πίσω


 

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ

ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΓΕΝΝΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ

ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΗΧΟΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΟΡΦΕΣ ΥΜΝΩΝ

ΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΥΜΝΟΙ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Ο ΨΑΛΤΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΒΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

OΙ ΜΕΛΩΔΟΙ ΚΑΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ (LINKS)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ


 

 

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΒΑΤΑΤΖΗΣ

Ὁ Ἰωάννης καταγόταν ἀπό τό Διδυμότειχο τῆς Θράκης, πρίν δέ γίνει αὐτοκράτωρ εἶχε τόἀξίωμα τοῦ πρωτοβεστιαρίου. Γαμβρός τοῦ βασιλέως Θεοδώρου τοῦ Λασκάρεως, συζευχθείς τήν θυγατέρα του Εἰρήνη, διαδέχθηκε αὐτόν στό θρόνο τῆς Νίκαιας 143. Τήνἐποχή κατά τήνὁποίαἔγινε αὐτοκράτωρὁ Ἰωάννης διεκδικοῦσαν τήν κυριαρχία στήνἈνατολή τέσσαρα κράτη:Ἡ Αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας,ἡ λατινική Αὐτοκρατορία, τό Δεσποτᾶτο τῆς Ἠπείρου καί τό Βουλγαρικό βασίλειο τοῦἸωάννουἈσάν Β´.Ὀρθά παρατηρεῖ ὁ ἱστορικός Γρηγορᾶς, ὅτι οἱ πρῶτοι χρόνοι τοῦ βασιλείου τῆς Νι-καίας ἤθελαν τήν ὀξεία ὀρμή καί δυναμικότητα τοῦ Θεοδώρου τοῦ Λασκάρεως, οἱ δέ μετέπειτα τήν εὐστάθεια τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βατάτζη 144. Πράγματι, ἄλλοτε μέ συμμαχίες καί φιλίες, τίς ὁποῖες ἐπετύγχανε, καί ἄλλοτε μέ τή σύναψη συνοικεσίων, κατόρθωσε νά ἀπομονώσει τούς ἀντιπάλους του καί νά ἐπαυξήσει τό κράτος τῆς Νικαίας. Ὁ Ἰωάννης ἀπέκτησε ὑπό τήν ἐξουσία του τόση ἔκταση, ὅση οὐσιαστικά ἀρκοῦσε γιά τήν ἐπανασύσταση τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, πράγμα πούἐπιτεύχθηκε τό 1261 ὑπό τοῦ Μιχαήλ Παλαιολόγου,ἑπτά ἔτη μετά τό θάνατο τοῦἸωάννου.

Κατά τήν περίοδο τῆς βασιλείας του συνέβησαν ἀξιόλογα ἐκκλησιαστικά γεγονότα. Μεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας Φρειδερίκου Β´ εἶχε συναφθεῖ συμμαχία, πού εἶχε καλλιεργηθεῖ ἐπί τῶν χρόνων ἀκόμη τοῦ Θεοδώρου Α´ τοῦ Λασκάρεως. Μάλιστα ὁ Ἰωάννης Βατάτζης ἔλαβε ὡς δεύτερη σύζυγο τή θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῆς Γερμανίας Φρειδερίκου τοῦ Β΄ Κωνσταντία, ἡ ὁποία ἀσπάσθηκε τήν Ὀρθοδοξία καί ἔλαβε τό ὄνομα Ἄννα.

Ἄρχισε διαπραγματεύσεις μέ τόν πανίσχυρο Πάπα Γρηγόριο Θ΄, γιά τό ζήτημα τῆς ἐνώσεως τῶνἘκκλησιῶν, μέ σκοπό νά ἐνισχυθεῖ στήν κατάκτηση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ διαπραγματεύσεις ἔγιναν τό 1232 στήν πόλη Νύμφαιον, πρωτεύουσα τότε τοῦ βασιλείου τῆς Νικαίας, ἐνῶ ἡ Νίκαια εἶχε μείνει ἕδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Στή Σύνοδο παρεκάθησανὁ Πατριάρχης Γερμανός Β΄ καί ἄλλοι κληρικοί καί θεολόγοι, μεταξύ τῶν ὁποίων διακρινόταν ὁ μοναχός Νικηφόρος Βλεμμύδης, καθώς καί οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Πάπα. Οἱ διαπραγματεύσεις αὐτές εἶχαν σημασία γιά δύο κυρίως θεολογικούς λόγους: πρῶτον, διότι πολεμήθηκε, γιά πρώτη φορά, ἡ περί καθαρτηρίου πυρός λατινική διδασκαλία, καί δεύτερον, διότι ἔγινε πρόταση ὑπό τοῦ Νικηφόρου Βλεμμύδου νά ἀναφέρεται στό Σύμβολον τῆς Πίστεως ἡ ἔκφραση «ἐκ τοῦ Πατρός δι' Υἱοῦ» .Ἡ Σύνοδος ὅμως διαλύθηκε ἄνευ ἀποτελέσματος, διότι ὁ Πάπας ἀπέκρουσε τήνἐπιθυμία τοῦἸωάννου νά μή στείλει βοήθεια στούς Φράγκους τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Ὁ Βατάτζης, ἐξ αἰτίας τῶν ἀτυχῶν ἐκστρατειῶν του στήν Κρήτη καί στή Ρόδο, ἐπεδίωξε τή φιλία τῶν ἰσχυρῶν Βουλγάρων, συμφωνήσας μέ τόν τσάρο Ἰωάννη Ἀσάν νά ἑνώσουν διά γάμου τά τέκνα τους, τό δεκαετῆ υἱό τοῦ Βατάτζη Θεόδωρο μετά τῆς ἐννεα ετοῦς κόρης τοῦ Ἀσάν Ἑλένης. Ὡςἀντάλλαγμα τῆς προσεγγίσεως αὐτῆς ὑπῆρξε ἡ ἀναγνώριση τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Τυρνόβου.

Ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι οἱ δύο σύμμαχοι Βατάτζης καί Ἀσάν πολιορκοῦσαν συνεχῶς τήν Κωνσταντινούπολη, ὁ Πάπας Γρηγόριος Θ΄ἀφόρισε τό Μάϊον τοῦ 1236 τόν Ἀσάν καί ἔγραψε ἐπιστολή πρός τό Βατάτζη ἐξορκίζοντάς τον νά εἰρηνεύσει πρός τόν ἐν Κωνσταντινουπόλει Λατῖνο αὐτοκράτορα Ἰωάννη Βρυέννιο καί νά τόν βοηθήσει στήν ἀπελευθέρωση τῆς Ἁγίας Γῆς. Ἐπειδή ὅμως οἱ ἐπιδρομές τῶν Βατάτζη καί Ἀσάν ἐναντίον τῆς Κωνσταντινουπόλεως συνεχίζονταν, ὁ Βρυέννιος ἀναγκάσθηκε νά ἐπικαλεσθεῖ καί πάλι τή συνδρομή τοῦ Πάπα καί νά γίνει νέα σταυροφορία γιά τή σωτηρία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ αὐτοκράτορας ὅμως τῆς Δύσεως Φρειδερῖκος Β΄, σύμμαχος τοῦ Βατάτζη καί ἀντίπαλος τοῦ Πάπα, ἀρνήθηκε τήν δι'Ἰταλίας δίοδο τῶν σταυροφόρων.Ὁ Πάπας τότε ἔστειλε καί ἄλλη ἐπιστολή πρός τό Βατάτζη. Τό πρωτότυπο τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς δέν διασώθηκε, γνωρίζουμε ὅμως ἐν μέρει τό περιεχόμενό της ἀπό τήν ἀπάντηση τοῦ Βατάτζη. Ὁ Πάπας ἐπαινῶν τή σοφία τῶν Ἑλλήνων, λέγει ὅτι οἱἝλληνες διά τῆς σοφίας τους πρέπει νάἐννοήσουν τήν ἀρχαιότητα τοῦ θρόνου τῆς Ρώμης καί τό ρόλο της γιά τό εὐαγγελικό κήρυγμα. Φαίνεται ὅτι ὁ Πάπας ἀμφισβήτησε καί τό νόμιμο τίτλο τοῦ βασιλέως στό Βατάτζη.

Ὁ Βατάτζης ἀπάντησε στόν Πάπα μετά τό θάνατο τοῦ Ἰωάννου Βρυεννίου , στίς 23 Μαρτίου 1237. Στήν ἐπιστολή αὐτή ὁ αὐτοκράτωρ ὁμιλεῖ ὡς ἀρχαῖος Ἕλλην μέ ὑπερηφάνεια καί δριμύτητα κατά τῶν καταλαβόντων τήν Κωνσταντινούπολη Φράγκων καί καταδεικνύει ὅτι καί ὁ ἴδιος ἦταν « βασιλεύς » καί ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀνῆκε στούςἝλληνες καί,ὅτι κατά συνέπεια, ὁ Πάπας διέστρεφε τά πράγματα καί ἀναμειγνυόταν σέ θέματα πού δέν ἦταν τῆς ἁρμοδιότητός του.

« Ἰωάννης ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷπιστός βασιλεύς καί αὐτοκράτωρ Ρωμαίων ὁ Δούκας τῷ ἁγιωτάτῳ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης Γρηγορίῳ σωτηρίας καί εὐχῶν αἴτησιν .

"Οἱ ἀποσταλέντες παρά τῆς σῆς ἁγιότητος κομισταί τοῦ γράμματος τούτου διετείνοντο ὅτι εἶναι τῆς σῆς ἁγιότητος , ἀλλ ' ἡ βασιλεία μου, ἀναγνοῦσα τά γεγραμμένα , δέν ἠθέλησε νά πιστεύσῃὅτι εἶναι σόν , ἀλλ ' ἀνθρώπου ζῶντος ἐν ἐσχάτῃ ἀπονοίᾳ ἔχοντος δέ τήν ψυχήν πλήρη τύφου καί αὐθαδείας διότι πῶς νά μή ὑπολάβωμεν τοιοῦτον τόν γράψαντα ... μή διδαχθέντα περί τοῦ μεγέθους τῆς ἀρχῆς ἡμ ῶν καί τῆς δυνάμεως ;

« Δέν εἴχομεν χρείαν σοφίας ἵνα διαγνώσωμεν τίς καί ποῖος εἶναι ὁσός θρόνος. Ἐάν ἔκειτο ἐπίτῶν νεφελῶν ἤμετέωρός πού, ἴσως ὑπῆρχεν ἀνάγκη σοφίας μετεωρολογικῆς πρός ἀνεύρεσίν του, ἀλλ' ἐπειδή εἶναι ἐστηριγμένος ἐπίτῆς γῆς , καί οὐδόλως διαφέρει τῶν λοιπῶν θρόνων , ἡτούτου γνῶσις πρόχειρος εἶναι τοῖς πᾶσιν.

« Καί ὅτι μέν ἀπο τοῦ ἡμετέρου γένους ἡ σοφία καί τό ἐκ ταύτης ἀγαθόν ἤνθησε καί εἰς ἄλλους διεδόθη , καλῶς εἴρηται. Πῶς ὅμως ἠγνοήθη ἤ καί μή ἀγνοηθέν πῶς εἰσηγήθη ὅτι μετάτῆς σοφίας εἶναι προσκεκληρωμένη εἰς τό γένος ἡμῶν παρά τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου καί ἡ βασιλεία ;Τίς ἀγνοεῖ ὅτι ὁκλῆρος τῆς διαδοχῆς ἐκε ίνου εἰς τό ἡμέτερον διέβη γένος καί ὅτι ἡμε ῖς εἴμεθα οἱ τούτου κληρονομόι καί διάδοχοι :

« Ἡμεῖς βιασθέντες μετεκινήθημεν τοῦ τόπου, ἀλλ άδέν παραιτούμεθα τά δικαιώματα ἡμῶν ἐπί τῆς ἀρχῆς καί τοῦ κράτους τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ βασιλεύεων ἄρχει καί κρατεῖ ἔθνους καί λαοῦ καί πλήθους οὐ χίλίθωντε καί ξύλων ἅτινα ἀποτελοῦσι τά τείχη καί τά πυργώματα.

« Τό γράμμα σου περιεῖχε καί τοῦτο , ὅτι κήρυκες τῆς σῆς τιμιότητος τό τοῦ σταυροῦδι ήγγειλαν κήρυγμα εἰς ὅλον τόν κόσμον , καί ὅτι πλῆθος ἀνδρῶν πολεμιστῶν ἔσπευσεν εἰς ἐκδίκησιν τῆς Ἁγίας Γῆς . Τοῦτο μαθόντες ἐχάρημεν καί ἐλπίδων μεστοί γεγόναμεν ὅτι οὗτοι ἐκδικηταί τῶν ἁγίων τόπων ἤθελον ἀρχίσει τήν ἐκδικίαν ἀπ ότῆς ἡμετέρας πατρίδος καί ὅτι ἤθελον τιμωρήσει τούς αἰχμαλωτιστάς αὐτῆς , ὡς βεβηλώσαντας ἁγίους οἴκους ὡς ἐνυβρίσαντας θεῖα σκεύη , καί πᾶσαν ἀνοσιουργίαν διαπράξαντας κατά χριστιανῶν . Ἐπειδή ὅμως τό γράμμα ὠνόμαζε βασιλέα τόν Ἰωάννην Βρυέννιον τῆς Κωνσταντινουπόλεως ... καί πρός βοήθειαν τούτου ἐστ έλλοντο οἱνέοι σταυροφόροι, ἐγελῶμεν ἀναλογιζόμενοι τήν τῶν ἁγίων τόπων εἰρωνίαν καί τά κατά τοῦ σταυροῦ παίγνια.

« Ἐπειδή δέ ἡσή τιμιότης διά τοῦ γράμματος παρακινεῖ νά μή παρενοχλῶμεν τόν σόν φίλον καί υἱόν Ἰωάννην Βρυέννιον , καθιστῶμεν γνωστόν ... ὅτι δέν γνωρίζομεν ποῦ γῆς ἤ θαλάσσης εἶναι ἡ ἐπικράτεια αὐτοῦ τοῦ Ἰωάννου. Ἐάν δέ περί Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ὁ λόγος δῆλον καθιστῶμεν ... ὡς οὐδέποτε παυσόμεθα μαχόμενοι καί πολεμοῦντες τοῖς κατέχουσι τήν Κωνσταντινούπολιν. Ἦγάρ ἄν ἀδικο ίημεν καί φύσεως νόμους καί πατρίδος θεσμούς καί πατέρων τάφους καί τεμένη θεῖα καί ἱερά, εἰμή ἐκ πάσης τῆς ἰσχύος , τούτων ἕνεκα διαγωνισόμεθα.

« Ἡ βασιλεία μου πάνυὀρέγεται κα ίποθε ῖν άδιασώσῃτό πρός τήν ἁγίαν τῆς Ρώμης Ἐκκλησίαν προσῆκον σέβας ... μόνον ἐάν κα ίἡσή ἁγιότης μή παρίδῃτά δικαιώματα τῆς ἡμετέρας βασιλείας...» 145 .

Ἀπό τήν ἐπιστολή αὐτή τοῦ Βατάτζη βλέπουμε , πλήν ἄλλων , καί τή σφο δρή τουἐπιθυμία πρός ἀνάκτηση τῆς Κωνσταντινου πόλεως .

Μετά τό θάνατο τοῦἐχθροῦ τοῦ παπισμοῦ βασιλέως τῆς Γερμανίας Φρειδερίκου Β΄ (1250 μ . Χ .) ἐκδηλώθηκε ἡ προσπάθεια τοῦ Πάπα Ἰννοκεντίου Δ΄ (1243-1254) νά κινήσει τή Βενετία καί τούς Φράγκους τῆς Ἀνατολῆς ἐναντίον τοῦ βασιλέως τῆς Νικαίας .Ἡ προσπάθεια αὐτή προκάλεσε νέα ἑνωτική πρωτοβουλία τοῦ βασιλέως τῆς Νικαίας πούἐντασσόταν στήν πολι-τική σκοπιμότητα τῆς συμπαραστάσεως τοῦ παπικοῦ θρόνου γιά τή διάλυση τῆς λατινικῆς αὐτοκρατορίας στήν Κωνσταντινούπολη. Ὅμως, παρά τή συμφωνία τοῦ Πάπα καί τῶν ἐκπροσώπων τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Νικαίας, ἡ πρωτοβουλία αὐτή δέν εἶχε συνέχεια 146.

Τόν Βατάτζη ἀπασχολοῦσαν ἰδιαζόντως τά ἐκκλησιαστικά ζητήμα τα .Ἐκτός τῶν ἄλλων, τόν Δεκέμβριο τοῦ 1228, διά Νεαρᾶς ἀπαγόρευσε στίς πολιτικές ἀρχές νά ἀναμιγνύονται στίς κληρονομίες τῶν κληρικῶν .Ὡς γνωστόν, κατά τούς ἱερούς κανόνας ἡ περιουσία τῶν ἐξἀ διαθέτου ἀποθνησκόντων ἐπι σκόπων περιερχόταν στήν Ἐκκλησία . Οἱ εἰσπράκτορες ὅμως τοῦ δημοσίου , μετά τό θάνατο τοῦ Ἐπισκόπου ,ἅρπαζαν τήν περιουσία του , « μή καταλείπο ντες μη δέ κάλυμμα πρός ταφήν » ,ὡς γράφειὁ Πατριάρχης Γερμανός ὁ Β΄ .Ἡ ἀπαγόρευση δέ αὐτή τοῦ βασιλέως θεωρήθηκε ὡς μέγα εὐεργέτη μα ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας καί προσεκυρώθηκε ὑπό τοῦ Πατριάρχου .

Προστάτευσε, ἐπίσης, ἀπό τό διωγμό τό γνωστό θεολόγο τῆς ἐποχῆς του ἱερομόναχο Νικηφόρο Βλεμμύδη καί διευκόλυνε τή μετάβασή του στό Ἅγιον Ὄρος πρός εὕρεση βιβλίων. Χαρακτηριστικό ἐπίσης εἶναι τό γεγονός ὅτι τόν Νικηφόρο Βλεμμύδη δέν τόν τιμώρησε ἀκόμα κι 'ὅταν ὁ αὐστηρός αὐτός μοναχός ἀπέκλεισε ἀπό τήν Ἐκκλησία τήν Ἰταλίδα Μαρκεζίνα Φρίγκα, ἡ ὁποία ἦτο εὐνοούμενη τοῦ Βατάτζη. Ἡ Μαρκεζίνα ἦταν ἀκόλουθος τῆς συζύγου τοῦ αὐτοκράτορος Ἄννης, θυγατρός τοῦ Φρειδερίκου Β´. Πρός τήν Μαρκεζίνα, γυναίκα ἐξόχου κάλλους, ὁ Βατάτζης αἰσθάνθηκε σφοδρό ἔρωτα. Ἡ Μαρκεζί να ἐκμεταλλεύθηκε τήν ἀδυναμία τοῦ βασιλέως πρός τό πρόσωπό της καί φερόταν ἀλαζονικά. Ὁ Γρηγορᾶς ἐξιστορῶν λεπτομερέστερα τό θέμα αὐτό, γράφει ὅτι ὁ βασιλεύς αἰσθανόταν ἀπό τό πάθος του κατήφεια καί συνριβή καί ἀνέμενε καιρό μετανοίας καί θεία ἐπέμβαση γιά τή λύση αὐτῆς τῆς παρεκτροπῆς αὐτός. Ἡ Μαρκεζίνα, συνεχίζε ιὁ Γρηγορᾶς ,κάποτε θέλησε νά δεῖ τή μονή τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, στήν ὁποία τότε ἐμόναζε ὁ Νικηφόρος Βλεμμύδης. Ἑτοιμάσθηκε καί μέ μεγάλη ἀκολουθία καί στολισμένη μέ βασιλικά σύμβολα, εἰσῆλθε στό ναό μέπερισσή ἀλαζονεία τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἐτελεῖτο ἡ Θεία Λειτουργία. Ὁ Βλεμμύδης τότε, καταπλαγείς γιά τήν ἀπροσδόκητη αὐτή ἐμφάνιση τῆς Μαρκεζίνας καί γνωρίζων τό σκάνδαλο, διέταξε, μήἔχωντί ἄλλο νά πράξει, νά διακοπεῖ ἡ Θεία Λειτουργία. Ἀπολογούμενος μετά ταῦτα ἔγραψε μεταξύ ἄλλων : « Ἐπροτιμήσα μεν νά ἀποθάνω μεν μᾶλλον ἤ νά παρανομήσω μεν συνεκκλησιαζόμενοι μετά τῆς ἀκοινωνήτου,μή δίδοντες τόν ἅγιον ἄρτον εἰς τήν ἀναιδή αὐτήν καί ἀκάθαρτον καί μή ἀνεχόμενοι ἔμπροσθεντῆς κυλιομένης ἐντῷ βορβόρῳτῆς μοιχείας νά ἐκφωνήσω μεν τούςλαμπρούς καί μαργαρώδεις λόγους τῆς ἱερᾶς τελετῆς».Καί ὁ Βατάτζης παρά τήν ὀργή τῆς Μαρκεζίνας καί τίς προτροπές τῶν αὐλικῶν νά τιμωρήσει τόν Βλεμμύδη, ὄχι μόνον δέν ἔπραξε τοῦτο, ἀλλά τόν ὑπερασπίσθηκε:«Δια τίμέὠθεῖτε νά τιμωρήσω ἄνδρα δίκαιον; Ἐάν ἐγώ εἶχον τήν θέλησιν νά διάγωτόν βίον ἄνευ ἀτιμίας καί αἰσχύνης, ἤθελον διατηρήσει ἀκίβδηλοντό τῆς βασιλείας σεμνόν ἀξίωμα. Ἀλλά νῦν ἐγώ παρέχω ἀφορμήν ὕβρεων κατ' ἐμοῦ αὐτοῦ καί τῆς βασιλείας δι'ὅ καί προσηκόντως ἀπολαμβάνω λοιπόν ἐντεῦθεντάς ἀμοιβάς καί τῶν πονηρῶν σπερμάτων τά γεώργια»147.

Ἐπί τῆς ἐποχῆς τοῦ Βατάτζη τά οἰκονομικά τοῦ κράτους τῆς Νικαίας ἦσαν πολύ ἀνθηρά. Σ'αὐτό συνετέλεσε κυρίως ἡ φροντίδα καί τό ἐνδιαφέρον τοῦ αὐτοκράτορος, ὁ ὁποῖος βοήθησε καί ἀνέπτυξε τήν γεωργία καί τήν κτηνοτροφία, ἠσχολεῖτο μάλιστα καί ὁ ἴδιο ὑποδειγματικά. Τόν οἰκονομικό αὐτό πλοῦτο τῆς χώρας του ὁ Βατάτζης ἐχρησιμοποίησε καί γιά τήν ἵδρυση φιλανθρωπικῶν οἴκων, γηροκομείων, πτωχοτροφείων, νοσοκομείων, ἀλλά καί βιβλιοθηκῶν .Ἐβοήθησε ,ἐπίσης , πολλά Μοναστήρια ,ὄχι μόνον στή Μικρά Ἀσία, ἀλλά καί στό Σινᾶ, στά Πατριαρχεῖα Ἀντιοχείας , Ἀλεξανδρείας καί στήν Κύπρο. Ἀκόμη ἔκτισε ναούς, ἐπροστάτευσε δέκαί τούς ἐν Κωνσταντινουπόλει εὑρισκομένους. Ὡς αὐτοκράτορας δέν ἔμεινε ἀσυγκίνητος καί ἀδιάφορος πρός τά ἐν Κύπρῳ ἐκκλησιαστικά γεγονότα. Ὡς ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας καί γενικῶς προστάτης τῆςἘκκλησίας, κατά τή διαμορφωθεῖσα βυζαντινή ἀντίληψη περί αὐτοκράτορος, ὁ Ἰωάννης ἀπεφάσισε νά ἐνεργήσει διπλωματικῶς ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου πού ἐζητοῦσε τήν προστασία του ἀπό τίς ἐπεμβάσεις καί τίς πιέσεις τοῦ Πάπα 148 .

Ἀπό κοινωνικῆς ἀπόψεως ὁ Βατάτζης δύναται νά θεωρηθεῖὡς προστάτης τῆς ἀγροτικῆς καί ἀστικῆς τάξεως δεδομένου ὅτι ἐπεδίωξε πρόπαντός ἄλλου να ἐξυψώσει τό ἐπίπεδο τῆς ζωῆς τους. Πρός τοῦτο ἐξετέλεσε ἀπογραφή τῆς χώρας καί ἀπένειμε σέ κάθεἕνα τῶν ὑπηκόων του μερίδα γῆς, ὥστε νά ζεῖ μέ ἄνεση. Αὐτό τό πέτυχε μέ τήν ἐπίταξη ὡρισμένων κινητῶν καί ἀκινήτων περιουσιῶν τῶν μεγαλογαιοκτημόνων καί ἀριστοκρατῶν.Ἡ δυσαρέσκεια τῶν τελευταίων δέν ἐμπόδισε τό δίκαιο αὐτοκράτορα νά πραγματοποιήσει τίς ἀποφάσεις του.Ἐκτός τούτου ἔλαβε καί μέτρα ἀπαγορευτικά τῆς σπατάλης τοῦ ἰδιωτικοῦ πλούτου. Ὁ Βατάτζης ἐπιθυμοῦσε πολύ νά λείψει τελείως ἀπό τό κράτος του ἡ ἀδικία καί ἔλαβε μέτρα κατά τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πτωχῶν καί ἁπλῶν ἀνθρώπων. Γράφει σέ μία Νεαράτου: « Ὁ ἄρχων δέν δύναται μέν νά διατάξῃ ἀλλαγήν τῶν ἀναγκαίων καί χρησίμων περίτόν βίον εἰς τούς πολίτας, δύναται ὅμως, νά ἀπαγορεύσῃ τάπεριττά» .

Ὁ Ἰωάννης διακρινόταν γιά τήν εὐσέβεια, τήν εὐγένεια, τή δικαιοσύνη καί φιλανθρωπία του.Ἐκοιμήθηκε στίς 3 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1254 μ.Χ. καί ἐτάφη στήν ὑπ' αὐτοῦκτισθεῖσα Μονή τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τῶν Σωσάνδρων 149. Λίγα χρόνια μετά τήν κοίμησή του στή συνείδηση τοῦ λαοῦ ἐθεωρήθηκεὡς Ἅγιος. Στό Νύμφαιο δέ ἀνοικοδομήθηκε καί ναός ἀφιερωμένος στή μνήμη του. Ἀργότερα δέ, δι' ἀποκαλύψεως τοῦ ἰδίου, ἔγινε ἀνακομιδή τοῦ ἱεροῦ λειψάνου του στήν πόλη τῆς Μαγνησίας. Εἰκόνα αὐτοῦ ὑπῆρχε στόν περικαλλῆ ναό τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Μαγνησίας.

Ἀσματική ἀκολουθία στόν Ἅγιο Ἰωάννη ἐφιλοπόνησε ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, τήν ὁποία ἐξέδωσε ὁ Μητροπολίτης Ἐφέσου Ἀγαθάγγελος, ἐκ Μαγνησίας, τό ἔτος 1872 στήν Κωνσταντινούπολη. Ὡς φαίνεται δέ ἐκ τῶν εὑρισκομένων στά παλαιά μουσικά χειρόγραφα πολυελέων καί δοξολογιῶν, πού φέρουν τό ὄνομά του, ὁ Ἰωάννης ὑπῆρξε καί μύστης τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς 150 . Τό γεγονός αὐτό ὀφείλεται στή σχέση του μέ τόν Θεόδωρη Λάσκαρι, ὁ ὁποῖος διακρίθηκ εὡς θεοτοκοριογράφος, « ποιήσας τόν πρός τήν Θεοτόκον ἐξαίρετον παρακλητικόν κανόνα εἰς ἦχον πλ. δ´ πρός τό“ Ἁρματηλ άτην Φαραώ”, ψαλλόμενον κατά τήν δεκαπενθήμερον τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου νηστείαν καί συμπεριληφθέντα τῇ Παρακλητικῇ» 151.Ἐμελοποίησε διάφορους Πολυελέους καθώς ἐπίσης καί Δοξολογίες.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΛΕΜΜΙΔΗΣ

Περί τοῦ Νικηφόρου Βλεμμίδου δίδονται πληροφορίες καί στό βίο τοῦ Ἰωάννου Βατάτζη πού προτάσσεται. Ἦταν σοφός μοναχός καί ἀριθμεῖται μεταξύ τῶν μελωδῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἐγεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό 1197 ἀπό πατέρα ἰατρό. Σέ παιδική ἡλικία, μετά τή φραγκική κατάκτηση (1204), μετανάστευσεὡς πρόσφυγας στήν Μικρά Ἀσία,ἀκολουθήσας τούς γονεῖς του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν χάσει τά ἄλλα παιδιά τους. Ἐφοίτησε σέ σχολεῖα τῆς Προύσσης, ἔπειτα δέ τῆς Νίκαιας, ὅπου ἐσπούδασε ρητορική, φυσική, μαθηματικά, φιλοσοφία καί ἰατρική. Ὁ Πατριάρχης Γερμανός Β΄, ἐκτιμώντας ἰδιαίτερα τά προσόντα αὐτοῦ ἐχειροθέτησε αὐτόν ἀναγνώστη καί στή συνέχεια τόν ἐχειροτόνησε διάκονο, τοῦ ἀπένειμε τόν τίτλο τοῦ λογοθέτου καί τόν διόρισε ἐπίτροπο στό Νυμαφαῖον, ὅπου ἦσαν τά αὐτοκρατορικά ἀνάκτορα. Ἤθελε νά τόν κρατήσει διά παντός στή διακονία τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως, στηρίζοντας σέ αὐτόν μεγάλες ἐλπίδες. Ἀλλ' ὁ Βλεμμύδης δέν ἱκανοποίησε τήν ἐπιθυμία τοῦ Πατριάρχου, διότι αἰσθανόταν κλίση πρός τό μοναχικό βίο. Ἔτσι ἀποσύρθηκε στήν περιοχή Δύο Βουνῶν τοῦ Λάτρου, ἐκάρη μοναχός καί μετά ὀκτώ ἡμέρες ἐχειροτονήθηκε πρεσβύτερος (1235) ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Ἐφέσου Μανασσῆ. Ἀργότερα ἐγκατέλειψε τήν πρώτη μονή καί ἐγκαταστάθηκε στή μονή τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ, ὅπου συνέστησε καί ἀνώτερο σχολεῖο. Τέλος, ἵδρυσε ἰδική του μονή στά Ἠμάθια, τῆς ὁποίας συνέταξε τό τυπικό καί στήν ὁποία παρέμεινε μέχρι τοῦ θανάτου του.

Ὁ Βλεμμύδης ἀναγνωρίσθηκε πολύ ἐνωρίς ὡς ἡγετική ἐκκλησιαστική προσωπικότητα τοῦ κράτους τῆς Νίκαιας στά ἐκκλησιαστικά καί πνευματικά ζητήματα. Ὡς διδάσκαλος ἀπέκτησε τέτοια φήμη,ὥστε ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Δούκας Βατάτζης ἀπέστειλε πέντε εὐγενεῖς νέους γιά ἐκπαίδευση, ἀπό τούς ὁποίους διακρίθηκε ὁ Γεώργιος Ἀκροπολίτης. Ἀπέθανε τό ἔτος 1272 στή μονή του. Ὑπῆρξε πολυγραφώτος καί μεταξύ τῶν ἔργων του ξεχωρίζει ἡ ἐργασία του ἐπί τοῦ Ψαλτηρίου .Ἐπίσης συνέταξε Ἐκλογή ἐκ τῆς Βίβλου τῶν Ψαλμῶν ,ἤτοι στίχους ἀποδίδοντας τό περιεχόμενο πολλῶν ἐξ αὐτῶν. Οἱ στίχοι αὐτοί, περιληφθέντες στίς ἐκδόσεις τοῦ ἑλληνικοῦ καί τοῦ σλαβονικοῦ ψαλτῆρος, εἰσήχθησαν στίς Ἀκολουθίες καί ἐψάλλονταν μετά τόν Πολυέλαιο. Ἡ ἑρμηνεία του στήν Ὠδή τοῦ Μωϋσέως παραμένει ἀνέκδοτη. Συνέθεσε, ἐπίσης, ποιήματα καί ὕμνους στόν Ἰωάννη Δούκα Βατάτζη , στόν Ἅγιον Δημήτριον, Ἀκολουθία εἰς τόν Ἅγιον Γρηγόριον τόν Θεολόγον καί τόν Ἅγιον Γρηγόριον τόν Θαυματουργόν .Ἀνέκδοτα εἶναι ἄλλα ἐκκλησιαστικά ποιήματα αὐτοῦ. Μεταξύ δέ ἄλλων διεσώθησαν καί δύο εὐχές.

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ

Ἡ Αἰκατερίνη, θυγατέρα τοῦ ἱερέως Νικηφόρου,ἔζησε περί τόν ΙΒ΄-ΙΓ΄ αἰώνα μ.Χ. Διασώζεται χειρόγραφο εἱρμολόγιό της στήν Κοπεγχάγη 152 .

ΓΕΡΜΑΝΟΣ Β΄ Ο ΝΕΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Ὁ Γερμανός Β΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἀνήκει στούς λαμπρούς καί μορφωμένους Πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι σέ δεινές περιστάσεις τῆς Ἐκκλησίας τήν ἐστήριξαν μέ σοφά συγγράμματα, ἐπιστολιμαῖες νουθεσίες καί τό λόγο.Ἡ 18ετής πατριαρχεία τοῦ Γερμανοῦ συμπίπτει πρός τήν περίοδο τῆς Λα-τινοκρατίας καί ἀναλίσκεται στήν ἄμυνα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἦταν υἱός ψαρᾶ καί ἐγεννήθηκε εἰς Ἀνάπλουν τῆς Προποντίδος, ὅταν δέ καταλήφθηκε τό 1204 ἡ Βασιλεύουσα ἀπό τούς Φράγκους ὑπηρετοῦσεὡς διάκονος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί κατέφυγε στή μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Πανεμόρφου στήν Ἀχυράνη, πού εὑρισκόταν στήν ἐπαρχία τοῦ Ἑλλησπόντου (τῆς Ἐπισκοπῆς Ἀδριανοῦ Θηρῶν), ὅπου καί ἐμόνασε, ἀλλά καί συγκράτησε τόν χριστιανικό πληθυσμό στήν πατρώα εὐσέβεια καί πίστη, συνταλαιπωρούμενος μέ αὐτόν. Οἱ καιροί ἦσαν χαλεποί. Ὁ Ἰωάννης ὁ καματηρός μέ τόν ἀνώτερο κλῆρο ἐγκατέλιπαν τήν Πόλη, πού καταλήφθηκε ἀπό τούς Δυτικούς. Ὁ Πατριάρχης, πού κατέφυγε στό Διδυμότειχο, ἀπέστειλε ἀπό ἐκεῖ τήν παραίτησή του στή Νίκαια, τή νέα πρωτεύουσα τοῦ βασιλείου, καί ἀκολούθησε σειρά βραχυβίων Πατριαρχῶν μέχρι τό 1222, ὁπότε βιαίως ἀρνούμενος ὁ Γερμανός ἐκλήθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Δούκα Βατάτζη ἀπό τήν Ἀχυράνη στή Νίκαια γιά τόν οἰκουμενικό θρόνο. Ἡ χειροτονία του ἔγινε στό ναό τῶν 318 Πατέρων τῆς Νίκαιας, στίς 30 Ἰουνίου 1222, ὑπό τοῦ Ἀλανίας Θεοδώρου,ἡ προσφώνηση τοῦ ὁποίου ἦταν ἀληθής ὕμνος τοῦ νέου Πατριάρχου, ὁ ὁποῖος εἶχε δώσει τόν ἑαυτό του ἀπό παιδικῆς ἡλικίας στόν Θεό καί ἀνέβηκε ὡς ὁ Προφήτης Ἠλίας στό ὄρος ἐρημίας Χωρήβ, ἐκαλεῖτο δέ τώρα, καθώς ἔλεγε ὁ χειροτονῶν Θεόδωρος, «ἵνα κόπτῃ τῇ μαχαίρᾳ τοῦ Πνεύματος βλασφήμους γλώσσας καί τέμνῃ χεῖρας ἐκτεινομένας κατά σὠματος καθαροῦ καί παρθενικοῦ». Τό πνευματικό ἔργο τοῦ Γερμανοῦ ἐγκαινιάζεται μέ τόν πρῶτο λόγο αὐτοῦ κατά τή χειροτονία του. Ἀπό ὅσα ἀκολουθοῦν ἰδιαιτέρως ἀξιοσημείωτος εἶναι ὁ ἀγώνας του κατά τῶν Βογομίλων.

Μεταξύ τῶν ἄλλων κακῶν, τά ὁποῖα ἐπέφερε ἡ Λατινοκρατία στήν Ἐκκλησία, περιλαμβλάνεται καί ἡ δημιουργηθεῖσα ἔριδα μεταξύ τῶν Ἀρχιερέων τοῦ δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου καί τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, πού ἦταν τότε ἐγκατεστημένο στή Νίκαια. Οἱ συνεχεῖς χειροτονίες ἐντός τοῦ δυτικοῦ βασιλείου ἔτειναν νά ἀπογυμνώσουν τό Πατριαρχεῖο ἀπό τή δικαιοδοσία του.Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἄρτης Ἰωάννης Ἀπόκαυκος παρέτασσε ἐπιχειρήματα γιά τήν ἀναγνώριση τῶν χειροτονιῶν ἀπό τό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο κατ' οὐσίαν εἶχε ἀποκοπεῖ. ὉἈρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος Δημήτριος Χωματιανός, ἀπό τό 1217, ἐθεωροῦσε τόνἑαυτό του αὐτόνομο μέ πατριαρχικά δικαιώματα, αὐτός δέ ἔστεψε τόν δεσπότη τῆς Ἠπείρου Θεόδωρο Δούκα βασιλέα καί αὐτοκράτορα τῶν Ρωμαίων στήν Θεσσαλονίκη, τήν ἄνοιξη τοῦ 1225. Στίς ἐπιστολές καί τῶν δύο ὁ Γερμανός δέν ἀπαντοῦσε, ἴσως διότι ποτέ δέν τίς ἔλαβε. Ἀλλά τή διευθέτηση τῆς ἔριδος διευκόλυνε ἡ ἄνοδος στό θρόνο τῆς Ἠπείρου τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Θεοδώρου Μανουήλ, τοῦ ὁποίου ἡ διαλλακτική διάθεση ἔπεισε τή Σύνοδο τῆς Νίκαιας νά ἀποστείλει πατριαρχικό Ἔξαρχο τόν Ἀγκύρας Χριστοφόρο, τό 1232, μέ σαφεῖς ὁδηγίες καί γραπτές ἐντολές τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ. Ἡ ἀποστολή τοῦ Ἔξαρχου ἐπέτυχε καί δέν σημειώθηκε ἀπό τότε σοβαρή διαφωνία μεταξύ Πατριαρχείου καί δυτικοῦ βασιλείου.

Ἡ ἀνακήρυξη ἀνεξάρτητης ΒουλγαρικῆςἘκκλησίας εἶναι τό δεύτερο σοβαρό γεγονός τῆς πατριαρχείας τοῦ Γερμανοῦ. Μετά τήν ἅλωση τῆς Πόλεως ἀπό τούς Σταυροφόρους, ἡ Βουλγαρική Ἐκκλησία ὑπήχθη στή Ρώμη καί ἐκινεῖ το ἐντός τοῦ ἀνασυγκροτηθέντος Βουλγαρικοῦ κράτους. Ἤδη ὅμως ἡ ὀργή τοῦ Βουλγάρου ἡγεμόνος Ἀσάν Β΄ γιά τή ματαίωση τῶν σχεδίων του ὁδήγησε σέ σύναψη συμμαχίας μέ τόνἸωάννη Βατάτζη πρός καταστροφήν τοῦ λατινικοῦ βασιλείου, μέ ἀρχή τήν κατάληψη τῆς Καλλιπόλεως ἀπό τόν βατάτζη, τό 1235. Στήν Λάμψακο, μέ τίς εὐλογίες τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ, ἐτελέ-σθησαν οἱ γάμοι τοῦ ἐνδεκα ετοῦς υἱοῦ τοῦ Βατάτζη Θεοδώρου Λασκάρεως Β΄ καί τῆς Ἑλένης, δεκαετοῦς θυγατέρας τοῦ Ἀσάν. Μέ τήν παρουσία τότε Ἑλλήνων καί Βουλγάρων κληρικῶν ὁ Γερμανός ἀνεκήρυξε ἀρχηγό τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας τόν Τυρνόβου Ἰωακείμ, τόν ὁποῖο προσονόμασε Πατριάρχη, γιά νά περιστείλει, ἐκτός τῶν ἄλλων, τή δύναμη τοῦ Ἀχρίδος Δημητρίου Χωματιανοῦ. Ὁ Γερμανός ἄρχισε διαπραγματεύσεις καί μέ τήν Ἐκκλησία τῶν Ἀρμενίων, ἀλλά ὁ θάνατός του έμπόδισε τό αἴσιο τέλος τῶν διαπραγματεύσεων. Ὁ Γερμανός ἐκόσμησε τό θρόνο τῆς Κωσνταντινουπόλεως μέχρι τό 1240, ἔτος τῆς κοιμήσεώς του, καί ἐνταφιάσθηκε στή μονή τῆς Κυριωτίσσης τῆς Νικαίας. Τά ἔργα του διαιροῦνται σέ Ποιητικά, ἀφοῦ συνέθεσε ἄσματα ἰδιόμελα καί τήν Ἀκολουθία τῆς 11ης Ὀκτωβρίου, Ἀντιρρητικά , Λόγους καί Ὁμιλίες .

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΛΑΣΚΑΡΙΣ, ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΝΙΚΑΙΑΣ

Ὁ Θεόδωρος Λάσκαρις, υἱός τοῦ βασιλέως Ἰωάννου Βατάτζη καί τῆς Εἰρήνης, κόρης τοῦ βασιλέως Θεοδώρου Α΄ τοῦ Λασκάρεως, καί μαθητής τοῦ Γεωργίου Ἀκροπολίτου καί τοῦ Νικηφόρου Βλεμμύδου, ἦταν αὐτοκράτορας Νικαίας (1255 - 1269). Ὄντας ἐξόριστος ἀπὸ τὸ θρόνο του, ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους, συνέθεσε πολλοὺς καὶ σπουδαίους κανόνες, ἀπό τούς ὁποίους ξεχωρίζει ὁ Μέγας Παρακλητικός Κανών πρός τήν Θεοτόκο σέ ἦχο πλ. δ΄, πρός τὸ «Ἁρματηλάτην Φαραώ» , ψαλλόμενος κατὰ τὴν δεκαπενθήμερο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου νηστεία καὶ συμπεριληφθείς στήν Παρακλητική. Στὸν ἴδιο ἀποδίδονται καὶ ἄλλα μαθήματα τοῦ Κρατηματαρίου καθὼς ἐπίσης καὶ Κοινωνικά. Συνέθεσε,ἐπίσης, κανόνα στόνἈκάθιστοὝμνο, κανόνες στήν Θεοτόκο ( «Χαίροιςἱλαστήριον ψυχῶν» ), (« Χαρᾶςἡμῖν πρόξενος» ), στιχηρά προσόμοια στήν Θεοτόκο κατ' ἀλφάβητον καί προσόμοια κατ'ἀλφάβητον. Λίγο πρίν τό θάνατό τουἔγινε μοναχός καί μετονομάσθηκε Θεοδόσιος.

ΤΡΟΠΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΟΣ

- Τῶν λυπηρῶν ἐπαγωγαί...        [  1΄ 28΄΄]

Στίχοι ἀπό τίς α΄ καί γ΄ Ὠδές το ῦ Μεγάλου Παρακλητικο ῦ Κανόνος, σέ ἦχο πλ. δ΄. Ψάλλει ὁ Ἄρχων Πρωτοψάλτης τῆς  Μ.τ.Χ.Ε.  Θρασύβουλος Στανίτσας. 

- Φῶς ἡ τεκοῦσα... ~  Ἔν ὕμνοις εὐ χαρίστοις δοξολογῶ ...        [  2΄ 27΄΄]
Στίχοι ἀπό τίς ζ΄, η΄ καί θ΄ Ὠδές τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος, σέ ἦχο πλ. δ΄. Ψάλλει ὁ Ἄ ρχων Πρωτοψάλτης τ ῆς  Μ.τ Χ.Ε. Θρασύ-βουλος Στανίτσας. 

ΓΙΩΒΑΣΚΟΣ Ο ΒΛΑΧΟΣ

Ἄριστος μουσικός καί μελοποιός πούἀκμάζει τόν ΙΓ΄ αἰώ-να μ.Χ.Ἐμελοποίησε διάφορα τροπάρια καί κυρίως δοξολογίες. Μεταξὺ τῶν σπουδαιότερων εἶναιἡ δοξολογία ποὺ ψάλλουμε στήν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ σὲ δ΄ἦχο μέ δύοἀσματικά, στόνἴδιοἦχο, τάὁποῖα μετέφερεὁ Πέτρος Πελοποννήσιος στήνἰδική του παρασημαντική.

ΚΟΥΒΟΥΚΛΙΣΗΝΑ

Ἡ Κουβουκλίσηνα, μεταγενέστερη μελουργός, ἤκμασε τόν ΙΓ΄ αἰώνα μ.Χ. καί ταυτίζεται σέ μουσικό χειρόγραφο τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἀναφέρεται καί ὡς δομεστική να (ψάλτης καί ἐπικεφαλῆς χορωδίας).Ἡ συγκεκριμένη ἀναγνώρισή της στό χειρόγραφο καί μάλιστα ἀπό γραφέα ἀνδρικῆς μονῆς, σύμφωνα μέ τήν ἔρευνα τῆς Diana-Helen Touliatos, ἀποδεικνύει τό μέγεθος τοῦ μουσικοῦ της ταλέντου. Μολονότι στό χειρόγραφο δέν ἐπιβεβαιώνεται ἄν ἦταν συνθέτιδα, ὡστόσο γνωρίζουμε ὅτι οἱ δομέστικοι ἦταν στήν πλειοψηφία καί μελουργοί.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟ-ΛΕΩΣ

Ὁ Ἀθανάσιος καταγόταν ἀπό τήν Ἀδριανούπολη καί ἐγεννήθηκε ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν Γεώργιο καί τήν Εὐφροσύνη. Τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Αλέξιος καί ἦταν ἄνθρωπος μεγάλης ἐγκράτειας καί σωφροσύνης. Ἀπό νεανική ἡλικία ἔγινε μοναχός καί ἀσκήτεψε στό Ἅγιον Ὄρος καί στό μονα-στήρι του Γάνου.Ἐπατριάρχευσε δύο φορές. Τήν πρώτη φορά διαδέχθηκε τόν Γρηγόριο τόν Κύπριο ( 14 Ὀκτωβρίου 1289-16 Ὀκτωβρίου 1293) καί τή δεύτερη φορά (Ἰούνιος 1303 - Σεπτέμβριος 1311) τόν Ἰωάννη IB΄. Ὁ Ἀθανάσιος θεωρεῖται ὡς μία σεπτή καί ἀσκητική μορφή τῆςἘκκλησίας, πού ἀκολουθοῦσε τά ἴχνη τῶν μεγάλων Πατριαρχῶν καί ἐπεδίωκε νά ἐξυψώσει τήν Ἐκκλησία διά τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν Κανόνων καί τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τήν κακή ἐπιρροή τῆς πολιτείας. Στήν διόρθωση τῶν ἠθῶν ἀπέβλεπαν οἱ ὑπ' αὐτοῦ ἐκδοθεῖσες Νεαραί, ὡς καί πρός τόν αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο ἀπευθυνόμενες ἐπιστολές.

Ὁ Ἀθανάσιος ἀριθμεῖται στούς Θεοτοκαριογράφους τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἐποίησε κανόνες παρακλητικούς στήν Θεοτόκο. Μετά ἀπό μία εὐλογημένη πατριαρχεία ἀποσύρθηκε ἀπό τό θρόνο καί ἐμόνασε σέ κάποια Μονή, ὅπου ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, σέ ἡλικία 100ἐτῶν. Τή βιογραφία του συνέγραψε ὁ Ἰωάννης Καλόθετος, σύγχρονος τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, καί ἡ μετάφραση αὐτῆς ἔγινε ἀπό τόν Ἀγάπιο Λάνδο στόν «Νέον Παράδει-σον» .Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του στίς 28 Ὀκτωβρίου.

ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος καταγόταν ἀπό τό Βυζάντιο, γι' αὐτό καί ἔλαβε τό ἐπώνυμο Βυζάντιος. Ἐγεννήθηκε τό 1255 στό χωριό Κούκουλο κοντά στίς Κλαζομενές. Οἱ γονεῖς τοῦ ἦσαν εὐσεβεῖς καί εὔποροι. Ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἐπιδόθηκε στή μελέτη τῆς θείας καί τῆς θύραθεν σοφίας. Σέ νεαρά ἠλικία αἰχμαλωτίσθηκε ἀπό τούς Ἀγαρηνούς, οἱ ὁποιοι διελθόντες ἐκ Λαοδικείας, ἐλευθέρωσαν αὐτόν ἀντί πολλῶν λύτρων πού κατεβλήθησαν ἀπό εὐσεβεῖς Χριστιανούς.Ἀπό τήν ἀπελευθέρωσή του καί ἐξῆς αἰσθάνεται τό θεῖο ἔρωτα καί ἀποφασίζει νά γνωρίσει τή μοναχική πολιτεία. Πρός τοῦτο ἐταξίδεψε στήν Κύπρο, ὅπου ἐγνώρισε κάποιον ἀσκητή, ἀπό τόν ὁποῖο ἐνδύθηκε τό μοναχικό σχῆμα, χωρίς νά λάβει τήν κανονική κουρά, τήν ὁποία ἔλαβε μετά ἀπό λόγο στή μονή τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στό Σινᾶ. Ἀργότερα ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἐγκαταστάθηκε στή Σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ, ἔναντι τῆς Μονῆς Φιλοθέου,ὅπου ἀσκοῦνταν οἱ μοναχοί Κορνήλιος καί Μακάριος. Σέ μικρό χρονικό διάστημα συγκεντρώθηκαν γύρω ἀπό τόν Ὅσιο πολλοί μοναχοί, ἀπό ἐκείνους πού ἐποθοῦσαν ἀνώτερο πνευματικό βίο, καί ὑπό τίς ὁδηγίες καί νουθεσίες ἐκείνου προόδευαν στή νοερά προσευχή. Αὐτό ὅμως ἐκίνησε τό φθόνοὁρισμένων μοναχῶν, γεγονός γιά τό ὁποῖοὁ Ὅσιος ἔφυγε σέ ἔρημο καί δύσβατο τόπο, κοντά στή Μονή Σίμωνος Πέτρας. Λόγῳ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν Τούρκων ἀπεφάσισε νά ἐπανέλθει στό ὄρος Σινᾶ καί νά ἀσκήσει στήν κορυφή του. Πρός τοῦτο, ἀφοῦ ἀπέπλευσε ἀπό τό Ὄρος, ἦλθε στή Θεσσαλονίκη καί ἀπό ἐκεῖ μετέβη στή Χίο.Ἐδῶ ἀλλαξε τά σχέδιά του καί διά τῆς Μυτιλήνης ἐπέρασε στήν Κωνσταντινούπολη. Ἀφοῦ ἔμαθε ὁ αὐτοκράτορας Ἀνδρόνικος Β΄ τήν ἐκεῖ παρουσία τοῦ Ὁσίου, προσκάλεσε αὐτόν στά ἀνάκτορα, ἀλλά ἐκεῖνος προτίμησε νά φύγει στήν Σωζόπολη, ὅπου, προσκληθείς ὑπό τοῦ ἀναχωρητοῦ Ἀμηραλῆ, μετέβη στό Μεσομήλιον, στά σύνορα Βυζαντίου καί Βουλγαρίας. Καί ἐκεῖ ὅμως ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου του ἐκίνησε τό φθόνο κάποιων μοναχῶν,ὁπότε ἀναγκάσθηκε νά ἔλθει στό ὄρος Κατακρυωμένος τῆς Θράκης. Ἐπέστρεψε στή Σωζόπολη καί ἀφοῦ ἐπέρασε τό χειμώνα στήν Κωνσταντινούπολη, ἐπισκέ-φθηκε τόν Ἄθωνα, ὅπου οἱ Λαυριῶτες μοναχοί τοῦ ἐπεφύλαξαν θερμή ὑποδοχή. Ἐμόνασε στάὅρια τῆς μονῆς Μεγίστης Λαύρας. Διά τῆς συντόνου ἀσκήσεως, τῆς ἄκρας ἡσυχίας καί τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε θεοφόρος μύστης, ἔφθασε σέ ὕψος τελειότητος καί ἐδεχόταν τροφή ἀπό Ἄγγελο. Ὁ Ὅσιος ἦταν διδάσκαλος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στή νηπτική φιλοσοφία καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1310.

Συνεορτάζει μετά τῶν λοιπῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων τήν Β΄ Κυριακή τοῦ Ματθαίου, ἀναφερόμενος στό β΄ τροπάριο τῆς γ΄Ὠδῆς τοῦ Κανόνος τῆς κοινῆς αὐτῶν Ἀκολουθίας. Ἡ μνήμη του τιμᾶται,ἐπίσης, στίς 6 Ἀπριλίου, 27 Νοεμβρίου καί 11 Φεβρουαρίου.

Ἡ χειρόγραφη παράδοση ἀποδίδει στόν Ὅσιο Γρηγόριο τή σύνθεση τροπαρίων καί κανόνων,ὡς Εἰς τόν Τίμιον Σταυρόν, τόν Ἰησοῦν Χριστόν καί τούς Ἁγίους Πατέρας ,ἀκόμη δέ καί τροπάρια Εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα .

 

 

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΒΟΥΧΗΡΑΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

῾Ο ᾿Ισίδωρος, καταγόμενος ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ὅπου ἐγεννήθηκε γύρω στὸ 1300, ἐσπούδασε ἐντατικὰ στὴ γενέτειρά του καί ἔπειτα ἀσκήτευσε σ᾿ αὐτὴν καὶ στὸ ῞Αγιον ῎Ορος. Στὸ ῎Ορος φαίνεται ὅτι ἐμαθήτευσε κοντὰ στὸ διάσημο ἡσυχαστὴ Γρηγόριο Σιναΐτη καὶ ἀκολούθως συνδέθηκε μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ. ῞Ολοι αὐτοί, ὅταν τὸ καλοκαίρι τοῦ 1325 οἱ πειρατικὲς ἐπιδρομὲς τῶν Τούρκων ἐντάθηκαν, ἔφυγαν γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ μία πολυμελῆ ὁμάδα μοναχῶν.῾ Ο ᾿Ισίδωρος συνέστησε τότε στὴ Θεσσαλονίκη ἀδελφότητα μὲ πυρῆνα τὴν ὁμάδα ποὺ εἶχε ἔλθει μαζί του ἀπὸ τὸ ῎Ορος.᾿ Απὸ μέλη αὐτῆς τῆς ἀ δελφότητος ἔμαθε ὁ Βαρλαὰμὁ Καλαβρὸς τὰ σχετι κὰ μὲ τὴν τεχνικὴ μέθοδο τῆς ἡ συχαστικῆς προσευχῆς καί ἔλαβε ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἐπίθεσή του ἐ ναντίον τοῦ ἡσυχασμοῦ .῾Ο ᾿Ισίδωρος εἶχε στενὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Παλαμᾶ καὶ ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν τὸν ἐπληροφόρησε περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν περὶ ἐκπορεύ σεως τοῦ῾ Αγίου Πνεύματος πραγματειῶν τοῦ Βαρλαάμ, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ τὸ 1337 τὸν προσκάλεσε νὰ ἔλθει αὐτοπροσώπως στὴν Θεσσαλονίκη, γιὰ νά ἀναλάβει τὴν ὑπεράσπιση τῶν προσβαλλομένων μοναχῶν 153.᾿ Αργότερα ἀκολούθησε τὸν Γρηγόριο στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ 1341.᾿ Εκλέχθηκε μητροπολίτης Μονεμβασίας τὸ ἴδιο ἔτος, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἐκρήξεως τοῦ ἐθνοκτόνου ἐμφυλίου πολέμου δὲν μπόρεσε νὰ ἐνθρονισθεῖ· ἀναγκάσθηκε μάλιστα μετὰ τριετία νὰ ἐγκα ταλείψει καὶ θεωρητικά τὴ θέση του κατόπιν ἐνεργειῶν τῶν Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ιωάννου Καλέκα καὶ ᾿Αντιοχείας ᾿Ιγνατίου, οἱ ὁποῖ οι εἶχαν τοποθετηθεῖ στὸ πλευρὸ τοῦ ᾿Ακινδύνου κατὰ τὴ θεολογικὴ ἔριδα. Τὴν 17η Μαΐου 1347 ὁ ᾿Ισίδωρος προβλήθηκεὡς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐχειροτονήθηκε ἀπὸ τὸ ν ᾿Αθανάσιο Κυζίκου στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν. Κατὰ τὶς ὑπάρχουσες μαρτυρίες ὁ ᾿Ισίδωρος ὄχι μόνο εἶχε δικαιωθεῖ ἀπὸ τὶς τρεῖς Συνόδους ποὺ εἶχαν προηγηθεῖ ἀμέσως τῆς χειροτονίας του, κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, ἀλλὰ καὶ εἶχε μνημονευθεῖ σ᾿ αὐτὲς εὐφήμως. ῾Ο ἴδιος ὁ ᾿Ισίδωρος σημειώνει στὴ Διαθήκη του ὅτι τοῦ εἶχε προταθεῖ τὸ ἀξίωμα τοῦ το ἕξι μῆνες πρὸ τῆς ἐκλογῆς του, δηλαδὴ περὶ τὰ μέσα Νοεμβρίου 1346, ἀλλ᾿ αὐτὸς ἐδίσταζε νὰ τὸ δεχθεῖ τότε. Φαίνεται ὅμως ὅτι τοῦ το ὑπῆρξε ἁπλή σκέψη τῆς αὐτοκράτειρας῎ Αννης, ἡ ὁποία ἔμεινε ἀνενέργητη, διότι στὴ νικηφόρο παράταξη τοῦ Καντακουζηνοῦ ἀρχικὰ ἐπικρατοῦσαν ἄλλες σκέψεις.῾ Ο Καντακουζηνὸς βεβαιώνει ὅτι ὁ Παλαμᾶς ἦταν ὁ καταλληλότερος ὑποψήφιος γιὰ τὴν ἕδρα τοῦ Πατριάρχου, λόγῳ τῆς ἀρετῆς του καὶ τῆς πολιτικῆς του τοποθετήσεως, ἐπειδὴὅ μως φιλοδοξίες ἐκδηλώνονταν ἀπὸ πολλὲς πλευρές, ἀποφάσισε νά ἀφήσει τὸ θέμα τῆς ἐπιλογῆς στὴν ἱεραρχία. Τελικὰ ὅλοι ἀποδέχθηκαν τὸν βατοπεδινὸ μοναχὸ Σάββα, ποὺ εἶχε διατηρήσει μία συμβιβαστικὴ στάση ἀπέναντι τῶν δύο ἐκκλησιαστικῶν μερίδων μὲ περισσότερη εὐμένεια τώρα πρὸς τὸν Παλαμικὸἡ συχασμό·ἀλλ᾿ ὁ Σάββας ἀπέρριψε τὴν προσφορά. Τότε ἐστράφηκαν πρὸς τὸν᾿ Ισίδωρο, ὁ ὁποῖος συνεδύαζε στὸ πρόσωπό του τὴ συμπάθεια τόσο τῆς Παλαιολογίνας ὅσο καὶ τοῦ Καντακουζηνοῦ. ῾Ο νέος Πατριάρχης ἐφάνηκε δραστήριος στὴν ἐπάνδρωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως μὲ πρόσωπα φιλικῶς διακείμενα πρὸς τὸν ἡσυχασμό, κυρίως τῶ ν Ἐπισκοπῶν ποὺ ἐχήρευαν καὶ λόγῳ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων καὶ τῆς καταδίκης πολλῶν φιλησυχαστῶν Ἐπισκόπων καὶ οἱ ὁποῖες ἦ σαν πολλές (ἀνέρχονταν στὸν ἀριθμὸ 32).῎ Ετσι ἐκλέχθηκαν τριάντα δύο νέοι Ἐπίσκοποι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς, ποὺ κατελάμβανε τὴν ἕδρα τῆς Θεσσαλονίκης. Σώφρων καὶ δραστήριος πατριάρχης ὁ ᾿Ισίδωρος ἔλαβε ἱκανὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς χειμαζομένης᾿ Εκκλησίας. Τὴν ἡσυχαστικὴ πολιτικὴ προήγαγε ὄχι μόνο μὲ τὸ ὡς ἄνω μέτρο τῆς ἐπανδρώσεως τῶν θέσεων, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλα μέσα.

῞ Ενα ἀπὸ τὰ μέτρα του ἀποσκοποῦσε στὴν εἰρήνευση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων· εἶναι ἡ ἄρση τῶν ἀμοιβαίων ἀφορισμῶν ὅλων ἐκείνων ποὺ κατὰ κάποιον τρόπο ἔλαβαν μέρος στὸν ἐμφύλιο πόλεμο καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἔριδα καὶ ἀλληλοαναθεματίσθηκαν. Τὸ μέτρο τοῦ φαίνεται νὰ εἶχε εὐμενῆ ἀπήχηση στὴν ἀντίπαλη μερίδα τῆς ἱεραρχίας. Τὴν ἀντιπολίτευση τυπικά ἐκπροσωποῦσε ὁ καθαιρεμένος Πατριάρχης ᾿Ιωάννης Καλέκας, ποὺ εὑ- ρισκόταν στὴν ἀνακτορικὴ φυλακή, ὅπου τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ Καντακουζηνὸς μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ τὸν μεταστρέψει ὑπὲρ τοῦ ἡσυ χασμοῦ.᾿ Επειδὴ ὅμως αὐτὸς ἐφάνηκε ἀνένδοτος, ἐξορίσθηκε στὸ Δι δυμότειχο, ἀπὸ ὅ που ἀσθενὴς μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νά ἀποθάνει τὴν 29η Δεκεμβρίου 1347. Διαλλακτικὴ τακτικὴ ἔδειξεὁ Καντακουζηνὸς καὶ πρὸς τὸν ᾿Ακίνδυνο, ὁ ὁποῖος ἀπὸ φόβο μήπως κακοποιηθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα λόγῳ τῆς ἐχθρικῆς πρὸς αὐτὸν στάσεώς του, ἐκρύβηκε καὶ ἀπὸ τὸ καταφύγιό του ἐξέφρασε τὸ παράπονο ὅτι ἀδικεῖ ται. Δὲν ἐγκατέλειψε τὸ καταφύγιο οὔτε ὅταν ὁ αὐτοκράτορας τὸν προέτρεψε ν΄ ἀντιμετωπίσει ἐλεύθερα τοὺς ἀντιπάλους του. Ἀπέθανε γρήγορα, τὸ ἑπόμενο ἔτος 1348, ἴσως καὶ ἀπὸ τὴ νἐπιδημία τοῦ Μαύρου θανάτου καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Καλέκας. Οἱ προϊστάμενοι τῆς ἀντιησυχαστικῆς μερίδος, ποὺ ἀπέμειναν, ἐπιθυμοῦσαν νὰ παρουσιάζονται ὡς ἀνεξάρτητοι, γι᾿αὐτὸ καὶ δὲν ἐχρησιμοποιοῦσαν τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ακινδύνου, καὶ πολὺ περισσότερο τοῦ Βαρλαάμ. Μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν μερικοὶ Ἐπίσκοποι φίλοι τοῦ Καλέκα καὶ ἀρκετοὶ Ἐπίσκοποι φίλοι τοῦ Καντακουζηνοῦ ποὺ διαφώνησαν στὴν ἐκλογὴ τοῦ ᾿Ισιδώρου. Τέλος, προστέθηκε σ᾿ αὐτοὺς δραστηριώτερα ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς,ὁ ὁποῖος καὶ ἀνέλαβε τὴν ἡγεσία τῆς ὁμάδος, καταπολεμώντας τοὺς ἡσυχαστές μὲ πεῖσμα, ἀλλὰ ὄχι καὶ μὲ μέθοδο. Πολλοὶ ἱεράρχες εἶχαν ἀποχωρήσει ἀπὸ τὴ νἐκλογικὴ συνέλευση, ἐφ᾿ ὅσον προέβλεπανἐ κλογὴ τοῦ ᾿Ισιδώρου καὶ συντάχθηκαν μὲ τοὺς ἀντίπαλους τῆς ἡσυχαστικῆς μερίδος. ᾿Αφοῦ συγκρότησαν ἀντισύνοδο στὸ ναὸ τῶν ᾿Αποστόλων, συνέταξαν ὑπόμνημα, μὲ τὸ ὁποῖο ἀπαιτοῦσαν νὰ συγκληθεῖ νέα Σύνοδος, ἐφὅσον κατὰ τὴν ἄποψή τους ἡ ἐ κλογὴ εἶχε συντελεσθεῖ μὲ χρήση πολιτικῆς βίας, κάτι ποὺ ἦταν ἀνακριβές. Οἱ δέκα ἀντιησυχαστές Ἐπίσκοποι, ποὺ ἔχοντας σύμφωνη γνώμη καὶ μερικῶν ἄλλων ὥστε συνολικά νά ἀνέρχονται σὲ εἴκοσι δύο, συνῆλθαν σὲ Σύνοδο στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, τὸν ᾿Ιούλιο τοῦ 1347, καὶ ἐξέφεραν καταδίκη κατὰ τοῦ ᾿ Ισιδώρου μὲνὡς δῆθεν ἅρπαγος τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου διὰ τῆς χρήσεως πολιτικῆς δυνάμεως, κατὰ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ δὲὡς ἀρχηγοῦ κακοδοξίας. Τὸν Αὔγουστο τοῦ ἰδίου ἔτους ὁ ᾿Ισίδωρος συνεκάλεσε Σύνοδο, ἡ ὁποία καθήρεσε πάλι ὅλους τοὺς ἀντιησυχαστές ᾿Ακινδυνόφρονες, ἐνῶ παράλληλα ἐφρόντισε νὰ ὑπογραφεῖ καὶ ἀπὸ ἄλλα πρόσωπα ὁ τόμος τῆς προηγουμένης Συνόδου, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν Πατριάρχη ῾Ιεροσολύμων.῾Η ἀπόφαση αὐτὴ ἀποτελοῦ σε μέτρο μεθοδεύσεως τῆς μεταστροφῆς τῶν ἀντιθέτων ἱεραρχῶν, γι᾿ αὐτὸ καὶ καθυστερήθηκε ἐπὶ πολὺ ἡ ἐφαρμογή της, μέχρι τοῦ 1351. Δύο εἰδικώτερα μέτρα τοῦ ᾿Ισιδώρο ἀπέβλεπαν στὴ διαπότιση ὅλων τῶν πτυχῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. ᾿Εκρίθηκε ὅτι ἡ προσθήκη ἀποκηρύξε ως τῆς ἀντιησυχαστικῆς αἱρέσεως στὴ νὁμολογία πίστεως, τὴν ἀπαγγελλόμενη ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς κατὰ τὴ χειροτονία τους, θὰ προσέφερε ἀποτελεσματικὸ ὅπλο στὸν ὑπὲρ τῆς δογματικῆς ἀληθείας ἀγώνα.῾ Η σχετικὴ πρόταση ἔχει ὡς ἑξῆς:

«Βαρλαὰμ δὲκαὶ ᾿Ακίνδυνον... τοὺς ὁμόφρονας καὶ ὀπαδοὺς τούτων κατὰ τὴν περίληψιν τῶν προβεβηκότων ἐπ ᾿ αὐτοῖς ἱερῶν τόμων, τὸ μὲνὡς κακοδόξους ὑποβάλλομαι καί, εἰμὴ μεταμεληθεῖεν, καθυποβάλλω τῷ ἀναθέματι ὡς μὴ συνεπομένους καὶ συν ᾴδοντας τοῖς θείοις καὶ ἱεροῖς ἡμῶν πατράσι καὶ τῷ θειοτάτῳ μου δεσπότῃ , τῷ οἰκουμενικῷ πατριάρχῃ Κυρίῳ ᾿Ισιδώρῳ καὶ τῇ κατ᾿ αὐτὸν θείᾳ καὶ ἱερᾷ συνόδῳ» .

῞ Ενα ἄλλο μέτρο εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ ὕμνων ποὺ προέβαλαν τὴ βασικὴ ἡσυχαστικὴ διδασκαλία στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες. Σέ αὐτὸν ἀποδίδονται κανόνες καὶ ὕμνοι Ἀκάθιστοι σέ Ἁγίους. Τὰ προσφερόμενα περὶ τούτου ἀπὸ τὶς πηγὲς στοιχεῖα εἶναι ἐλλιπῆ καὶ δὲν ἐπιτρέπουν νά ἀντιληφθοῦμε περὶ τίνος ἀκριβῶς ἐπρόκειτο. Σὲ ἄλλα σημεῖα τους γίνεται λόγος περὶ τροπαρίων καὶ σὲ ἄλλα περὶ κανόνος καὶ κανόνων. Πρόκειται πιθανῶς περὶ ἑνὸς κανόνος ποὺ ἐκπονήθηκε ἀπὸ τὸν᾿ Ισίδωρο καὶ ἐψάλλονταν στὴ θέση παλαιό τερων τριαδικῶν ὕμνων κατὰ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου. Μέρος μόνο τοῦ ποιήματος τού του ἔχει διασω-θεῖ στὸ Λόγον Διασαφοῦντα τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ καὶ πληρέστερα στὸ Διάλογον περὶ δόγματος, ποὺ διατηρεῖται ἀνέκδοτος, στὸν κώδικα Πάτμου 366 (φ. 390 β ).

 

«Φαμέν σου θεότητα κυρίως τὴν ἐνέργειαν,
πόθῳ δὲ πολλάκις καὶ τὴν φύσιν·
αὗται δ ᾿ ἐπεί σοι κοινα ὶτυγχάνουσι
μιᾆς καὶ θεότητος, Τριὰς ἄδομεν, ἀκτίστου σε,
ὁ ποτέραν ἂν λέγοι τις».

Οἱ ἀ ντιπαλαμικοὶ ἤγειραν μεγάλο θόρυβο, λόγῳ τοῦ ὁποίου ἐχρειάσθηκε νὰ ἀναιρεθοῦν οἱ ἀπόψεις τους. ῾Ο συντάκτης τοῦ Διαλόγου περὶ δόγματος τονίζει ὅτι ὁ Πατριάρ χης δὲν προσέθεσε τίποτε ἰδικό του, ἀλλὰ συνέθεσε τὶς θεολογικὲς φωνὲς τῶν Πατέρων πρὸς ρυθμὸν καὶ μέλος. Τὴν ὀρθοδοξία τοῦ ὕμνου ὑπερασπίζεται καὶ ὁ ἴδιος ὁ ᾿Ισίδωρος στὴ Διαθήκη του.῾ Η ἀντίθεση βέβαια τῶν ἀντιπαλαμικῶν, καὶ ἰ διαιτέρως τοῦ Γρηγορᾶ, κατὰ τοῦ ὕ μνου ἦ ταν τόσο ἔντονη, ὥστε ὁ Καντακουζηνὸς ἐπείσθηκε νὰ διατάξει τὴν ἐξαφάνισή του καὶ τὴν ἐπαναφορὰ τῶν παλαιοτέρων ὕμνων·ἀλλὰ ἡ ἀπόφαση αὐ τὴ δὲν ἐκτελέσθηκε τότε καὶ ὁ ὕμνος ἐψαλλόταν ἀκόμη τὸν και ρὸ ποὺ ὁ Φιλόθεος συνέταξε τὸν Βίο ᾿ Ισιδώρου.

Μερικὲς ἀπὸ τὶς σωζόμενες πατριαρχικὲς πράξεις τοῦ ᾿Ισιδώρου ἦσαν ἀ ξιόλογες γιὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸ βίο.᾿ Ετόνωσε τὶς σχέσεις τῆς᾿ Εκκλησίας τῆς Ρωσίας μὲ τὸ Πατριαρχεῖο διὰ τῆς ἀποστολῆς αὐτοκρατορικῶν δώρων πρὸς τὸν ρῆγα Συμεών.῾Η μονὴ ἁγίου Στεφάνου Μετεώρων ἱδρύθηκε ἐπὶ τῆς πατριαρχείας του. Μὲ ἄλλη πράξη του ἐδόθηκε τὸ δικαίωμα στοὺς ἐκκλη-σιαστικοὺς τιτλούχους τῆς Θεσσαλονίκης νὰ φέρουν σταυροὺς στὰ σκιάδιά τους.

῾Ο ᾿Ισίδωρος φαίνεται ὅτι παρέμεινε πατριάρχης μέχρι τοῦ θανάτου του ποὺ συνέβηκε τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1350, λίγο μετὰ τὴ σύνταξη τῆς διαθήκης του, στὴν ὁποία φέρεται ἀκόμη ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του αὐτήν. Λόγῳ ἀσθενείας ὅμως εἶχε ἐγκαταλείψει τὴ διοίκηση τῆς᾿ Εκκλησίας ἀπὸ τὸν Δεκέμβριο τοῦ προηγουμένου ἔτους. ῾ Η Διαθήκη του εἶναι μνημεῖο εὐσεβείας, θεολογικῆς ἀκριβείας, ἀλλὰ καὶ πηγὴ ἀξιόλογων ἱστορικῶν εἰδήσεων. ῾Ο συμπολίτης του διαπρεπὴς θεολόγος Νικόλαος Καβάσιλας λίγο μετὰ τὸ θάνατό του συνέταξε ἐγκωμιαστικὸ ἐπίγραμμα, στὸ ὁποῖο ὁ ᾿Ισίδωρος χαρακτηρίζεται ὡς θεοειδὴς ἥρωας, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκδημία ἔφερε χαρὰ στοὺς οὐρανοὺς καὶ λύπη στοὺς ἀνθρώπους.

« Τόσος ἔην θεοειδὴς φὼς ἥρως ᾿ Ισίδωρος.
Ἀρχιερῆι θεόφρονιγαῖαν ἀφέντι
γήθησε μὲν ῎ Ολυμπος κα ὶνόες οὐρανίωνες·
αὐτάρ γ ᾿ εὐσεβέεσσι λέλειπται ἄλγεα λύγρα·
οὐγὰρ ὁμοῖος ἔην ἄλλος μερόπων ἀνθρώπων».

῾Ο Ἰσίδωρος μακαρίζεται καὶ στὸ Συνοδικὸν τῆς ᾿ Ορθοδοξίας : « ᾿Ισιδώρου τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ἁγιωτά του καὶ ἀοιδίμου πατριάρχου αἰωνία ἡ μνήμη».

 

ΛΕΩΝ Ο ΠΗΓΑΝΟΥ

Ὁ Λέων εἶναι ποιητής κανόνος. Σέ χειρόγραφο τῆς Βατικανῆς Βιβλιοθήκης τοῦ ΙΔ΄ αἰῶνος μ.Χ. παραδίδεται κανόνας πρός τιμήν τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου. Ὁ κανόνας φέρειἀκροστιχίδα: «Τήν τῶν μαθητῶν αἰνέσω ξυνωρίδα, Λέων» .Ἀπό τά Θεοτοκία ἐξάγεται ἡ ἀκριστοχίς «ὁ Πηγάνου».

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ

Ὁ Νικηφόρος Καβάσιλας (1350), Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, συνέγραψε ἐκτός τῶν ἄλλων καὶ « Ἑρμηνείαν τῆς θείας λειτουργίας», στήν ὁποία ἀναφέρεται καὶ στίς ἱερές ψαλμωδίες.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ

Ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος ἦταν ἱερέας τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ἐγεννήθηκε περὶ τὰ μέσα τοῦ ΙΔ αἰῶνος μ.Χ. Θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς γόνιμους ὑμνογράφους καὶἀσματογράφους τῆς Ἐκκλησίας. Ἀνάμεσα στὰ ἔργα τοῦ ξεχωρίζουμε πλήρηἀσματικὴ ἀκολουθία καὶ συναξάριο στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, Κανόνα στὴν Παναγία καθὼς ἐπίσης καὶ διάφορα Τροπάρια, συναξάρια στὶς ἐπίσημες ἑορτὲς τοῦ Τριωδίου, σύνοψη Τριωδίου καὶ Πεντηκοσταρίου καθὼς καὶ τὴν ἑρμηνεία τῶν Ἀναβαθμῶν στοὺς ὀκτὼἤχους.

ΜΑΝΟΥΗΛ ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ

Ὁ Μανουὴ λ Βρυέννιος (1320), ὁ ἐξοχώτερος τῶν μουσικῶν θεωρητικῶν διδασκάλων τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς, συνέγραψε ἀξιόλογο Περὶ Μουσικῆς σύγγραμμα, στό ὁποῖο πραγματεύεται περί τῆς ποιότητος, τῶν ὀκτὼἤχων, φθόγγων, τῶν κοινῶν τετραχόρδων τῶν ἀρχαίων μεθ' ἑνὸς σφαιρικοῦ σχεδίου κατὰ τὸ σχῆμα τῆς διαπασῶν καὶ τῆς δὶς διαπασῶν, καὶ συνεχομένου μεθ' ἑνὸς πυθαγορικοῦ πίνακος, ἐπί τοῦ ὁποίου δεικνύονται τὰ ὀνόματα τῶν χορδῶν καὶ οἱ κατὰ κλάδον ἀφαιρέσεις τῶν ἤχων. Ἀπό τό σύγγραμμα αὐτό μαθαίνουμε περισσότερα γιά τή μουσική τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, διότι πολλὰ στοιχεῖα ἐπῆρε ὁ Βρυέννιος ἀπό τούς Ἀλεξανδρινούς μουσικούς, ἰδίως ἐκ τοῦ Εὐκλείδου καὶ Ἀριστείδου, Πτολεμαίου καὶ ἄλλων. Γενικά ὁ Βρυέννιος ἔγινε ἡ κύρια ἀφορμὴ τῶν περὶ τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς γενομένων ἐρευνῶν, οἱ ὁποῖες πρώτιστα καὶ μάλιστα ἀποβλέπουν πρὸς τὴν διευκρίνηση τῶν διαφόρων ἱστορικῶν ἀλλοιώσεων τῆς ἀρχαίας, τῆς μεσαιωνικῆς καὶ τῆς καθ'ἡμᾶς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς.

ΘΕΟΚΤΙΣΤΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ

Ὁ Θεόκτιστος ἔζησε τόν ΙΔ΄ αἰώνα μ.Χ. καί ὑπῆρξε μοναχός τῆς μονῆς τοῦ Στουδίου. Διακρίθηκε ὡς ὑμνογράφος καί συγγραφέας ἁγιολογικῶν ἔργων. Ὁ Γεώργιος Παπαδόπουλος, στό βιβλίο του «Συμβολή εἰς τήν ἱστορίαν τῆς παρ'ἡμῖν Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς» 154,ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεόκτιστος ἦταν μαθητής τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καί ἔζησε στίς ἀρχές τοῦ Θ΄ αἰῶνος μ.Χ. Ὅμωςἡ βυζαντινολόγος A . M . Talbot 155 ἀνατρέπει τή θέση αὐτή καί ἀποδεικνύει ὅτι ὑπάρχει μόνο ἕνας βυζαντινός ὑμνογράφος ὁ Θεόκτιστος Στουδίτης τοῦ ΙΔ΄ αἰῶνος μ.Χ. Ἐξἄλλου τά μόνα χειρόγραφα πού φέρουν τό ὄνομα τοῦ Θεοκτίστου ἀνήκουν στόν ΙΔ΄-ΙΖ΄ αἰώνα μ.Χ.

Ὁ Θεόκτιστος συνέγραψε Κανόνες Εἰς τόν Ἅγιον Ἀθανάσιον, Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως 156, Eἰς τάς ἀῢλους καί ἐπουρανίους Δυνάμεις 157 , Εἰς τόν πανάγιον Πρόδρομον διά τούς θαλαττεύοντας158 , Νήψεως καί νίψεως (Στιχηρά Προσόμοια, Παρακλητικός Κανόνας στόν Ἰησοῦ Χριστό, Μεγαλυνάρια,Ἐξαποστειλάρια καί Στιχηρά προσόμοια στούς Αἴνους)159 .

 

ΘΕΟΛΗΠΤΟΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ

Ὁ Θεόληπτος, Μητροπολίτης Φιλαδελφείας,ἔγραψε κατανυκτικοὺς ὕμνους καί κανόνες.Ἐγεννήθηκε στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας περί τό 1250 καί ἀπέθανε στή Φιλαδέλεφεια μεταξύ τῶν ἐτῶν 1324-1326. Ἐχειροτονήθηκε διάκονος καί ἀρχικά ἔζησε τόν ἔγγαμο βίο. Γιά νά εἶναι περισσότερο ἐλεύθερος στόν ἀγώνα κατά τῆς ἐνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν, πού ἀποφασίσθηκε στή Σύνοδο τῆς Λυών (1274), ἀποσπάσθηκε ἀπό τή νερά σύζυγό του καί ἀποσύρθηκε σέ μοναστικό κέντρο, τό ὁποῖοὡς φαίνεται ἦταν τό Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ, ἕνας ἡσυχαστής ὀνόματι Νικηφόρος, ἐπέδρασε βαθειά στήν ψυχή του. Μετέβη μετά ἀπό λίγο στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά καταφερθεῖ ἐναντίον τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου καί ἐρρίφθηκε γιά τήν τόλμη του στίς φυλακές. Μετά τήν ἔξοδό του μετέβη καί ἐγκαταστάθηκε στά περίχωρα τῆς γενέτειράς του Νικαίας. Ὁ ἀσκητικός βίος ἐδημιούργησε ἐνωρίς περί τό ὄνομά του τέτοια φήμη, ὥστε ἔγινε, ἄν καί δέν ἦταν πρεσβύτερος, πνευματικός ἰθύντορας τῆς πόλεως. Ἐκεῖ ὄντα, ἡ Πατριαρχική Σύνοδος τόν ἐξέλεξε, περί τό 1284, μετά τήν ἀποτυχία τῆς ἑνώσεως, Ἐπίσκοπο Φιλαδελφείας. Ἐποίμανε τήν ἐπαρχία του ἐπί τεσσαρακονταετία, συνέβαλε δέ στή νικη φόρο ὑπεράσπισή της κατά τῶν Τουρικῶν ἐφόδων. Ὁ Θεόληπτος ἐπηρέασε ἰσχυρῶς τήν ἐκκλησιαστική ζωή τοῦ καιροῦ του. Ὑπῆρξε ὁ πνευματικός διδάσκαλος τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ καί ἀπεφάσισε γιά τήν κλήση του. Ἦταν ὅμως, ἐπίσης, πνευματικός καθοδηγητής ἐπί μία εἰκοσαετία καί μιᾶς τῶν σπουδαιοτέρων μοναστριῶν τοῦ αἰῶνος, τῆς Εἰρήνης Εὐλογίας Χουμναίνης Παλαιολογίνας, τῆς συζύγου τοῦ δεσπότου τῆς ἨπείρουἸωάννου Παλαιολόγου (+ 1307), υἱοῦ τοῦ Ἀνδρονίκου Β΄, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νά ἀποβεῖ λυσσώδης ἀντίπαλος τοῦ παλαμισμοῦ 160.


 

143 Περί τοῦ Ἁγίου βλ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου,Συναξαριστής , Α´, Βενετία 1819, σελ. 232-233. Ἀντωνίου Μηλιαράκη, Ἱστορία τοῦ βασιλείου τῆς Νικαίας καί τοῦ δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου (1204-1261), Ἀθῆναι 1898, σελ. 17, 155-421. Μιχαήλ Δένδια ,Ἐπί μιᾶς ἐπιστολῆς τοῦ Φρειδερίκου Β´ πρός Ἰωάννην Δούκαν Βατάτζην, στό ΕΕΒΣ, ΙΓ´ (1937), σελ. 400-411. Κ.Ἰ.Ἀμάντου, Ἡ οἰκογένεια τοῦ Βατάτζη, ἐν ΕΕΒΣ, ΚΑ´ (1951), σελ. 174-178. Κ. Χατζηψάλτη, Σχέσεις τῆς Κύπρου πρός τό ἐν Νικαίᾳ βυζαντινόν κράτος, ἐν Κυπριακαί Σπουδαί, ΙΕ´ (1951). Α.Α. Vasiliev, Ἱστορία τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, μτφ. Δημοσθένους Σαβράμη, Γ´,Ἀθῆναι 1954, σελ. 628, 640, 659. Donald Nicol , The Despotate of Epiros, Oxford 1957, p. 144-154. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία , σελ. ,959.

144 Βλ. Σπυρ. Χωραΐτου, Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια, ἄρθρο περί τοῦ Ἁγίου , τόμ. 7, σελ. 19.

145 Περιοδικόν " Ἀθήναιον ", Α´ [1872], σελ . 372, ὑπό τοῦἸ . Σακκελίωνος .

146 Βλασίου Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Β´, σελ. 587-588. Ἀρχιμ . Βασιλείου Κ . Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία , σελ . 384.

147 Σπ. Λάμπρου, ΝέοςἙλληνομνήμων , ΣΤ´ [1909], σελ. 266.

148 L. Brehier, Les Institutions de l' empire Byzantin (Le monde Byzantin II), Paris 1949, σελ. 431. Πρβλ. Κ. Χατζηψάλτη, Κύπρος καί τό ἐν Νικαίᾳ Βυζαντινόν Κράτος , Ἀθῆναι , σελ . 65-82, Κυπριακαί σπουδαί , ΙΕ´, 1937.

149 Σωφρονίου Εὐστρατιάδου , Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας , σελ. 229. Σπυρ. Χωραΐτου, Θρησκευτική καίἨθική Ἐγκυκλοπαίδεια, ἄρθρο περί τοῦἉγίου, τόμ. 7, σελ. 24. Ὁ Ἰωάννης ἀπέθανε κατ' ἄλλους μέν ἱστορικούς, κατ' ἄλλους δέ τό 1254. Ὁριστικά καθόρισε τή χρονολογία τῆς κοιμήσεώς τουὁ V. Laurent, Notes de Chronographie et l' Histoire Byzantine , 2, La data de la mort de l' empereur Jean III Batatsès, Echos d' Orient , tome XXXVI (1937), σελ. 162-167.

150 Γεωργίου Ἰ . Παπαδοπούλου, Συμβολαί εἰς τήν ἱστορίαν τῆς παρ' ἡμῖν ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς , Γκαλερί " Κουλτούρα", Ἀθήνα 1977, σελ. 267-268.

151 P.G. 140, 772-780.

152 Diana-Helen Touliatos: ΑΠΟ ΤΗ ΣΑΠΦΩ ΣΤΗΝ ΚΑΣΣΙΑΝΗ , Γυναῖκες μελουρ - γοί ἀπό τήν ἀρχαιότητα ὡς τό ὕστερο Βυζάντιο (2 ον ), « Καθημερινή », 16.4.1995.

153 Φιλοθέου, Βίος Γρηγορίου Παλαμᾶ 5,10. ἔκδ. Παπαδοπούλου Κεραμέως,᾿ Α., Zapiski ist.- filol. faculteta Petersburg 76 (1905), σελ. 52-149. Περί τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου πρβλ. σχετική βιβλιογραφία:᾿ Ιω. Καντακουζηνοῦ, ῾ Ιστορία ,ἔκδ. Bonn 3,26. P. G. 152, 1283-1302. Πράξεις, Miklosich - Müller , Actaet Diplomata , 1,287 (Διαθήκη). Λαούρδα, Β., Νικολάου Καβάσιλα προσφώνημα καὶ ἐπιγράμματα, ΕΕΒΣ 22 (1952), σελ. 108-109. Χρήστου, Π. Κ., Γρηγορίου Παλαμᾶ Συγγράμματα , τ. Δ¢ , Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 9-15.

154 Ἀθῆναι 1890, σελ. 247-248.

155 A.M. Talbot, Faith Healing in Late Byzantium, Brookline, Mass. 1983, σελ. 145 κ .ἑξ .Ἀθανασίου Δ . Κατζιγκᾶ , Πρωτοπρεσβυτέρου , Τό Ὑμνογραφικό καί Εὐχολογικό ἔργο Θεοκτίστου τοῦ Στουδίτη, ἐκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2000.

156 Χειρόγραφο Χάλκης (57) 64, φ. 1-241 ( Z ).

157 Χειρόγραφο Μεγίστης Λαύρας 1104 (Ι20), φ. 175 v -180 v 2( I Δ).

158 Χειρόγραφο Μεγίστης Μονῆς Βατοπεδίου 1001, φ. 1 v 3(θ).

159 Vat . gr . 778, φ . 2-5 v 5 (B), Vat. gr. 721, f. 147-150 6(A), Vat. gr. 1746, φ . 247-248 v 7( Γ ).

160 J. Gouillard, Thé olepte, mé tropolite de Philadelphie , DTC (Dictionnaire de Thé ologie Catholique, Paris 1903-1937) , τόμος XV, σελ . 339-341.

Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος