πίσω


 

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ

ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΓΕΝΝΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ

ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΗΧΟΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΟΡΦΕΣ ΥΜΝΩΝ

ΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΥΜΝΟΙ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Ο ΨΑΛΤΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΒΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

OΙ ΜΕΛΩΔΟΙ ΚΑΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ (LINKS)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ


 

 

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΑΣΤΡΙΔΟΣ

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος καταγόταν ἀπό τήν Κρώμνη108 τῆς Ἀμάστριδος καί ἐγεννήθηκε ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν Θεόδωρο καί τήν Μεγεθώ.

Μετά τίς σπουδές αὐτοῦ, ἀπῆλθε στό ὄρος τῆς Συρικῆς καί ἐκεῖ ἀφοῦ εὑρῆκε Γέροντα ἀσκητή ἐδιδάχθηκε τά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί ἔλαβε ἀπό αὐτόν τό ἀγγελικό σχῆμα. Μετά τό θάνατο τοῦ Γέροντός του μετέβη στή πόλη Βόνυσα τῆς Ἀκαρνανίας καί ἀσκήτευε ἐκεῖ. Ὅταν μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἐπισκόπου Ἀμάστριδος ἐκενώθηκε ἡ θέση αὐτοῦ, ἡ Ἐκκλησία ἀμείβουσα τίς ἀρετές καί τά χαρίσματα αὐτοῦ, τόν ἔταξε ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀμάστριδος, τήν ὁποία ἐποίμανε θεοφιλῶς καί θεαρέστως. Ἡ χειροτονία τοῦ Ἁγίου σέ ἀρχιερέα ἔγινε στήν Κωνσταντινούπολη.
Ὁ Ἅγιος διακόνησε τήν Ἐκκλησία, ἐφρόντισε τόν ἱερό κλῆρο, ἐνδιαφερόταν γιά τήν προστασία ὀρφανῶν καί χηρῶν, τή διατροφή καί συντήρηση τῶν πτωχῶν καί τήν ἀπαλλαγή τους ἀπό χρέη. Ὁ Θεός, βλέποντας τήν ὁσιακή του πολιτεία, τόν ἀξίωσε καί τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 805 μ.Χ. Συνέθεσε στιχηρὰ ἰδιόμελα καὶ διαφόρους ἀσματικοὺς κανόνες. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του στίς 21 Φεβρουαρίου.

????????? ???????? ??????????? ????????????ΛΕΩΝ Ο ΜΑΓΙΣΤΩΡ

Ὁ Λέων, ὁ καί Μαγίστωρ ἐπωνυμούμενος, ἀνθύπατος, πατρίκιος ἐπὶ Ἀνδρονίκου τοῦ πρεσβυτέρου, συνέγραψε πόνημα περὶ Τροπαρίων καὶ διάφορα δοξαστικά. Ἤκμασε κατά τόν Θ΄ αἰώνα μ.Χ. Εἶναι δύσκολο νά καθορισθεῖ ἐάν ταυτίζεται πρός τόν Λέοντα τόν Μάγιστρο τόν Χοιροσφάκτη, ὅπως ἀναφέρει ὁ Σακκελίων καί ὑποστήριξε ὁ Σ. Πετρίδης, ἤ ἐάν ταυτίζεται πρός τόν ἐπί Ἀνδρονίκου Κομνηνοῦ Λέοντα Βαρτάλη, ὁπότε πρέπει νά μετατεθεῖ ὁ χρόνος ἀκμῆς τοῦ ποιητοῦ. Στό ὄνομα τοῦ Λέοντος τοῦ Μαγίστρου φέρονται τά ἑξῆς ἰδιόμελα: α) «Δεῦτε πᾶσα κτίσις» (στόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ, + 18 Ὀκτωβρίου), β) «Ἀπόστολε Χριστοῦ» (στόν Ἀπόστολο Ἰωάννη τόν Εὐαγγελιστή, + 8 Μαῒου), γ) «Ἐπέλαμψεν ἡμέρα» (στή Λιτή τῶν Εἰσοδίων, + 21 Νοεμβρίου), καί δ) «Σήμερον τῷ ναῷ» (στήν αὐτή ἑορτή).

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΚΕΡΑΜΕΥΣ

Ὁ Θεοφάνης Κεραμεύς, Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ταυρομενίας στή Σικελία, ἀσματογράφος, ἤκμασε κατά τόν Θ΄ αἰώνα μ.Χ. Φέρεται ὡς συγγραφεύς κανόνος στόν Ἅγιο Βήρυλλο, Ἐπίσκοπο Κατάνης, ἀρχομένου «Αἶνον Θεοῦ». Ἐπίσης φέρεται ὡς συγγραφεύς τῶν ἑξῆς κανόνων: α) Στόν Ἁγιο Μαρκιανό, τόν πολιοῦχο τῶν Συρακουσῶν, β) στόν Ἅγιο Θεόκτιστο, γ) στήν Ἁγία Ἀγάθη, δ) στήν Ἁγία Ἀγριππίνα, ε) στόν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Παγκράτιο, Ἐπίσκοπο Ταυρομενίου. Ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμεύς ἤ Σικελός ταυτίσθηκε ἀπό τόν Ἀθ. ΠαπαδόπολοΚεραμέα πρός ὁμώνυμο ἀποδέκτη ἐπιστολῆς τοῦ ἱεροῦ Φωτίου.

ΣΕΡΓΙΟΣ ΑΓΙΟΠΟΛΙΤΗΣ

Ὁ Σέργιος Ἁγιοπολίτης ἦταν μοναχός καί ἤκμασε ἐπὶ τοῦ αὐτοκράτορος Θεοφίλου (Θ΄ αἰώνας μ.Χ.). Τά τῆς καταγωγῆς του εἶναι ἄγνωστα. Φαίνεται πάντως ὅτι ἔτυχε ἐξαίρετης παιδείας, ὡς δεικνύουν τά ἔργα αὐτοῦ. Ἤδη ὁ ἱερός Φώτιος (Βιβλιοθπηκη 67) τόν ἀποκαλεῖ ὑμνογράφο. Σώζεται ἱκανός ἀριθμός ὕμνων του, οἱ ὁποῖοι μαρτυροῦν τή λογιότητα καί δεινότητά του ὡς ποιητοῦ. Ἕξι ἰδιόμελα ὑπό τό ὄνομά του ἀφοροῦν στήν ἑορτή τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου. Μέ τό ὄνομα τοῦ Σεργίου ἀκολουθεῖ τό δοξαστικό τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς αὐτῆς ἑορτῆς, τό δοξαστικό τῆς Λιτῆς καί τῶν ἀποστίχων «Δεῦτε ἅπαντες πιστοί, πρός τήν παρθένον δράμωμεν...» . Σέ αὐτόν ἐπίσης ἀνήκουν καί ἄλλα τροπάρια, ὡς π.χ. τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῶν Εἰσοδίων «Σήμερον τά στίφη τῶν πιστῶν αυνελθόντα...» , τό δοξαστικό τῶν στιχηρῶν τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ἀρμενίας (+ 30 Σεπτεμβρίου) καί ἰδιόμελα τῆς 6ης Δεκεμβρίου. Ὁ Σέργιος συνεχίζει τήν παράδοση τῆς ποιητικῆς σχολῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἐνωρίς δέ οἱ ὕμνοι του εἰσῆλθαν στά ἐν χρήσει λειτουργικά βιβλία109 . Ἐμελούργησε ἀκόμη πολλά στιχηρά ἰδιόμελα, δοξαστικά καί ἄλλα προσόμοια.

ΘΕΚΛΑ ΜΟΝΑΧΗ

Ἡ μοναχὴ Θέκλα ἀριθμεῖται μεταξύ τῶν Θεοτοκαριογράφων τῆς Ἐκκλησίας καί ἔζησε κατά τόν Θ΄ αἰώνα. Διακρινόταν γιά τίς θεολογικές της γνώσεις., ποιήσασα πρὸς τὴν Θεοτόκο ἱκετηρίους κανόνες. Ἀπό αὐτούς ὁ ἕνας σέ β' ἦχο, ψάλλεται πρός τό «Τῶ τήν ἄβατον κυμαινομένην θάλασσαν» . Ὑπάρχει στό Μέγα Θεοτοκάριον τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Ὁ κανόνας αὐτός φέρει τό ὄνομα τῆς ὑμνογράφου στήν ἀκροστιχίδα τῆς 8ης καί 9ης ὠδῆς.

ΜΑΡΘΑ ΜΟΝΑΧΗ

Ἡ μοναχή Mάρθα ἦταν μητέρα τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Στυλίτη, γιά τήν ὁποία οἱ γνώσεις μας εἶναι ἐλάχιστες, ἐκτός τοῦ ὅτι ἦταν ἡγουμένη σέ μονή στό Ἄργος τόν Θ΄ αἰώνα καί μελοποιοῦσε τούς ὕμνους της γιά νά ψάλλονται ἐκεῖ στό μοναστήρι της.

ΘΕΟΔΟΣΙΑ ΜΟΝΑΧΗ

Ἡ μοναχή Θεοδοσία ἦταν θεοσεβής ἡγουμένη σέ μονή στά περίχωρα τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἔζησε ἐπίσης τόν Θ΄ αἰώνα μ.Χ. Ὁ μόνος ὕμνος της πού ἔχει διασωθεῖ εἶναι ἕνας ἐγκωμιαστικός κανόνας τῆς Θεοτόκου.

ΑΝΑΤΟΛΙΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ὁ Ἀνατόλιος, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἔζησε πιθανῶς τόν Ι΄ αἰῶνα μ.Χ. καί ἐποίησε διάφορα στιχηρά σέ διάφορους Ἁγίους 110 καί στή γραφίδα του ἀποδίδονται τέσσερεις ὁμιλίες.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ, Ο ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ

Τὰ περὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς δράσεώς του γνωρίζομε ἀρκετὰ καλὰ ἀπὸ τὸν Βίο ποὺ συνέταξε ὁ μαθητὴς καὶ διάδοχός του στὴ μονή του Θεοφάνης, συμπληρωματικῶς δὲ ἀπὸ τὰ ἐγκώμια ποὺ τοῦ ἀφιέρωσαν ὁ ᾿Ιωάννης Διάκονος καὶ ὁ Θεόδωρος Πεδιάσιμος.῎Εχοντας γεννηθεῖ τὸ 816 μ.Χ. σὲ ἄγνωστη πόλη τῆς Σικελίας, ἴσως τὴν Κατάνη, ἀναγκάσθηκε δωδεκαετὴς νὰ φύγει ἀπὸ ἐκεῖ οἰκογενειακῶς, λόγῳ τῆς ἐντάσεως τῶν ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν, ποὺ ἔπειτα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἐπρόκειτο νὰ καταλήξουν στὴν κατάληψη τῆς νήσου, καὶ νὰ μεταναστεύσει στὴν Πελοπόννησο. Σὲ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του καὶ μετέβηκε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου ἐπιδόθηκε στὴ μοναχικὴ ἄσκησι στὴν περίφημη μονὴ Λατόμου, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ διάσημου μοναστοῦ Γρηγορίου Δεκαπολίτου, ἀσκώντας τὸ ἔργο τοῦ ὀξυγράφου. Μετὰ ἐννεαετῆ παραμονὴ στὴ Θεσσαλονίκη μετέβηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ 840 μ.Χ., μαζὶ μὲ τὸν Γρηγόριο τοῦτον καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴ μονὴ ᾿Αντίπα· ἀλλὰ δὲν παρέμεινε ἐπὶ πολὺ ἐκεῖ ἀπερίσπαστος, διότι τὸ ἑπόμενο ἔτος ἀπεστάλη ἀπὸ τοὺς ᾿Ορθοδόξους τῆς πρωτεύουσας στὴ Ρώμη γιὰ διαβουλεύσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ διωγμοῦ ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους. Δὲν κατόρθωσε νὰ φέρει εἰς πέρας τὴν ἀποστολή, διότι τὸ πλοῖο του ἐνέπεσε στὰ χέρια ᾿Αράβων πειρατῶν καὶ αὐτὸς ὁδηγήθηκε αἰχμάλωτος στὴν ἀραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, ἀπὸ ὅπου ἐλευθερώθηκε διὰ τῶν φροντίδων φιλανθρώπων πιστῶν καὶ διὰ θαύματος τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τὸν ὁποῖο στὴ συνέχεια θὰ ἐτιμοῦσε κατὰ τρόπο εὐγνώμονος λάτρη. Κατὰ τὸν βραχὺ χρόνο αὐτῆς τῆς περιπέτειάς του συνέβηκαν δύο σημαντικὰ γεγονότα, ἕνα ἰδιαιτέρως γι᾿ αὐτόν, ὁ θάνατος τοῦ πνευματικοῦ του ὁδηγοῦ Γρηγορίου Δεκαπολίτη, καὶ ἕνα γιὰ τὴν ᾿Εκκλησία ὁλόκληρη, ἡ ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων.

῞Οταν ἐπανῆλθε, διὰ τῆς Θεσσαλονίκης πάλι, στὴν Κωνσταντινούπολη (843 μ.Χ.), ἔζησε ἐπὶ διετία ὡς ἔγκλειστος στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου ᾿Αντίπα, ἔπειτα στὰ κτήρια τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου ᾿Ιωάννη Χρυσοστόμου ἐπὶ πενταετία, ἕως ὅτου ἵδρυσε δική του μονή, τὸ 850 μ.Χ., πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Βαρ­θολομαίου, ὅπου ἀπέθεσε καὶ τὰ λείψανα τοῦ ᾿Αποστόλου ποὺ εἶχε φέρει ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ σκηνώματα τοῦ πνευματικοῦ του ὁδηγοῦ Γρηγορίου καὶ τοῦ συνασκητοῦ του ᾿Ιωάννη. Μετὰ τὴν ἔκπτωση τοῦ ᾿Ιγνατίου καὶ ἄνοδο τοῦ Φωτίου (858 μ.Χ.) ὁ ᾿Ιωσὴφ ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸν Βάρ­δα στὴν Κριμαία ὡς ὀπαδὸς τοῦ πρώτου προφανῶς καὶ ἴσως ὡς λατινόφιλος κατὰ κάποιον τρόπο, ἀφοῦ πρὸ ἐτῶν εἶχε σταλεῖ γιὰ νὰ ζητήσει τὴ βοήθεια τῆς Ρώμης. ῾Η φράση τοῦ Βίου του ὅτι παρέμεινε ἐκεῖ « ἐφ᾿ ἱκανόν» σημαίνει μᾶλλον ὅτι δὲν ἔμεινε πολὺν καιρό, ἀφοῦ μάλιστα, ὅπως ἀποδείχθηκε ἀπὸ τὴν μετέπειτα στάση, ὁ Φώτιος τὸν ἐκτιμοῦσε ἰδιαιτέρως· προφανῶς λοιπὸν τὸν ἀνακάλεσε ἔπειτα ἀπὸ λίγα χρόνια. Πάντως, ὅταν ἀνέβηκε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸ θρόνο ὁ ᾿Ιγνάτιος (867 μ.Χ.), ὁ ᾿Ιωσὴφ ἔγινε σκευοφύλαξ τῆς ῾Αγίας Σοφίας καὶ διετήρησε αὐτὴ τὴ θέση ἐπὶ τῆς δεύτερης πατριαρχείας τοῦ Φωτίου.

Πρεσβύτερος βέβαια ἀπὸ δεκαετιῶν, ἀπέθανε τὸ ἔτος 886 μ.Χ. καὶ ἀναγνωρίσθηκε πολὺ γρήγορα Ἅγιος. ῾Ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος τὸν κατατάσσει μεταξὺ τῶν δώδεκα καλυτέρων ποιητῶν τῆς μετὰ τὸν Ρωμανὸ ἐποχῆς μὲ τὰ λόγια: «ξένη τε Σειρὴν ᾿Ιωσὴφ ὑμνογράφος». ῾Εορτάζεται τὴν 3η ᾿Απριλίου, ἀλλ᾿ ἡ πλήρης ᾿Ακολουθία του παραμένει ἀνέκδοτη. ῾Ο κανὼν φέρει ἀκροστιχίδα ᾿Ιωάννου, προφανῶς τοῦ Μαυρόποδος: «Τὴν ὀγδόην δέησιν, ὦ μάκαρ, δέχου ἐκ πένητος μοναχοῦ ᾿Ιωάννου».

  ῾Ο ᾿Ιωσὴφ ἀσχολήθηκε σχεδὸν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν ὑμνογραφία, φαίνεται δὲ ὅτι τὰ μόνα πεζὰ κείμενά του εἶναι τὰ δύο ἐγκώμιά του στὸν προστάτη του Ἀπόστολο Βαρθολομαῖο, τῶν ὁποίων ἕνα ἐκδόθηκε λατινικά.῾Η ποίησή του ἐκτιμήθηκε ἐντελῶς ἰδιαιτέρως, ἀφοῦ μάλιστα τοῦ ἀποδόθηκε ὁ τίτλος τοῦ κατ᾿ ἐξοχὴν ὑμνογράφου. ᾿Ενῶ ὅμως τὸ ἔργο του ἀπὸ ἄποψη ποσότητος δεσπόζει στὸ ὅλο ὑμνογραφικὸ στερέωμα καὶ ἀπὸ ἄποψη ποιότητος εἶναι ἀξιόλογο, προξενεῖ ἐντύπωση ὅτι τοῦτο στὸ σύνολό του ἀκολουθεῖ ξένα μέτρα καὶ κατ᾿ ἀνάγκην ἐπίσης τὴν συνακολουθοῦσα ξένη μελωδία. ῾Επομένως παρὰ τὸν χαρακτηρισμό του ὡς Σειρῆνος ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Κάλλιστο Ξαν­θόπουλο καὶ παρὰ τὴν ἀπὸ τὸν ἴδιο τοποθέτησή του ἀνάμεσα στοὺς ποιητές ποὺ ἔπλεξαν τὰ μέλη τῶν ἐνθέων ὕμνων, ὁ ᾿Ιωσὴφ ἦταν μὲν ποιητής, ἀλλὰ δὲν ἦταν μελωδός, ἐκτὸς ἂν ἡ ἔρευνα ἀνεύρει στὸ μέλλον περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες συνέθεσε καὶ εἱρμούς. ᾿Εν τούτοις μπορεῖ νὰ σημειωθεῖ ὅτι, δεδομένης τῆς ἀτελείας τῆς μουσικῆς γραφῆς κατὰ τὴν ἐποχή του, οἱ μελωδίες ἀνανεώνονταν κατὰ καιροὺς καὶ βεβαίως ποιητὴς τοῦ ἐπιπέδου τοῦ ᾿Ιωσὴφ πρέπει νὰ μετέπλασε τὴ μουσικὴ ὁρισμένων εἱρμῶν του, χωρὶς νὰ θίξει τὴ μετρική. Κατὰ προτίμηση ἐχρησιμοποιοῦσε εἱρμοὺς τῶν παλαιοτέρων συνθετῶν ᾿Ανδρέου Κρήτης, Κοσμᾶ Μελωδοῦ, ᾿Ιωάννου Δαμασκηνοῦ, Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του τῆς Κασιανῆς. Στὰ βιογραφικὰ περὶ τοῦ ᾿Ιωσὴφ κείμενα παρέχονται πλούσιες ἐνδείξεις γιὰ τὴν ὑμνογραφική του δραστηριότητα. ῎Ετσι ὁ Θεοφάνης λέγει ὅτι συνέτασσε τὶς μελωδίες του γιὰ τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ, « τοῖς Θεοῦ φίλοις τὰς ἀσματικὰς συν­έτασσε μελῳδίας, ἀποστόλων χοροῖς, προφητῶν δήμοις, μαρ­τύρων πλήθει, ἀσκητῶν ἀγέλαις, ἀσκουσῶν χοροστασίαις» καὶ ἀλλοῦ ὅτι συνέταξε « λυγρὰ μελωδήματα», λυπητερὰ μὲ τὰ ὁποῖα ἀνυμνοῦνται « τὰ πάθη τοῦ Δεσπότου» καὶ ἡ ἀνάρτησή ἐπάνω στὸ θεῖο Σταυρό, καθὼς ἐπίσης καὶ « δυσωπήσεις καὶ ἐξιλεώσεις πρὸς τὴν πάναγνη Θεομήτορα». ῾Ο κύριος ὄγκος τοῦ ἔργου του συνίσταται ἀπὸ κανόνες, ποὺ ἀφθονοῦν στὰ ἔντυπα βιβλία καὶ τὰ χειρόγραφα. Συνήθως ἐνδεικνύονται μὲ ἀκροστιχίδα ἀποτελούμενη ἀπὸ στίχο ἐπεκτεινόμενο κατὰ τὸ ὄνομά του ΙΩΣΗΦ ἢ ἀπὸ τὸ ἀλφάβητο ἐπεκτεινόμενο κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο. ᾿Απὸ τὶς ἀκροστιχίδες συνάγεται ὅτι ὁ ᾿Ιωσὴφ συνέτασσε τοὺς κανόνες του χωρὶς τὴν ὠδὴ β ¢ , καὶ ὅτι, ὅσες φορὲς διαπιστώνεται ἡ παρουσία καὶ αὐτῆς τῆς ὠδῆς, αὐτὴ ἀφαιρέθηκε ἔπειτα κατὰ τὸν 11ο αἰώνα μ.Χ. ῾Η συμβολὴ τοῦ ᾿Ιωσὴφ στὴν ὑμνογραφικὴ ὁλοκλήρωση τῆς ᾿Οκτωήχου εἶναι καθοριστική, δεδομένου ὅτι ἐκάλυψε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἑβδομάδος, πλὴν τῆς Κυριακῆς, τῆς ὁποίας τοὺς κανόνες εἶχαν συντάξει πρὶν ἀπὸ ἑνάμισυ αἰῶνα ὁ Κοσμᾶς Μελωδὸς καὶ ὁ ᾿Ιωάννης Δαμασκηνός. ᾿Απὸ τοὺς 96 κανόνες τῆς ἑβδομάδος τοῦ ὀκταήχου συστήματος ὁ ᾿Ιωσὴφ συνέταξε τοὺς 64, δηλαδή, γιὰ τὴ Δευτέρα ὀκτὼ κατανυκτικοὺς στὸν Σωτῆρα, γιὰ τὴν Τρίτη ὀκτὼ κατανυκτικοὺς ὁμοίως στὸν Σωτῆρα καὶ ὀκτὼ στὸν Πρόδρομο, γιὰ τὴν Τετάρτη ὀκτὼ σταυρωσίμους καὶ ὀκτὼ στὴ Θεοτόκο, γιὰ τὴν Πέμπτη ὀκτὼ στὸν Ἅγιο Νικόλαο, γιὰ τὴν Παρασκευὴ ὀκτὼ σταυρωσίμους, καὶ γιὰ τὸ Σάββατο ὀκτὼ στοὺς Ἁγίους Πάντες, προφῆτες, μάρτυρες, ὁσίους, ἱεράρχες. Διακρίνονται ὅλα αὐτὰ τὰ ποιήματα γιὰ τὴν ἰσχυρὴ ἔμπνευση καὶ τὴν πλούσια ἔκφραση. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ ποιητὴς ἐνέταξε στὸ σύστημα τῆς ἑβδομαδιαίας ἐξυμνήσεως καὶ τὸν Νικόλαο, μόνον ἐπώνυμο ἅγιο μέσα στὸ σύνολο. ᾿Εφ᾿ ὅσον ἔχει ἀποσαφηνισθεῖ πλέον ὅτι συντάκτης τῶν κανόνων τούτων στὸν Ἅγιο Νικόλαο εἶναι ὁ ἀπ᾿ αὐτὸν διασωθεὶς ᾿Ιωσὴφ ὁ Σικελιώτης, καὶ ὄχι κάποιος ἄλλος ᾿Ιωσήφ, ὅπως ὁ Στουδίτης, καθίσταται ἀναμφισβήτητη καὶ ὅλων τῶν ἄλλων κανόνων τῆς ᾿Οκτωήχου ἡ πατρότητα, ὅσων φέρουν τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωσήφ, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀντιστοίχων στὰ Μηναῖα. Στὰ ἐκδεδομένα Μηναῖα ὁ ᾿Ιωσὴφ εἶναι ὁ πλουσιώτερα ἐκπροσωπούμενος ὑμνογράφος, ἀφοῦ διατηροῦνται σ᾿ αὐτὰ 165 κανόνες του μὲ ὁμοιόμορφη δομὴ ποὺ ἐξυμνοῦν ἁγίους δεύτερης συνήθως ἑορταστικῆς τάξεως, δεδομένου ὅτι οἱ ἐξέχουσες ἑορτὲς εἶχαν ἤδη καλυφθεῖ ὑμνογραφικῶς. Κατόρθωσε μάλιστα νὰ εἰσαγάγει κανόνες του στὶς μεγάλες ἑορτὲς ὑπὸ τὴ μορφὴ τῶν προεορτίων, τοὺς ὁποίους ἀνευρίσκομε στὰ Μηναῖα γιὰ τὶς ἑορτὲς τῶν Χριστουγέννων, τῶν Θεοφανείων, τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, τῶν Εἰσοδίων, τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ ἄλλες. Βλέπουμε σὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς κανόνες τὴν ἴδια παραστατικότητα, ὅπως στὸν ἀλφαβητικὸ τῆς 24ης Δεκεμβρίου.

«Ἀπεγράφης Καίσαρος θεσμῷ

θέλων ἀπογράψασθαι βίβλῳ ζωῆς,

παμβασιλεῦ, τὸν ἄνθρωπον·

ξένος εἰς τὰ ἴδια παραγέγονας

τὸν δεινῶς ξενιτεύσαντα ἐκ τοῦ Παραδείσου

εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνακαλούμενος».

᾿Ιδιαιτέρως βέβαια συγκινεῖ ὁ κανών στόν ᾿Ακάθιστο ῞Υμνο, στὸν ὁποῖο ἀκολουθεῖ εἱρμούς τοῦ ᾿Ιωάννου Δαμασκηνοῦ, καὶ ὑμνεῖ τήν Θεοτόκο μέ ἀτελείωτη σειρέ ἐπιθέτων καί εἰκόνων, σὰν ἄφλεκτη βάτο, νεφέλη ὁλόφωτη, ρόδο ἀμάραντο, μῆλο εὔοσμο, περιστερὰ καὶ τὰ παρόμοια. Οἱ κατεσπαρμένοι σὲ ἀνέκδοτα λειτουργικὰ βιβλία κανόνες του, κυρίως τῆς Νοτίου ᾿Ιταλίας, ἀνέρχονται σὲ μία περίπου ἑκατοντάδα, ἀπὸ αὐτοὺς δὲ ἐκδόθηκαν γύρω στοὺς 80 στὰ Analecta hymnica graeca καὶ ἀρκετοὶ ἄλλοι ἀπὸ μεμο­νωμένους μελετητές. Κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα ἐκδόθηκαν βραχέα κοντάκια, πλήρη ἢ ἐλλιπῆ, τὰ περισσότερα σὲ ἁγίους, ἕνα στὰ προεόρτια τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ἕνα στὴ Σύλληψη τῆς Ἁγίας ῎Αννης, τὰ ὁποῖα διατηροῦν τὸ ὄνομα τοῦ ΙΩΣΗΦ στὴν ἀκροστιχίδα ποὺ εἶναι συχνὰ παρεφθαρμένη, πλῆρες ἢ ἐλλιπές, πλὴν ἑνὸς ποὺ δίνει ἁπλῶς ΕΙΣ. ῾Ο ἐκδότης των J. B. Pitra ἐπιγράφει σ᾿ αὐτὰ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωσὴφ ῾Υμνογράφου, ἂν καὶ δὲν φαίνεται νὰ εἶναι καλὰ ἐνημερωμένος ἐπ᾿ αὐτοῦ, ἐφ᾿ ὅσον τὸν θεωρεῖ συνομήλικο τοῦ Θεοδώρου. ῞Οτι ὅμως πρόκειται γιὰ τὸν δικό μας ᾿Ιωσὴφ τὸν Σικελιώτη, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰ τέσσερα κοντάκια, ποὺ ἐξέδωσε ὁ E. Mio­ni, ἀφιερωμένα σὲ πρόσωπα ἀγαπητά, μὲ τὰ ὁποῖα συνδεόταν φιλικῶς ἢ λατρευτικῶς· δηλαδὴ στὸν Γρηγόριο Δεκαπολίτη, τὸν Πατριάρχη ᾿Ιγνάτιο, τὸν Ἅγιο Βαρθολομαῖο, τοὺς Ἁγίους Ναζάριο καὶ Γερβάσιο καὶ Προτάσιο καὶ Κέλσο. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Δεκαπολίτης ἀπέθανε ὀκτὼ ἔτη μετὰ τὸν ᾿Ιωσὴφ τόν Στουδίτη ἀποκλείει τοῦτον ἀπὸ τὴν πατρότητα τοῦ οἰκείου κοντακίου καὶ συνεπῶς καὶ ὅλων τῶν ἄλλων. ῞Ολα αὐτὰ τὰ κοντάκια ἔχουν τὰ μέτρα καὶ τὶς μελωδίες τοῦ Ρωμανοῦ, ἰδίως ὡς πρὸς τὰ προοίμια τ ὰ «῾Η Παρθένος σήμερον» καὶ « ᾿Επεφάνης σήμερον». ῞Οπως ὅλα τὰ κοντάκια τῆς ἐποχῆς, καὶ τὰ τοῦ ᾿Ιωσὴφ ἀντὶ τοῦ διηγηματικοῦ καὶ δραματικοῦ στοιχείου ἀκολουθοῦν τὸ ἐγκωμιαστικό.

ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ἦταν υἱός τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαήλ Α΄ τοῦ Ραγκαβέ καί τῆς αὐτοκράτειρας Προκοπίας, ἀδελφός τοῦ Θεοφύλακτου. Ὁ Ἰγνάτιος ἦταν μοναχός καί ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἀρχαγγέλου. Τό ἔτος 846 μ.Χ. ἐξελέγη καί ἐχειροτονήθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου καί ὑπηρέτησε τήν Ἐκκλησία γιά ἕνδεκα ἔτη καί πέντε μῆνες. Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄ τόν ἐκθρόνισε καί ἔκανε Πατριάρχη τόν ἱερό Φώτιο. Κατόπιν, τό 867 μ.Χ., ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Α΄ ὁ Μακεδών ἐπανέφερε τόν Ἰγνάτιο στόν πατριαρχικό θρόνο. Ἡ δεύτερη αὐτή πατριαρχεία ἐκράτησε δέκα χρόνια, κατά τά ὁποῖα ὁ Ἅγιος ἐποίμανε θεοφιλῶς τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

1373n.jpg

Πρίν τό τέλος του ἀποσύρθηκε στή μονή Σατύρου, στήν ὁποία καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη. Ἐκεῖ δέ καί ἐνταφιάσθηκε. Ὁ Ἅγιος συνέθεσε, ὡς ὑμνογράφος καὶ μουσικὸς, πολλοὺς ἀσματικοὺς κανόνες σέ διαφόρους Ἁγίους καὶ στὴν Θεοτόκο. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του στίς 23 Ὀκτωβρίου.

 

ΑΓΙΟΣ ΦΩΤΙΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

῾Ο Μέγας Φώτιος ἔζησε κατά τούς χρόνους πού ἐβασίλευσαν οἱ αὐτοκράτορες Μιχαήλ (842-867 μ.Χ.), υἱός τοῦ Θεοφίλου, Βασίλειος Α΄ ὁ Μακεδών (867886 μ.Χ.) καί ὁ Λέων ΣΤ΄ ὁ Σοφός (886-912 μ.Χ.), υἱός τοῦ Βασιλείου. Ἐγεννήθηκε περί τό 810 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό εὐσεβῆ καί ἐπιφανῆ οἰκογένεια πού ἀγωνίσθηκε γιά τήν τιμή καί προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζοντας Σέργιος καί Εἰρήνη καί καταδιώχθηκαν ἐπί τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορος Θεοφίλου (829-842 μ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Σέργιος, τοῦ ὁποίου τή μνήμη τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία στίς 13 Μαῒου, ἦταν ἀδελφός τοῦ Πατριάρχου Ταρασίου (784-806 μ.Χ.) καί περιπομπεύθηκε δέσμιος ἀπό τό λαιμό ἀνά τίς ὁδούς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐστερήθηκε τήν περιουσία του καί ἐξορίσθηκε μετά τῆς συζύγου καί τῶν παιδιῶν του σέ τόπο ἄνυδρο, ὅπου ἀπό τίς ταλαιπωρίες ἀπέθανε ὡς Ὁμολογητής.

????? ???????????????????

῾Ο ἱερός Φώτιος διέπρεψε πρῶτα στά ἀνώτατα πολιτικά ἀξιώματα. Ὅταν μέ ἐντολή τοῦ αὐτοκράτορος ἀπομακρύνθηκε βιαίως ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο ὁ Πατριάρχης ᾿Ιγνάτιος, ἀνῆλθε σέ αὐτόν, τό ἔτος 858 μ.Χ., ὁ ἱερός Φώτιος, ὁ ὁποῖος διακρινόταν γιά τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του καί τήν τεράστια μόρφωσή του. Ἡ χειροτονία του εἰς Ἐπίσκοπον ἔγινε τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 858 μ.Χ. ὑπό τῶν Ἐπισκόπων Συρακουσῶν Γρηγορίου τοῦ Ἀσβεστᾶ, Γορτύνης Βασιλείου καί Ἀπαμείας Εὐλαμπίου. Προηγουμένως βέβαια ἐκάρη μοναχός καί ἀκολούθως ἔλαβε κατά τάξη τούς βαθμούς τῆς ἱερωσύνης.

Ὁ ἱερός Φώτιος μέ συνοδικά γράμματα ἀνακοίνωσε, κατά τά καθιερωμένα, τά τῆς ἐκλογῆς του στούς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς καί ἐτόνισε τήν ἀποκατάσταση τῆς εἰρήνης στήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλά πρίν ἀκόμη προλάβει νά τήν παγιώσει ἐπῆλθε ρήξη μεταξύ τῶν ἀκραίων πολιτικῶν καί τῶν ὀπαδῶν τοῦ Πατριάρχου Ἰγνατίου, τῶν «Ἰγνατιανῶν» . Οἱ «Ἰγνατιανοί» συγκεντρώθηκαν στό ναό τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, ἀφόρισαν τόν ἱερό Φώτιο καί ἀνακήρυξαν Πατριάρχη τόν Ἰγνάτιο. Ὁ Ἅγιος Φώτιος συγκάλεσε Σύνοδο στό ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ ἀνακύψαντος ζητήματος. Ἡ Σύνοδος κατεδίκασε ὡς ἀντικανονικές τίς ἐνέργειες τῶν «Ἰγνατιανῶν» καί ἐτόνισε ὅτι ὁ Ἰγνάτιος, ἀφοῦ παραιτήθηκε ἀπό τό θρόνο, δέν ἦταν πλέον Πατριάρχης, ἐάν δέ διεκδικοῦσε τήν ἐπιστροφή του στόν πατριαρχικό θρόνο, τότε αὐτόματα θά ὑφίστατο τήν ποινή τῆς καθαιρέσως καί τοῦ ἀφορισμοῦ 111 .

Ὁ Μεγάλος αὐτός Πατέρας της Ἐκκλησίας ἱερούργησε, ὡς ἄλλος ἀπόστολος Παῦλος, τό Εὐαγγέλιο. Ἀγωνίσθηκε γιά τήν ἀναζωπύρωση τῆς ἱεραποστολικῆς συνειδήσεως, πού περιφρουρεῖ τήν πνευματική ἀνεξαρτησία καί αὐτονομία τῶν ὀρθοδόξων λαῶν ἀπό εἰσαγωγές ἐθίμων ξένων πρός τήν ἰδιοσυγκρασία τους, μέ σκοπό τήν ἀλλοίωση τῆς ταυτότητος καί τῆς πνευματικῆς τους ζωῆς. Διότι ἐγνώριζε, ὅτι ὁ μέγιστος ἐχθρός ἑνός λαοῦ εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς αὐτοσυνειδησίας του, ἡ φθορά τῆς πολιτισμικῆς του ἰδιοπροσωπίας καί ἡ ἀλλοίωση τοῦ ἤθους του. Ὁ ἱερός Φώτιος έγνώριζε τήν ἱεραποστολική δραστηριότητα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ἀφοῦ ἀναφέρεται πολλές φορές στό ἔργο αὐτό, καί μάλιστα ἐπηρεάσθηκε ἀπό αὐτή στό θέμα τῆς χρήσεως τῶν ἐπιτοπίων γλωσσῶν καί τῶν μοναχῶν ὡς ἱεραποστόλων 112 . Ἐπί ἡμερῶν του ἐκχριστιανίσθηκε τό ἔθνος τῶν Βουλγάρων τό ὁποῖο ἐμυσταγώγησε πρός τήν ἀμώμητη πίστη τοῦ Χριστοῦ καί τό ἀναγέννησε μέ τό λουτρό τοῦ θείου Βαπτίσματος.

῾Ο ἱερός Φώτιος διεξήγαγε μεγάλους καί ἐπιτυχεῖς ἀγῶνες ὑπέρ τῆς ᾿Ορθοδόξου πίστεως ἐναντίον τῶν Μανιχαίων, τῶν Εἰκονομάχων καί ἄλλων αἱρετικῶν καί ἐπανέφερε στούς κόλπους τῆς Καθολικῆς ᾿Ορθοδόξου τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας πολλούς ἀπό αὐτούς.

« Ἅπαντα μέν τά ἀνθρώπινα συγκαταρρεῖ τῷ χρόνῳ καί ἀφανίζεται· ἀρετή δέ... καί χρόνου καί παθῶν καί αὐτοῦ τοῦ θανάτου περιγίνεται· εἰ δέ ἀκριβέστερον ἴδοις, τῷ χρόνῳ καί τῷ θανάτῳ μᾶλλον ἀναζῇ καί θάλλει, καί τό οἰκεῖον κλέος καί τήν εὐπρέπειαν, ἐναποσβεσθέντος αὐτοῖς τοῦ φθόνου, λαμπρότερόν τε καί θαυμασιώτερον ἀναδείκνυται».

Ὁ λόγος αὐτός, ἀπόσταγμα τῆς βαθείας πίστεως καί τῆς κατά Θεόν σοφίας τοῦ Ἰσαποστόλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ὁμολογητοῦ, «μυρίαις ἀρεταῖς ἐξανθήσαντος καί πάσῃ γνώσει διαλάμψαντος»113 , πληρέστατα ἐφαρμόζεται σέ αὐτόν τόν εἰπόντα, τόν ὁποῖο ἡ ἀδιάφθορη συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους, ὁμολόγησαν αὐτόν Ἅγιο καί Ἰσαπόστολο «τοῖς οὐρανίοις ἀδύτοις ἐγκατοικιζόμενον» , ὡς «ἀοίδιμον μέν τοῖς διωγμοῖς, δεδοξασμένον δέ τοῖς θανάτοις»114 .

Τό θεολογικό του ἔργο ἐδικαίωνε τούς ἀγῶνες τῆς Ἐκκλησίας, ἐβεβαίωνε τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ἐνέπνεε τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση γιά τήν συνεχῆ ἐγρήγορση τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή ἡ ἐκκλησιαστική συνείδηση διέκρινε στό πρόσωπό του τόν ὑπέρμαχο τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί τόν ἐκφραστή τοῦ αὐθεντικοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας. Σέ οἱονδήποτε στάδιο τοῦ βίου καί ἄν παρακολουθήσουμε τόν ἱερό Φώτιο, εἴτε στή Βιβλιοθήκη, ἐπιδιδόμενο σέ μελέτες, εἴτε ὡς καθηγητή τῆς φιλοσοφίας στό πρῶτο Πανεπιστήμιο τῆς Μεσαιωνικῆς Εὐρώπης τῆς Μαγναύρας σέ μιά ἐποχή πού ἡ Δύση ἦταν ἀκόμη βυθισμένη στό τέλμα τῶν σκοτεινῶν αἰώνων115 , εἴτε ὑπουργοῦντα σέ ἀξιώματα μεγάλα καί περιφανῆ τῆς Πολιτείας, εἴτε κοσμοῦντα τόν ἁγιώτατο πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας, εἴτε ἐξασκούμενο στήν ἐλεημοσύνη καί τή φιλανθρωπία116 , εἴτε ὑφιστάμενο τήν παραγνώριση τῶν ἀνθρώπων καί τίς σκληρές στερήσεις δύο ἐξοριῶν, παντοῦ ἀναγνωρίζομε τό μαχόμενο ὑπέρ τῆς ἀληθοῦς ὀρθοδόξου πίστεως, τῆς «ἀποστολικῆς τε καί πατρικῆς παραδόσεως»117 καί «τῆς προγονικῆς εὐσεβείας»118 , ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καί τό περιεχόμενο τῆς πατερικῆς διδασκαλίας αὐτοῦ. Διά τοῦτο καί ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Βασίλειος καταθέτων τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς πρωΐμου ἁγιοποιήσεως τοῦ μεγάλου Ἱεράρχου γράφει:

«Φώτιος γάρ ἦν ὁ μaκάριος, ὁ φωτός ἀκτῖσι φερωνύμως τοῦ ὀνόματος πλήθει διδασκαλιῶν καταλάμψας τά πέρατα, ὁ ἐξ αὐτῶν σπαργάνων ἀφιερωθείς τῷ Χριστῷ, ὡς ὑπέρ τῆς αὐτοῦ εἰκόνος δημεύσει καί ἐξορίᾳ, τούτοις δή τοῖς ἀθλητικοῖς ἐκ προοιμίου ἀγώσι συγκοινωνήσας τῷ γεννήτορι, οὗ καί ἡ ζωή θαυμαστή καί τό τέλος ἐπέραστον, ὑπό Θεοῦ τοῖς θαύμασι μαρτυρουμένη» 119 .

Ἡ ζωντανή ὀρθόδοξη πίστη, κατά τόν ἱερό Πατέρα, ἡ πίστη τῆς ἀληθείας, εἶναι ἡ ἀρχή τῆς χριστιανικῆς μας ὑποστάσεως καί ἐπιβάλλει τήν συνεχή προσπάθεια γιά τό «ἀνακεφαλαιώσασθαι τά πάντα ἐν Χριστῷ, τά ἐπί τοῖς οὐρανοῖς καί τά ἐπί τῆς γῆς» 120 , γιά τήν πραγμάτωση τῆς «καινῆς κτίσεως» , πού ἐπιτυγχάνεται μέ τή δυναμική γεφύρωση, σύνδεση καί ἀλληλοπεριχώρηση τοῦ θείου καί ἀνθρωπίνου στοιχείου. Ὁ Χριστός ἑνώνει στό πρόσωπό Του τή θεία μέ τήν ἀνθρώπινη φύση. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ θεότητα καί ἡ ἀνθρωπότητα ἔχουν ἐν Χριστῷ ἕνα κοινό τρόπο ὑπάρξεως καί αὐτός ὁ τρόπος εἶναι ἡ ἑνότητα, ἡ ἀλληλοπεριχώρηση τῶν προσώπων, ἡ κοινωνία τῆς ἀγάπης. Ἡ ἕνωση τῆς θείας μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μιά ἀφηρημένη ἀρχή· φανερώνεται σέ μᾶς ὅπως φανερώνεται πάντοτε ἡ φύση: μόνο ὡς τρόπος ὑπάρξεως, δηλαδή ὡς δυνατότητα ζωῆς 121. Εἶναι ἡ δυνατότητα νά ζήσουμε, νά πληρωθεῖ ἡ ἀπύθμενη δίψα γιά ζωή πού βασανίζει τήν ὕπαρξή μας, νά ζήσουμε ὅλες τίς δυνατότητες τῆς ζωῆς νικώντας τήν ἀναπηρία καί τό θάνατο τῆς τεμαχισμένης ὑπάρξεως. Ἀρκεῖ νά ἀποδεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος τήν ἁμαρτία καί ἀποτυχία του καί νά ζήσει τήν κένωση τοῦ Χριστοῦ, τή ζωή τοῦ Θεοῦ122 .

Ἡ ἀληθινή χριστιανική ζωή εἶναι ἡ γέφυρα πού συνδέει τόν οὐρανό μέ τήν γῆ, ἡ συνεχής πηδαλιούχηση τοῦ πορθμείου ἐκείνου, τό ὁποῖο, ὡς λέγει ὁ ἱερός Φώτιος, ἔρχεται ἀπό τόν οὐρανό καί «διαπορθμεύει ἡμῖν τήν ἐκεῖθεν ἀγαθοειδῆ καί θείαν εὐμένειαν» 123 καί χάρη. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό ἀληθινό ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας: ἡ ἀναγέννηση, ἕνωση, μετοχή καί κοινωνία μέ τόν Χριστό διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 124.

Τό ὀρθόδοξο, λοιπόν, ἦθος, πού εἶναι ἡ κοινωνία τοῦ προσώπου μέ τόν Θεό Πατέρα ἐν Χριστῷ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὁ ἁγιασμός τοῦ ὅλου ἀνθρώπου στήν ὁδό τῆς θεώσεως125 , ἀρχίζει νά ὑπάρχει, μόνο ὅταν ἔχουμε ὡς προϋπόθεση τήν ὀρθή πίστη, τήν ὀρθοδοξία. Γι' αὐτό οὐδέποτε ὁ Ἅγιος ἀνέχθηκε ὁποιαδήποτε παρασιώπηση ἤ παραφθορά τῆς ἀλήθειας.

Γράφει χαρακτηριστικά ὁ ἱερός Φώτιος πρός τόν Πάπα Νικόλαο: «Τά οἰκουμενικαῖς καί κοιναῖς τυπωθέντα ψήφοις πᾶσι προσήκει φυλάττεσθαι» 126. Διότι, διά τῆς ἐπιμελοῦς φυλάξεως τῆς διδασκαλίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων , «πᾶσα καινοτομία καί αἵρεσις ἀπελαύνεται· τό δέ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀκήρατον καί ἀρχαιοπαράδοτον φρόνημα ταῖς εὐσεβούντων ψυχαῖς εἰς ἀδίστακτον σεβασμιότητα καθιδρύνεται"127 . Ἔτσι ἡ μία γενεά, μετά φόβου Θεοῦ, παραδίδει στήν ἐπερχόμενη τά τῆς πίστεως πολύτιμα κεφάλαια πού ἔλαβε, μέ πλήρη συναίσθηση ὅτι καί ἡ ἐπερχομένη θά διατηρήσει ἀλώβητη τήν πίστη. Σέ μία ὁμιλία του ὁ Ἅγιος ἐξαίρει τή σπουδαιότητα τῆς συνεχιζομένης ἀνελλειπῶς διαδοχῆς:

«Πρό τῆς ἑβδόμης Συνόδου, ἔσχε πρό ταύτης ἡ Πρώτη πολλῶν έν μέρει τάς πράξεις μιμήσασθαι. Ἡ Δευτέρα τήν Πρώτην ὑπογραμμόν καί τύπον ἐδέξατο, τῆς δέ Τρίτης αὐτή μετά τήν πρώτην ὑπῆρξε παράδειγμα, ναί δή καί Τετάρτην ταυταῖς ἐπλούτει μιμήσασθαι καί ταῖς ἐφεξῆς ὑπῆρχον αἱ προλαβοῦσαι διδάσκαλοι» 128.

Ἡ ἀπαρίθμηση ἐδῶ τῶν Συνόδων δέν εἶναι συμπτωματική. Γιά τόν Ἅγιο, τόν τῆς ἀπλανοῦς γνώσεως κανόνα, τό παρελθόν, ἡ παράδοση, τά γενόμενα στό ἅγιο Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ δέν ἀποτελοῦν ἁπλᾶ ἱστορικά γεγονότα. Μᾶλλον ἀποτελοῦν ὑπόδειγμα , τύπο γιά τό μέλλον τοῦ Κυριακοῦ Σώματος. Γι' αὐτό καί δέν ἐπιμένει μόνο στήν ἱστορική παράδοση ἤ μετάδοση 129, οὔτε μόνο γιά τόν κληρονομικό χαρακτήρα τῆς διδασκαλίας, ἀλλά πρό παντός γιά τήν πληρότητα τῆς ἀλήθειας, γιά τήν ταυτότητα καί τή συνέχεια τῆς καθολικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, γιά τή ζωή της μέσα στή χάρη, γιά τό παρόν μέσα στό ὁποῖο κατοικεῖ ἤδη τό μέλλον, γιά τό μυστήριο τῆς πίστεως.

Ἡ ἑνότητα, ἡ ἁγιότητα καί ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας συμπληρώνονται καί καταξιώνονται μέ τήν ἀποστολικότητά της 130. Στήν ἀρχιερατική προσευχή ὁ ἁγιασμός καί ἡ καθολική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας συνδέονται ἄμεσα μέ τήν ἀποστολικότητα: Ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ, ὅτι Σύ με ἀπέστειλας». Ἔτσι ἡ ἀποστολικότητα γίνεται ὀντολογικό γνώρισμα τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζει καί τά ἄλλα γνωρίσματά της. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική, γιατί συνεχίζει τήν ἀποστολή τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων του μέσα στόν κόσμο. Ὁ ἱστορικός σύνδεσμός της μέ τούς Ἀποστόλους καί ἡ βεβαίωση τοῦ συνδέσμου αὐτοῦ μέ τήν ἀναγωγή τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν καί τῶν Ἐπισκόπων στούς Ἁγίους Ἀποστόλους ἀποτελοῦν τά ἐξωτερικά τεκμήρια τῆς ἀποστολικῆς ἰδιότητος καί διαδοχῆς. Τό ἠθικό δέ αἴτημα τῆς ἀποστολικότητος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ὑποχρέωση γιά πιστότητα στήν ἀποστολική παράδοσή της, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τήν ταυτότητα καί ἑνότητα τοῦ ζῶντος Σώματος. « Τοῦτο γάρ τῶν ἀποστόλων τό κήρυγμα, τοῦτο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τό φρόνημα» 131 .

Ἀγωνιζόμενος ὁ Ἅγιος Φώτιος ὑπέρ « τῆς πίστεως ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν..., τῆς ἀχράντου καί εἰλικρινοῦς λατρείας, καί τῶν περί αὐτήν μυστηρίων», στήν ἐγκύκλιο ἐπιστολή του, τό 867 μ.Χ., ἀπευθυνθεῖσα πρός τούς κατά Ἀνατολάς Ἐπισκόπους καί Πατριάρχες, στρέφεται στήν καταπολέμηση τῆς αἱρέσεως, « κατά πάσης αἱρέσεως», πού ἀπειλεῖ τήν ἑνότητα καί τήν ἀκεραιότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά συγχρόνως καλεῖ ὅλους νά εἶναι ἄγρυπνοι ἐναντίον κάθε δυσσεβείας 132. Ὁ Μέγας Φώτιος, γνωρίζοντας ὅτι κάθε ἐκτροπή ἀπό τήν ἀληθῆ πίστη ἔχει ὡς συνέπεια τήν ἔκπτωση ἀπό τήν πνευματικότητα, κατακρίνει «τό τῆς γνώμης ἠρρωστηκός καί ἀστήρικτον» 133, καί καταδικάζει, ὡς «ἁμαρτίαν πρός θάνατον» 134, κάθε ἐκτροπή ἀπό τήν Ὀρθοδοξία καί τήν «τῶν παραδοθέντων ἀθέτησιν» «καταφρόνησιν» 135 ἀπό ἐκείνους πού «κατά τῶν ἰδίων ποιμένων ὑπερήφανον ἀναλαμβάνουν φρόνημα, ἐκεῖθεν δέ κατά τοῦ κοινοῦ Ποιμένος καί Δεσπότου παρατείνουν τήν ἀπόνοιαν». Ἐπί τῆς βάσεως αὐτῆς ἀντέκρουσε ὄχι μόνο τούς εἰκονομάχους ἀλλά καί τίς παπικές ἀξιώσεις καί τό γερμανοφραγκικό δόγμα τοῦ filioque, τό ὁποῖο διασαλεύει τήν κοινωνία τῶν ἁγιοπνευματικῶν προϋποθέσεων καί ἐνεργειῶν καί δέν ἔχει θέση μέσα στήν κοινωνία τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κοινότητος τῶν ἀδελφῶν 136.

Γι' αὐτό καί ἡ Σύνοδος, ἡ ὁποία συνῆλθε τόν Ἰούλιο ἤ Αὔγουστο τοῦ 867 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη, καθαίρεσε τόν Πάπα Νικόλαο γιά τίς ἀντικανονικές του ἐνέργειες, ἐνῶ ἀπεδοκίμασε τή διδασκαλία τοῦ filioque καί τά ρωμαϊκά ἔθιμα. Μάλιστα ἡ ἐγκύκλιος ἐπιστολή τοῦ ἱεροῦ Φωτίου γιά τά θέματα αὐτά, μετά τή συνοδική κατοχύρωση τοῦ περιεχομένου της, κατέστη ἕνα σταθερό πλέον κριτήριο γιά τήν ἀξιολόγηση τῶν σχέσεων Ἀνατολῆς καί Δύσεως.

Ἡ δολοφονία τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαήλ τοῦ Γ΄, στίς 24 Σεπτεμβρίου 86 7 μ.Χ., ἀπό τόν Βασίλειο Α΄ τόν Μακεδόνα, συνοδεύθηκε καί μέ κρίση στήν Ἐκκλησία. Ὁ νέος αὐτοκράτορας ἐτάχθηκε ὑπέρ τῆς προσεγγίσεως Κωνσταντινουπόλεως καί Ρώμης καί ἀναζήτησε ἐρίσματα στούς «Ἰγνατιανούς» . Ὁ ἱερός Φώτιος ὑπῆρξε τό θῦμα αὐτῆς τῆς νέας πολιτικῆς σκοπιμότητος τοῦ αὐτοκράτορος, ὁ ὁποῖος ἐκθρόνισε τόν Ἅγιο Φώτιο καί ἀποκατέστησε στό θρόνο τόν Πατριάρχη Ἰγνάτιο, στίς 23 Νοεμβρίου 86 7 μ.Χ. Ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 869 μ.Χ., πού συνῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη, στό ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας, ἀναθεμάτισε τόν Ἅγιο Φώτιο, ὅσοι δέ Ἐπίσκοποι ἐχειροτονήθηκαν ἀπό αὐτόν ἤ παρέμεναν πιστοί σέ αὐτόν καθαιρέθηκαν καί ὅσοι ἀπό τούς μοναχούς ἤ λαϊκούς παρέμειναν ὀπαδοί του ἀφορίσθηκαν. Ὁ ἱερός Φώτιος καθ' ὅλη τή διαδικασία καί παρά τήν προκλητική στάση τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Πάπα ἐτήρησε σιγή, τούς ὑπέδειξε νά μετανοήσουν καί ἀρνήθηκε νά δεχθεῖ τήν ἀντικανονική ποινή. Στή συνέχεια ἐξορίσθηκε καί ὑποβλήθηκε σέ ποικίλες καί πολλαπλές στερήσεις καί κακουχίες. Ἐπακολούθησε βέβαια ἡ συμφιλίωση τῶν δύο Πατριαρχῶν, Φωτίου καί Ἰγνατίου, ἀλλά ὁ θάνατος τοῦ Ἰγνατίου, στίς 23 Ὀκτωβρίου τοῦ 877 μ.Χ., ἐπέτρεψε τήν ἀποκατάσταση τοῦ ἱεροῦ Φωτίου στόν πατριαρχικό θρόνο μέχρι τό ἔτος 886 μ.Χ. κατά τό ὁποῖο ἐξαναγκάσθηκε σέ παραίτηση ἀπό τό διαδεχθέντα τόν αὐτοκράτορα Βασίλειο δευτερότοκο υἱό του Λέοντα ΣΤ΄ τόν Σοφό.

Ὁ Ἅγιος Φώτιος ἐκοιμήθηκε ὁσίως τό ἔτος 891 μ.Χ. ὄντας ἐξόριστος στήν ἱερά μονή τῶν ᾿Αρμενιανῶν, ὅπως ἄλλοτε ὁ θεῖος καί ἱερός Χρυσόστομος στά Κόμανα τοῦ Πόντου. Τό ἱερό καί πάντιμο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου καί Μεγάλου Φωτίου ἐναποτέθηκε στή λεγόμενη μονή τῆς ᾿Ερημίας ἤ ᾿Ηρεμίας πού ἦταν κοντά στή Χαλκηδόνα. Παλαιότερα ἡ σύναξή του ἐτελεῖτο στό Προφητεῖο, δηλαδή στό ναό τοῦ Τιμίου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννου, πού βρισκόταν στή μονή τῆς ᾿Ερημίας, ἐνῶ τώρα τελεῖται στήν ἱερά πατριαρχική μονή τῆς ῾Αγίας Τριάδος στή νῆσο Χάλκη, ὅπου ἱδρύθηκε καί ἡ Θεολογική Σχολή τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του στίς 6 Φεβρουαρίου.

Ὁ ἱερός Φώτιος συνέθεσε διάφορους κανόνες, στιχηρὰ ἰδιόμελα, μεταξύ τῶν ὁποίων καὶ δοξαστικὸ ψαλλόμενο τό Μεγάλο Σάββατο καὶ κοινῶς στὴν Κασσιανὴ ἀποδιδόμενο, καὶ ἱκετήριους κανόνες στὴν Θεοτόκο· εἰσήγαγε στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱερουργία τὸν τοῦ ὑμνογράφου Ἰωσὴφ Ἀκάθιστο Ὕμνο μετὰ τῶν στιχηρῶν, καθιέρωσε τὸν τελούμενο ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, συνέταξε τὸν τύπο τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ, ἐθέσπισε διὰ Συνόδου γιά νά ἁγιάζεται τὸ νερό τὴν ἀρχὴ ἑκάστου μηνὸς ἐναντίον τοῦ τηρουμένου ἀπό τό λαό μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰδωλολατρικοῦ ἐθίμου νά ἀνάβει φωτιά κατὰ τὴν ἀρχή ἑκάστου μηνός ἐνώπιον τῶν οἰκιῶν καὶ νά πηδᾶ ὑπεράνω αὐτῆς, διότι ἐπίστευε ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἐξαγνίζεται γιὰ τὸν προσεχή μῆνα.

Προσευχή τοῦ ἱεροῦ Φωτίου πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο

Χαῖρε τοῦ Θεοῦ Ἔμψυχη Κιβωτέ

Μετάφραση: Ἀρχιμ. Ἰγνατίου Σωτηριάδη ἀπό τό βιβλίο: Georges Gharib: Οἱ εἰκόνες τῆς Παναγίας. Ἱστορία καί λατρεία. Ἐκδόσεις Τέρτιος, Κατερίνη 1997.

«Χαῖρε, ὦ Παρθένε γεμάτη χάρη! Σὲ σένα ἀπευθύνομαι καὶ κραυγάζω μὲ ὅλη τὴ δύναμη τοῦ νοῦ, τῆς καρδιᾶς καὶ τῆς γλώσσας, καταφύγιο τῆς ἀδυναμίας καὶ τῆς ἀνικανότητάς μου.

Χαῖρε, γεμάτη ἀπὸ χάρη, μέσω σου ὁ ἄρρωστος βρίσκει τὴ θεραπεία, μέσω σου ἐκεῖνος ποὺ ἔπεσε καὶ ἔγινε κομμάτια σηκώνεται γιατρεμένος κι ἐκεῖνος ποὺ ἦταν ἡ αἰτία τῆς πτώσης καταδικάζεται, ποδοπατιέται κι ἐκμηδενίζεται.

Χαῖρε, γεμάτη ἀπὸ χάρη, μέσω σου ἡ πικρὴ δικαστικὴ ἀπόφαση τῆς πτώσης παραγράφεται ἀπ' τὴ γλυκύτητα τοῦ θείου μηνύματος, ποὺ σὲ σὲ ἀπευθύνθηκε κι ἐμεῖς, ποὺ λεία γίναμε τῆς ἀταξίας, ποὺ ἡ παράβαση προκάλεσε, σκεπαζόμαστε καὶ πάλι ἀπ' τὴν κορῶνα τοῦ μεγαλείου της θείας φανέρωσης ποὺ ἀπὸ σένα προέρχεται.

Χαῖρε, γεμάτη ἀπὸ χάρη, ὁ Βασιλιὰς τῆς δημιουργίας ἐπιθύμησε τὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς, τοῦ σώματος καὶ τοῦ νοῦ, ποὺ παρέμεινε πάντα ἄσπιλο, γιὰ ν' ἀνανεώσει καὶ ν' ἀναγεννήσει τὴν εἰκόνα τὴν παραμορφωμένη ἀπ' τὰ τεχνάσματα τοῦ πονηροῦ.

Χαῖρε, Παλάτι χτισμένο ὄχι ἀπ' ἀνθρώπινο χέρι, ἀπ' τὸ αἷμα σου ὁ Βάσιλιᾶς τῆς δόξας κάνει τὸ χιτώνα του καὶ ντύνεται σὰν μὲ ἔνδυμα βασιλικὸ καὶ πορφυρό, γιὰ ν' ἀφαιρέσει τὴν παραμορφωτικὴ γύμνια τοῦ πρόγεννήτορα. Χαῖρε, σὺ ἔχεις δώσει τὴ σάρκα στὸ Δημιουργὸ καὶ μᾶς ἔχεις ἐλευθερώσει ἀπ' τὸ χρέος.

Χαῖρε, τοῦ Θεοῦ ἔμψυχη Κιβωτέ, στὴν ὁποία κατεβαίνει ὁ δεύτερος Νῶε ντύνοντας ἀπ' αὐτὴ τὴν ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ τὴ βυθίσει στὸ βάπτισμα τοῦ ὕδατος καὶ νὰ τῆς δώσει τὴ σωτηρία καὶ μία δεύτερη ζωή, μὲ κατεύθυνση πρὸς τὸ Θεό.

Χαῖρε, ὦ Ἑστία ἀναμμένη, ὅπου ὁ Θεὸς κατεβαίνει. Στοὺς παρθενικοὺς καὶ πάναγνους κόλπους σου ὁ Δημιουργὸς παίρνει τὴ φύση μας καὶ τὴν ἐξαγνίζει ἀπὸ κάθε κηλίδα ἀρχαία, ἀνανεώνοντας τὸν ἄνθρωπο σὲ μία νέα δημιουργία.

Εἴθε ὁ Χριστὸς ὁ ἀληθινός μας Θεός, μὲ τὶς ἱκεσίες, τὴ μεσιτεία καὶ τὴ δέηση τῆς θείας καὶ ἀειπάρθενης Μητέρας, νὰ μᾶς ἀκούσει καὶ νὰ μᾶς κάνει ἄξιους τοῦ οὐράνιου δείπνου».

 

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑΣ

1496n.jpgὉ γνωστός ἐκκλησιαστικός ποιητής, ὁ φίλος καί σύγχρονος τοῦ Πατριάρχου Φωτίου, πρός τόν ὁποῖο ἀποστέλλει καί ἐπιστολές. Ἔζησε κατά τόν Θ΄ αἰώνα μ.Χ. καί διετέλεσε Χαρτοφύλακας καί Ρήτορας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Συνέθεσε πολλούς ἀσματικούς Κανόνες, διάφορα στιχηρά δοξαστικά, μεταξύ τῶν ὁποίων διακρίνεται τό ἀφιερωμένο στή μνήμη τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων «Τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ χορός» , Θεοτοκία, γι' αὐτό καί ἀποκαλεῖται καί Θεοτοκοριογράφος, καί λόγους σέ διάφορες ἑορτές.

Ἀπό τόν Ἀ. Παπαδόπουλο θεωρεῖται ἤ ὁ Γεώργιος ἤ ὁ ἱερός Φώτιος ὡς συνθέτες τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Ὁ Ἅγιος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη καί ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του στίς 29 Δεκεμβρίου.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΗΡΟΣ ἤ ΠΥΡΣΟΣ ἤ ΤΥΦΛΟΣ

Εἶναι μεταξύ τῶν παλαιοτέρων μελωδῶν, τῶν ὁποίων μόνο τά ὀνόματα εἶναι γνωστά. Μέ τό ὄνομα τοῦ Ἀνδρέου σώζονται πολλά ἰδιόμελα σέ διάφορες ἑορτές, μεταξύ τῶν ὁποίων τά στιχηρά προσόμοια τοῦ Ἑσπερινοῦ τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου καί τό δοξαστικό τῆς Λιτῆς τῶν Ἁγίων Αναργύρων. Ἄν κρίνουμε ἀπό τίς λίγες συνθέσεις του, πού ἔχουν διασωθεῖ, ὁ Ἀνδρέας Πυρρός ἤ Πυρσός εἶναι ἕνας ἀξιόλογος ποιητής μέ βαθειά ἔμπνευση. Οἱ ἀπόψεις περί τοῦ χρόνου ἀκμῆς του διαφέρουν ἐκτεινόμενες ἀπό τόν Ε΄ μέχρι τόν ΙΑ΄ αἰώνα μ.Χ. Ἀσφαλεστέρα εἶναι ἡ ἄποψη ὅτι ἤκμασε περί τά τέλη τοῦ Η΄ ἤ τίς ἀρχές τοῦ Θ΄ αἰῶνος μ.Χ. Ἡ ἀκμή του συμπίπτει μέ τήν ἐμφάνιση τῶν εἱρμῶν στό Τριώδιο καί θεωρεῖται σύγχρονος τοῦ ποιητοῦ Στεφάνου τοῦ Σαββαῒτου. Προφανῶς ὑπῆρξε μοναχός τὴς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὅπως μποροῦμε νά συμπεράνουμε ἀπό ἕνα ἰδιόμελο του: «Πλούσιος ἐν πάθεσιν ὑπάρχων, τήν ἀπατηλήν τῆς ὑποκρίσεως περίκειμαι στολήν, εὐφραινόμενος τοῖς κακοῖς τῆς ἀκρασίας καί τήν ἄμετρον ἀσπλαγχνίαν ἐνδείκνυμαι, παρορῶν μου τόν νοῦν πρό τοῦ πυλῶνος βεβλημένον τῆς μετανοίας, λιμώττοντα παντός ἀγαθοῦ καί νοσοῦντα τήν ἀπραξίαν» . Τοῦ Ἀνδρέου τοῦ Πηροῦ γνωρίζουμε 65 εἱρμούς καί 101 ἰδιόμελα. Τό ποιητικό του ἔργο φέρει τή σφραγίδα τοῦ ἀσκητισμοῦ καί ἁμιλλᾶται κατά τὀ κάλλος τὴς φράσεως καί τῶν ἐννοιῶν τά τῆς σχολῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα.

ΛΕΩΝ Ο ΣΟΦΟΣ

Ὁ Λέων ὁ Σοφὸς (886911 μ.Χ.), πού ἀποκαλεῖται ἔτσι ὡς γενόμενος μαθητὴς τοῦ ἱεροῦ Φωτίου καὶ τῆς σοφίας ἀναδειχθείς θερμὸς προστάτης, αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου, υἱὸς καὶ διάδοχος Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος, εἶναι διάσημος ὑμνογράφος καὶ μουσικός. Ἐκ τῶν ποιημάτων αὐτοῦ ἄλλα μέν, μεταξύ τῶν ὁποίων καὶ τὰ ἕνδεκα Ἑωθινὰ φέρουν τὴν ἐπιγραφὴ «Λέοντος τοῦ Σοφοῦ», ἄλλα «Λέοντος τοῦ Δεσπότου» ὡς τὸ εἰς ἦχον πλ. δ΄ δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς «Δεῦτε λαοὶ τὴν τρισυπόστατον θεότητα προσκυνήσωμεν» , καὶ ἄλλα «Λέοντος τοῦ Βασιλέως». Ὁ εὐσεβὴς αὐτοκράτορας Λέων αἰσθανόταν μεγάλη εὐχαρίστηση ψάλλων τὰ ποιήματα αὐτoῦ στήν Ἐκκλησία καὶ συμψάλλων μετὰ τῶν ψαλτῶν καὶ χειρονομῶν κατά τή διάρκεια τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὕμνων κατὰ τὰ σχήματα τῆς ρυθμοποιΐας .

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ

Ὁ Κωνσταντῖνος Πορφυρογέννητος, αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου, ἦταν υἱὸς τοῦ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ. Ἐποίησε τὰ ἕνδεκα ἀναστάσιμα Ἐξαποστειλάρια κατὰ τὴν ἔννοια ἑνὸς ἑκάστου ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου. Ἔγραψε περὶ μουσικῆς ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἁρμονικά» σέ 4 τόμους, ὅπου πραγματεύεται περὶ τῶν πολυσυλλάβων φθόγγων, ἀπηχημάτων καὶ τῆς παραγωγῆς αὐτῶν θεολογικῶς.

 

ΚΤΕΝΑΣ Ο ΔΟΜΕΣΤΙΚΟΣ

Ὁ Κτενᾶς, ἀκμάσας ἐπὶ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ, ἦταν Δομέστικος τῆς Νέας Ἐκκλησίας, ὡς ἀναφέρει ὁ Κωνσταντίνος ὁ Πορφυρογέννητος, καὶ ἔμπειρος περὶ τὴν Μουσικήν.

ΛΕΩΝ Ο ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ

Ὁ Λέων ὁ Μάγιστρος ἔζησε κατά τόν Θ΄ αἰώνα μ.Χ. Εἶναι δύσκολο νά καθορισθεῖ ἐάν ταυτίζεται πρός τόν Λέοντα τόν Μάγιστρο καί Χοιροσφάκτη, ὅπως ὑποψιάσθηκε ὁ Σακελλίων καί ὑποστήριξε ὁ Σ. Πετρίδης, ἤ ἐάν ταυτίζεται πρός τόν ἐπί Ἀνδρονίκου Κομνηνοῦ Λέοντα Βαρτάλη. Στό ὄνομα τοῦ Λέοντος τοῦ Μαγίστρου φέρονται τά ἀκόλουθα ἰδιόμελα: «Δεῦτε πᾶσα κτίσις» (στόν Ἀπόστολο Λουκᾶ), «Ἀπόστολε Χριστοῦ» (στόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη), «Ἐπέλαμψεν ἡμέρα» (στή Λιτή τῶν Εἰσοδίων) καί «Σήμερον τῷ ναῷ» (στήν ἴδια ἑορτή) 137.

ΟΣΙΑ ΚΑΣΣΙΑ ἤ ΚΑΣΣΙΑΝΗ

Κασσιανή ἤ Κασσία ἤ Ἰκασία 138 : Μοναχή, πού ἐγεννήθηκε περί τό 810 μ.Χ. καί ἀναφέρεται στά χρονικά γιά τή συμμετοχή της στήν ἀντίσταση κατά τῶν εἰκονομάχων. Ἡ παρουσία τῆς Κασσιανῆς ἔχει ἔπισκιάσει τίς σύγχρονές της ὑμνογράφουςμελωδούς, διότι ἀποτελεῖ τήν πλέον ἐπιφανή γυναίκα μελωδό (ἔγραφε καί τούς ὕμνους καί τή μελωδία) στήν ἱστορία τῆς βυζαντινής μουσικῆς. Ἔχοντας ἰδιαίτερο ταλέντο, εὐφυῒα, εὐαισθησία καί ἐκφραστικό πλοῦτο διακρίθηκε στόν τομέα τῆς μελουργίας (σ' αὐτό τή βοήθησε ἡ μεγάλη μόρφωση, πού ἡ εὐγενής καταγωγή της τῆς ἐπέτρεψε νά ἔχει). Γι' αὐτό καί τό ἔργο της εἶναι διαχρονικό καί πάντα ἐπίκαιρο, καί συγκινεῖ ἰδιαίτερα τόν ὀρθόδοξο κόσμο. Γνωστή εἶναι καί ἡ παρουσία της σύμφωνα μέ τούς χρονογράφους ἀνάμεσα στίς ὑποψηφίους συζύγους τοῦ αὐτοκράτορος Θεοφίλου, ὅπου «κατήσχυνε» τήν ἐπιχειρηματολογία τοῦ μονάρχου, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ «ἀγαθότητα τῆς γυναίκαςΘεοτόκου ὑπερισχύει τῆς φαυλότητος της γυναίκαςΕύας» .

Στήν Κασσιανή ἀποδίδονται γύρω στά 45 ἔργα, ἀπό τά ὁποῖα τά 23 τουλάχιστον εἶναι χωρίς ἀμφιβολία ἰδικά της, ἐνῶ τά ὑπόλοιπα εἶναι ἀγνώστου προελεύσεως. Ἔχει ἐπίσης μελοποιήσει κείμενα διαφόρων ὑμνογράφων. Ἀπό τά πιό γνωστά τροπάρια εἶναι τό περίφημο «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή» , σέ ἦχο πλ. δ΄, πού ψἀλλεται στούς ναούς τή Μεγάλη Τρίτη τό ἑσπέρας, καθώς καί οἱ εἱρμοί ἀπό τήν Α΄Ε΄ ὠδή τοῦ Κανόνος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου «Κύματι Θαλάσσης» ). Τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἔργου της ἀποτελεῖται ἀπό στιχηρά γιά ἑορταζομένους Ἁγίους. Στήν ἴδια ἀποδίδεται καί ὁ τετραώδιος κανόνας: «Ἄφρων γηραλέε» , ὅπως καί πολλά δοξαστικά, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἕνα περίφημο δοξαστικό τῶν Χριστουγέννων, τό «Αὐγούστου μοναρχήσαντος» , σέ ἦχο β΄. Κατά τόν βυζαντινολόγο Κρουμβάχερ «ἡ Κασσιανή ἦταν μία ἐξαίρετη μορφή καί τό ἔργο της τό διακρίνει ἰσχυρά πρωτοβουλία, βαθεῖα μόρφωσις, αὐτοπεποίθησις καί παρρησία. Πολύ συναίσθημα καί βαθεῖα θεοσέβεια» . Καί ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης, ἀναφερόμενος στό ἔργο της, ἔγραψε ὅτι «τό χαρακτηρίζει γλυκύτης μέλους ἀκορέστου» . Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη της στίς 7 Σεπτεμβρίου.

Κύριε ἡ εν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή...        [  22΄ 44΄΄] Δοξαστικό τῶν Ἀποστίχων τοῦ Ὄρθρου Μ. Τετάρτης, σέ ἦχο πλ.δ΄ Τροπάριο Κασσιανῆς Μοναχῆς.

ΜΕΡΟΣ Α΄ . Κύριε ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις...         [  11΄ 40΄΄]

Ψάλλει ὁ Ἄρχ. Λαμπαδάριος τῆς Μ.τ.Χ.Ε. Βασίλειος Ἐμμανουηλίδης.

ΜΕΡΟΣ B΄ . Πρός τούς στεναγμούς...         [  11΄ 04΄΄]

Ψάλλει ὁ Ἄρχ. Λαμπαδάριος τῆς Μ.τ.Χ.Ε. Βασίλειος Ἐμμανουηλίδης.

 


 

108 Πόλη παράλιος τῆς Βιθυνίας τοῦ Πόντου μεταξύ Ἀμάστριδος καί Κυτώρου.

109 Πρβλ. Π. Τρεμπέλα, Ἐκλογή Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ὑμνογραφίας , Ἀθῆναι 1949, σελ. 206-208.

110 Φιλαρέτου, Περιληπτική Ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ὑμνογραφίας, Πετρούπολις 1860, ρωσιστί.

111 P . G . 137, 1004.

112 Μεγάλου Φωτίου, Μυριόβιβλος 96 , P . G . 103, 348.

113 Α. Παπαδοπούλου-Κεραμέως, Ὁ Πατριάρχης Φώτιος ὡς Πατήρ ἅγιος τῆς Ὀρθο-δόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας , σελ. 647-671.

114 Ἐπισκόπου Μιλήτου Αἰμιλιανοῦ, Σχολάρχου τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Χάλκης, Λόγος πανηγυρικός εἰς τόν Ἅγιον Φώτιον, Περιοδικό ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, 1935 (τόμος Ι´), σελ. 88-89.

115 Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου, Ἐπίτομος ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρ-χείου Κωνσταντινουπόλεως, μετάφραση Παν. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 29. Ἡ Μαγναύρα, πολυτελέστατη οἰκοδομή στά βυζαντινά παλάτια τῆς Κωνστα-ντινουπόλεως, ἐκτίσθηκε ὑπό τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί ὀνομάσθηκε ἔτσι ἀπό τό λατινικό magna aula, πού σημαίνει μεγάλη αὐλή. Ὁ βασιλέας Μαυρίκιος συμπλήρωσε, τό 596 μ.Χ., τό οἰκοδόμημα, στό ὁποῖο λειτουργοῦσε ἡ Σχολή τῆς Μαγναύρας.

116 « Φώτιος ἀνήρ σοφός τήν ἐγκύκλιον παίδευσιν ἐξησκημένος, ἐλεημοσύνῃ τε καί τοῖς ἄλλοις προτερήμασι σεμνυνόμενος» , F. F ischer, De Patriar charum Constantinopol - itanorum catalogis , Lipsiae (1884), σελ. 292.

117 Μεγάλου Φωτίου, Τά Ἀμφιλόχια ἤ λόγων ἱερῶν καί ζητημάτων ἱερολογίαι, ἐρώτησις ια´ , P . G . 101, 653.

118 Μεγάλου Φωτίου, Τά Ἀμφιλόχια ἤ λόγων ἱερῶν καί ζητημάτων ἱερολογίαι, ἐρώ-τησις ια´ , P . G . 101, 653.

119 L . Petit , Βίος τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου τοῦ Νέου , ἔκδ. Rev. de l' Or. Chrét. 8(1903), 179.

120 Ἐφεσ . 1, 10.

121 P.G. 102, 556.

122 P.G. 102, 589.

123 Μεγάλου Φωτίου , Τά Ἀμφιλόχια , Ἐρώτησις ρια ´ , Μ igne Ε . Π . 101, 656.

124 P.G. 102, 560.

125 P.G. 102, 589.

126 Μεγάλου Φωτίου , Ἐπιστολή β ´ ἀπολογητική πρός τόν Πάπαν Νικόλαον , Μ igne Ε . Π . 102, 604.

127 Μεγάλου Φωτίου , Ἐπιστολή η ´ πρός Μιχαήλ τόν ἄρχοντα Βουλγαρίας , Μ igne Ε . Π . 102, 632. Β . Λαούρδα , Φωτίου Ὁμιλίαι , Ἑλληνικά , 12, Παράρτημα , Θεσσαλο - νίκη (1959), σελ . 177, 16-22. P.G. 102, 656.

128 Β. Λαούρδα, Φωτίου Ὁμιλίαι , Θεσσαλονίκη 1959, σελ. 177.

129 Mansi , Χ VII Α, 516.

130 P . G . 102, 649· 652-653.

131 P . G . 102, 656-657.

132 P . G . 102, 740.

133 Μεγάλου Φωτίου, Ἐπιστολή ιγ´ ἐγκύκλιος πρός τούς τῆς Ἀνατολῆς ἀρχιερα-τικούς θρόνους , P . G . 102, 612.

134 Μεγάλου Φωτίου, Ἐπιστολή β´ ἀπολογητική πρός τόν Πάπαν Νικόλαον , P . G . 102, 604.

135 Μεγάλου Φωτίου, Ἐπιστολή ιγ΄ έγκύκλιος πρός τούς τῆς Ἀνατολῆς ἀρχιερα-τικούς θρόνους , P . G . 102, 604.

136 Βλ. σχετικά Ματσούκα Νίκου, Δογματική καί συμβολική θεολογία β ´, Θεσσαλο-νίκη 1992, σελ. 144.

137 C. Émerau, Hymnographi Byzantini, Échos D' Orient, 23 (1924), σελ . 284-285.

138 Ὀνομάζεται ἔτσι διότι ἐμόνασε μέ μονή ὀνομαζομένη Ἰκάσιον.

Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος