἔργα ἀπευθυνόμενα πρός Μουσουλμάνους, Πολεμικά κατά ΓεμιστοῦΠλήθωνος, Ποιμαντικά καί Ἀσκητικά , Μεταφράσεις καί Σχόλια , Φιλοσοφικά καί Σύμμεικτα.

Ἀπό τά Λειτουργικά ἔργα τοῦΓενναδίου Σχολαρίου ἀναφέρουμε: Εὐχαί μετανοιῶν καί μερικαί τῶν ψαλμῶν ἐπιτομαί ἐν συνόψει, Εὐχή εἰς τόν Πατέρα, Ἡ ἑπτάριθμος εὐχή μετά ἀναπτύξεως, ἡδιδαχθεῖσα ὑπό τοῦ Δεσπότου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Εὐχή εἰς τόν ἄναρχον Πατέρα καί οὐράνιον Βασιλέα ὑπέρ σωτηρίας τῆς Πελοποννήσου, Εὐχή εἰς τόν ἕνα καί τρισυπόσταστον Θεόν, Ἑτέρα εὐχή, Εὐχή ἑτέρα πρωϊνή, Εὐχή εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν , Εὐχή ἐν τῇἀρχῇτῆς νυκτός, Εἰς τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον εὐχή, Εἰς τούς μακαρίους Πάντας, εἴτε Ἀγγέλους, εἴτε ἀνθρώπους.

Ἀπό τίς ἔμμετρες εὐχές ἀναφέρουμε: Εἰς Πατέρα, Χριστόν, Θεοτόκον, Τίμιον Σταυρόν, Ἰωάννην τόν Πρόδρομον καί εἰς τούς Ἁγίους Ἀποστόλους, Ἐπιτάφιον ἐπίγραμμα εἰς Δημήτριον Λάσκαρην, τόν ὡς μοναχόν θανόντα ὑπό τό ὄνομα Δανιήλ, Ἐπί τῆς ματαιότητος τοῦ κόσμου, Εἰς τό σωτήριον πάθος, Ὕμνος εἰς τόν Θεόν μετά δεήσεως, Εἰς τόν ἐν ἁγίοις πατέρα ἡμῶν καί θαυματουργόν Γρηγόριον, Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης, τόν Παλαμᾶν κανών , Ἐπιτάφιοι στίχοι εἰς Μᾶρκον τόν Ἐφέσου, καί ἄλλα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΑΣΚΑΙΣ Ο ΠΩΓΩΝΙΑΤΗΣ

Ὁ Κωνσταντῖνος Λάσκαις ὁ Π ωγωνιάτης ἐδίδαξε τά ἑλληνικά γράμματα στήν Ἰταλία, μετά τήν Ἅλωση, καί ἐμέλισε διάφορα ἄσματα.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΡΑΨΑΚΙΤΑΣ ἤΡΑΨΑΚΙΩΤΗΣ

Ὁ Ἀθανάσιος Ραψακίτας ἢ Ραψακιώτης ἤκμασε λίγο μετά τήν Ἅλωση καί ἐμέλισε τούς ὕμνoυς τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγἀλου Βασιλείου «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ» , « Ἀμήν» , «Σέ ὑμνο ῦμεν» , «Τήν γάρ σήν μήτραν» (σέ ἦχο α΄ τετράφωνο), Koινωνικά καί ἔντεχνο Πολυέλεο .

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΛΑΞΟΣ

Ὁ Νικόλαος Μαλαξός ἤκμασε περὶ τὰ τέλη τοῦ ΙΕ' αἰῶνος μ.Χ. καί συνέθεσε στιχηρά, δοξαστικά, τροπάρια, μεγαλυνάρια καί ἀσματικοὺς κανόνες.

ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΔΕΚΑΔΥΟΣ

Ὁ Ἰουστῖνος Δεκάδυος (1520) καταγόταν ἀπό τήν Κέρκυρα καί συνέθεσε κανόνες στήν Θεοτόκο καί Ἀκολουθίες Ἁγίων.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΣΑΒΒΑΪΤΗΣ

Ὁ Γρηγόριος Σαββαΐτης ἔζησε περὶ τίς ἀρχές τοῦ ΙΣΤ΄ αἰῶνος μ.Χ. καί ἐμέλισε διάφορα ἔργα, μεταξύ τῶν ὁποίων καί Πασαπνοάριον τοῦ Ὄρθρου ἀργὸ σέ ἦχo δ΄, καλλωπισθέν ἀκολούθως ὑπό Γερμανοῦ τοῦ Νέων Πατρῶν.

ΜΑΝΟΥΗΛ Ο ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΞ

Ὁ Μανουὴλ, Χαρτοφύλαξ καὶ Μέγας Ρήτωρ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἔζησε κατά τό πρῶτο ἥμισυ τοῦ ΙΣΤ΄ αἰῶνος μ.Χ. καί ἔγραψε στιχηρά, κανόνες σέ Ἁγίους καί στήν Θεοτόκο, μoυσoυργήματα στήν Παπαδικὴ καὶ ἄλλα ἀνέκδοτα.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΑΛΑΞΟΣ

Ὁ Γρηγόριος Μαλαξός, ἀκμάσας κατά τόν ΙΣΤ΄ αἰῶνα μ.Χ., συνέθεσε κανόνα στήν Ἁγία Τριάδα.

ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΕΡΡΩΝ

Λόγιος Ἀρχιερέας, ὁ ὁποῖος ἤκμασε κατά τίς πρῶτες δεκαετίες τοῦ ΙΣΤ΄ αἰῶνος μ.Χ., καθ' ὅσον γνωρίζουμε ὅτι τό 1522 ἦταν Μητροπολίτης Σερρῶν 174 . Ἐπί τῆς πύλης τῆς Τραπέζης τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας, στό Ἅγιον Ὄρος, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς ἐπιγραφή: «Ὁ πανιε/ρώτατος καί ὑπέρτιμος μητροπολίτης Σερρῶν Γεννάδιος καί κτήτωρ τῆς παρούσης ἁγίας τραπέζης» , ἡ ὁποία δηλώνει ὅτι πρίν χειροτονηθεῖ Ἐπίσκοπος ὁ Γεννάδιος, θά διετέλεσε μοναχός στή Λαύρα, καί ὡς Μητροπολίτης, γιά λόγους εὐγνωμοσύνης στή μονή τῆς μετανοίας του, ἔκτισε τήν Τράπεζα. Ὁ Σερρῶν Γεννάδιος συνέθεσε Ἀκολουθία «Τῶν Ἁγίων Μεγάλων Μαρτύρων καί Θαυματουργῶν Θεοδώρων Τήρωνος καί Στρατηλάτου, τῶν ἑορταζομένων λαμπρῶς ἐν τῇ ἁγιωτάτῃ Μητροπόλει Σερρῶν... ἥτις Ἀκολουθία συνεκροτήθη καί συνετέθη ζέσει τῇ εἰς αὐτούς τοῦ πανιερωτάτου καί λογιωτάτου Μητροπολίτου Σερρῶν κυρίου Γενναδίου μετά πατριαρχικῆς βουλήσεως καί συνοδικῆς διαγνώσεως» .

ΠΑΧΩΜΙΟΣ ΡΟΥΣΑΝΟΣ

Ὁ Παχώμιος Ρουσάνος ὁ καί Ρακενδίτης, μοναχός, ἐγεννήθηκε στή Ζάκυνθο τό 1508 καί ἦταν υἱός τοῦ μετέπειτα γενομένου μοναχοῦ Ἰωακείμ Ρουσάνου. Σέ νεαρά ἡλικία ἐκάρη μοναχός στή μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Κρημνῶν, ὅπου ἔλαβε καί τήν πρώτη μόρφωσή του. Ἀνήσυχος, πνευματώδης καί φιλομαθής ἐπισκέφθηκε ὅλες σχεδόν τίς χῶρες τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ, γιά νά γνωρίσει αὐτές καί νά διδάξει καί γιά νά λάβει τήν εὐκαιρία νά ἐπιδοθεῖσέ βαθύτερες θεολογικές σπουδές μελετώντας τίς διατηρούμενες βιβλιοθῆκες διαφόρων μονῶν Ἔτσι ἐπισκέφθηκε καί τή μονή Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὀρους, ὅπου διέμεινε ἐπί μία περίπου δεκαετία. Ἔχοντας ὡς κέντρο τό Ὄρος, ἐκανε περιοδεῖες στήν ὕπαιθρο χώρα, ὅπου ἐδίδασκε τά ἑλληνικά γράμματα, ἐκήρυσσε τό θεῖο λόγο καί παθανώτατα ἀσκοῦσε καί τό λειτούργημα τοῦ πνευματικοῦ πατέρα. Ἐγραψε, ἐκτός τῶν ἄλλων δογματικῶν, ἀντιρρητικῶν, γραμματικῶν καί θρησκευτικῶν ἔργων, κανόνες, Ἀκολουθίες Ἁγίων, ἐφιλοπόνησε δέ καί « Ἑρμηνείαν σύντομον εἰς τὴν καθ' ἡμᾶς ἐκκλησιαστικὴν μουσικήν ». Ὁ μοναχός Παχώμιος Ρουσᾶνος ἀπέθανε τό 1553, σέ ἡλικία 44 ἐτῶν, στήν ἐπισκοπική περιφέρεια τῆς Ναυπάκτου.

ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΑΡΓΟΥΝΙΟΣ

Ὁ Μάξιμος Μαργούνιος, φωτεινή μορφή τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν θεολογικῶν γραμμάτων, κατά κόσμον Ἐμμανουήλ, ἐγεννήθηκε στόν Χάνδακα Κρήτης (σημερινό Ἡράκλειο), τό 1549. Τήν ἐγκύκλιο μόρφωση ἔλαβε στήν περίφημη τότε Σιναϊτική σχολή τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, πού ἐλειτουργοῦσε στόν Χάνδακα καί ἐμαθήτευσε κοντά στόν σοφό ἱερομόναχο Ἰωάσαφ Δορυανό. Τή λατινή γλώσσα ἐδιδάχθηκε ἀπό τόν Ρωμαιοκαθολικό Ἐπίσκοπο Σητείας Γάσπαρο Βιβιανό. Μετά τήν ἀποπεράτωση τῆς ἐγκυκλίου μορφώσεως ἐπῆγε, τό 1568, στό Πατάβιον τῆς Ἰταλίας, γιά νά συνεχίσει τίς σπουδές του στό ἐκεῖ πανεπιστήμιο. Ἐδῶ ὁ μαργούνιος ἐσπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία, θεολογία, ἰατρική καί νομική. Κατά τό διάστημα τῆς ἐκεῖ παραμονῆς του συνδέθηκε, μεταξύ ἄλλων, καί μέ τόν τότε ἐφημέριο τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Κοινότητος τῆς Βενετίας μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβῆρο, τόν Δανιήλ Ρουρλᾶνο καί τόν Μελέτιο Πηγᾶ, κατόπιν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας. Ἡ φήμη τοῦ ἀνδρός διαδόθηκε ἀνά τό πανελλήνιον. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄ ὁ Τρανός (1572-1579, 1580-1584), θέλοντας νά διοργανώσει τά ἐκκλησιαστικά πράγματα καί νά μορφώσει τόν ἱερό κλῆρο, μετακαλεῖ, τό 1576, τόν Μαργούνιο στήν Κωνσταντινούπολη μέ τόν Γαβριήλ Σεβῆρο, μέ σκοπό νά ἱερωθεῖ καί ἀφοσιωθεῖστή διοργάνωση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων καί τῆς παιδείας. Μετά ἀπό παραμονή του στήν Κρήτη καί συγκρούσεις μέ τούς Δυτικούς, λόγῳ τῆς ἐμμονῆς του στήν Ὀρθοδοξία, ἐχειροτονήθηκε ἀπό τόν Πατριάρχη Ἱερεμία, τήν 15η Ἀπριλίου τοῦ1584 Ἐπίσκοπος Κυθήρων. Ὅταν ὁ Μαργούνιος ἔφθασε στά Κύθηρα, ὁ διοικητής τῆς νήσου δέν ἐπέτρεψε τήν ἐγκατάστασή του καί ἀπηύθυνε ἔκθεση πρός τόν δόγη τῆς Βενετίας ζητώντας γι' αὐτό τή συγκατάθεσή του. Ἔτσι ὁ Μαργούνιος ἐπανῆλθε στήν Κρήτη καί ἀπό ἐκεῖ ἀπέστειλε ἀναφορά στήν Ἑνετική κυβέρνηση. Ἐπειδή δέν ἔλαβε ἀπάντηση, ἦλθε κατά τήν ἄνοιξη τοῦ 1585 αὐτοπροσώπως στήν Βενετία πρός διευθέτησιν τοῦ ζητήματος. Μετά πολλές διαδικασίες ἡ Ἑνετική κυβέρνηση (ψήφισμα Γερουσίας 4ης Φεβρουαρίου 1586) ἐπέτρεψε μέν τήν παραμονή τοῦ Μαργουνίου στή Βενετία, γιά νά διδάσκει τά ἐλληνικά καί λατινικά γράμματα, ἀπαγόρευσε ὅμως τή μετάβασή του στά Κύθηρα καί τήν ἀνάληψη τῆς ἕδρας του, ὡς καί τή χειροτονία ἱερέων ἀπό αὐτόν. Ἔτσι ἀσχολήθηκε μέ τή συγγραφή θεολογικῶν ἔργων πού ἐκίνησαν τίς ὑποψίες καί κατηγορίες κατ' αὐτοῦ καί ἰδιαίτερα τοῦΣεβήρου. Μετά τήν ἀποσταλεῖσα στό Πατριαρχεῖο ἀπολογία του, ἡ Σύνοδος, πού συνῆλθε τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1592 στήν Κωνσταντινούπολη πρός ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως, τόν ἀθώωσε, προτρέπουσα συγχρόνως καί τόν Σεβῆρο πρός συμφιλίωσιν καί συνδιαλλαγήν, ἡ ὁποία ἐπραγματοποιήθηκε περί τά μέσα τοῦ1593. Ὁ Μάξιμος Μαργούνιος ἐκοιμήθηκε τήν 1η Ἰουλίου 1602. Συνέγραψε, ἐκτός τῶν ἄλλων ἔργων, ὕμνους, ποιήματα, σύγγραμμα περί τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας, καί ἐξέδωσε τό Ψαλτήριον τοῦ Δαβίδ καί τό λειτουργικό βιβλίο τοῦ «Ἀποστόλου» διορθωμένο.


 

171 ᾿Αθῆναι 1970.

172 Περί τοῦ Φιλοθέου βλ. σχετική βιβλιογραφία: Βίος Γρηγορίου Παλαμᾶ, Π. Χρήστου, ΕΠΕ , Θεσσαλονίκη 1984. Βίος ὁσίου Γερμανο ῦ, P . Joannou , Anal. Boll . 70 (1952), σελ. 35-115. Βίος ἁγίου Σάββα , ᾿Α. Παπαδοπούλου Κεραμέως, ᾿Ανάλ. ῾Ιεροσ. Σταχ. 5 (1888), σελ. 190-359. Βίος ἁγίου ᾿Ισιδώρου, Ἀ. Παπαδοπούλου-Κεραμέως, Zapiski Ist .- filol . fakulteta Petersburg 76 (1905), σελ. 52-149. Εἰς ὅσιον Νικόδημον , Μ. Γεδεών, ᾿Αρχεῖον ᾿Εκκλ. ῾Ιστορίας 1 (1911), σελ. 175-185. Εἰς ἅγιον Δημήτριον , Β. Λαούρδα, Μακεδονικ ὰ 2 (1941-1952), σελ. 558-580. Λόγος εἰς ἁγίαν ᾿Ανυσίαν, Κ. Τριανταφύλλη, ᾿Α. Γραππούτου, Συλλογὴ ῾Ελληνικ ῶν ἀνεκδότων, Βενετία 1874, σελ. 99-114. Δ. Τσάμη, Φιλοθέου Κοκκίνου ῾Αγιολογικ ὰἔργα, Θεσσαλονίκη 1985. Εἰς ἅγιον Φωκᾶν, Κ. Κατσάνου, Θεσσαλονίκη 1983. Εἰς Τρεῖς ῾Ιεράρχας, P . G . 154, 758-820. Ψευτογκᾶ Βασ., Φιλοθέου Κοκκίνου Λόγοι καὶ ῾Ομιλίες, Θεσσαλονίκη 1981, ἕνδεκα ὁμιλίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες 4 ἀνέκδοτες ἕως τότε. Τριανταφύλλη Κ., Γραπ-πούτου ᾿Α., ὅπου παραπάνω, Λόγος ἱστορικός, Περὶ φιλαργυρίας, Περὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, Εἰς τὴν ἀναστήλωσιν τῶν εἰκόνων, Εἰς τὴν ὕψωσιν τοῦ Σταυροῦ, Εἰς τήν Συγκύπτουσαν. P. Syrku , Kistorii ispravlenija knigv Bolgani I, 2, Πετρούπολις 1890, σελ. lxxxii - lxxxvi. Βολουδάκη Βασ., ᾿ Ακολουθία εἰς Γρηγόριον Παλαμᾶν, Πειραιεὺς 1878. Φουν τούλη ᾿Ι., ῾ Η Διάταξις τῆς θείας λειτουργίας τοῦ Φιλοθέου Κοκκίνου, Θεσσαλονίκη 1986 ( ἀνάτυπο). ᾿Ανατροπή, Ράλλη Γ., Ποτλ ῆ Μ., Σύνταγμα, τ. V , 1855, σελ. 128-130. ᾿Αντιρρητικοὶ Δέκα πέντε κατὰ Γρηγορᾶ, Δοσιθέου, Τόμος ᾿Αγάπης, ᾿ Ιάσιον 1698 (= P . G . 151). Καϊμάκη Β., Φιλοθέου Κοκκίνου Δογματικὰ ἔργα Α', Θεσσαλονίκη 1983. Niggl Th ., Prolegomena zu den Werken des Patriarchen Philotheos , M ü nchen 1955, πολυγραφημένη διατριβή. Κουρούση, Στ., «Φιλόθεος Κόκκινος» , ΘΗΕ 11 (1967) στ. 1119-1126. ῾ Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεολογικὸν Συμπόσιον εἰς μνήμην Φιλοθέου Κοκκίνου, Θεσσαλονίκη 1986. Χρήστου Π., ῾ Η οἰκουμενικ ὴ πολιτικὴ τοῦ Πατριάρχου Φιλοθέου Κοκκίνου, Θεσσαλονίκη 1985 (ἀνάτυπον ἀπὸ Ξενίαν εἰς ἀρχιεπίσκοπον ᾿Ιάκωβον). Ζήση Θ., Θεολόγοι τῆς Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 147-158.

173 Π ρβλ. «Τί ἐστι ψαλτική...», Παράρτημα Ἐκκλησιαστικῆς Ἀληθείας, Κων-σταντινούπολις 1900, πανομ. 2, σελ. 83.

174 Π. Ν. Παπαγεωργίου, Αἱ Σέρραι καί τά προάστια, τά περί τάς Σέρρας καί ἡ μονή Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου , ἐν Byzantinische Zeitschrift , 3[1894], σελ. 250.

Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος