πίσω


 

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ

ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΓΕΝΝΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ

ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΗΧΟΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΟΡΦΕΣ ΥΜΝΩΝ

ΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΥΜΝΟΙ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Ο ΨΑΛΤΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΒΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

OΙ ΜΕΛΩΔΟΙ ΚΑΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ (LINKS)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ


 

 

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ΠΑΠΑΣ ΡΩΜΗΣ

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ὁ Διάλογος, ἐγεννήθηκε περί τό ἔτος 540 μ.Χ. καί ἔ ζησε στή Ρώμη, κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ Α΄ τοῦ Μεγάλου (527-565 μ.Χ.) . Ὀνομάσθηκε δέ Διάλογος, ἐπειδή τά περισσότερα ἔργα του τά ἔγραψε μέ διαλογικό τρόπο, δηλαδέ μέ ἐρωτήσεις καί ἀποκρίσεις. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Γορδιανός καί ἡ μητέρα του Συλβία. Τόσο οἱ γονεῖς του ὅσο καί οἱ δυό ἀδελφές τοῦ πατέρα του, ἡ Ταρσίλλα καί ἡ Αἰμιλιανή, διακρίνονταν γιά τήν εὐσέβειά τους καί ἐπέδρασαν εὐεργετικά στή διαμόρφωση τῆς προσωπικότητος τοῦ Γρηγορίου 84. Ὡς γόνος πλούσιας οἰκογένειας ὁ Γρηγόριος ἔλαβε καλή μόρφωση, ἰδιαίτερα στή νομική. Βέβαια ἔζησε σέ μιά ἐποχή ὅπου ἡ καλλιέργεια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων εἶχε σβήσει στή Ρώμη. Ὁ Γρηγόριος μᾶλλον ἦταν κάτοχος μόνο τῆς λατινικῆς γλώσσας, γεγονός πού δέν τοῦ ἐπέτρεπε νά μελετήσει τήν πλούσια θεολογική γραμματεία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων.

 

???????? ????????Περί τό ἔτος 570 μ.Χ. διορίσθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἰουστῖνο Β΄ (565-576 μ.Χ.) στό ἀξίωμα τοῦ πραίτορος τῆς πόλεως τῆς Ρώμης (praetor urbanus). Δέν παρέμεινε ὅμως γιά μακρύ χρονικό διάστημα στή θέση αὐτή. Μετά τό θάνατο τοῦ πατέρα του διέθεσε τό μέγιστο μέρος τῆς περιουσίας, πού ἐκληρονόμησε, σέ φιλανθρωπικά ἔργα καί στήν ἵδρυση μονῶν. Ἵδρυσε ἕξι μοναστήρια στή Σικελία καί περί τό ἔτος 575 μ.Χ. μετέτρεψε τήν οἰκία του στή Ρώμη σέ μοναστήρι ἀφιερωμένο στόν Ἀπόστολο Ἀνδρέα. Ὁ ἴδιος ἔγινε μοναχός αὐτῆς τῆς μονῆς καί ἀργότερα ἀναδείχθηκε ἡγούμενός της. Στό μοναστήρι ἐζοῦσε μιά πολύ ἀσκητική ζωή καί ἀφιερώθηκε στήν προσευχή καί στή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων.

Δέν ἔμελλε ὅμως νά παραμείνει γιά πολύ καιρό στή μονή του, γιατί ἐχειροτονήθηκε διάκονος καί τό ἔτος 579 μ.Χ. ἐστάλη στήν αὐτοκρατορική αὐλή τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ἀποκρισιάριος, δηλαδή ἀντιπρόσωπος, τοῦ Πάπα Ρώμης. Προφανῶς ἡ χειροτονία του ἔγινε ἀπό τόν Πάπα Βενέδικτο Α΄ (575-578 μ.Χ.) καί ἡ ἀποστολή του ἀπό τόν Πάπα Πελάγιο Β΄ (578-590 μ.Χ.). Στήν Κωνσταντινούπολη ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, μαζί μέ τούς μοναχούς πού τόν συνόδευσαν ἀπό τή Ρώμη, ἐζοῦσε μοναστική ζωή. Εἶχε ὅμως καί τήν εὐκαιρία νά γνωρίσει ἀπό κοντά τά πολιτικά καί ἐκκλησιαστικά προβλήματα τῆς αὐτοκρατορίας καί νά συνάψει γνωριμίες μέ σημαίνοντα πρόσωπα τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς, μέ τά ὁποῖα διετήρησε ἀλληλογραφία μετά τήν ἀναχώρησή του ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Ἀνάμεσα στά πρόσωπα αὐτά ἦταν ἡ Θεοκτίστη, ἀδελφή τοῦ αὐτοκράτορος Μαυρικίου (582-602 μ.Χ.), ὁ πατρίκιος Ναρσῆς, ὁ ἰατρός τοῦ αὐτοκράτορος Θεόδωρος κ.ἄ. Στήν Κωνσταντινούπολη ἐπίσης γνώρισε τόν Ἐπίσκοπο Σεβίλλης Λέανδρο, ὁ ὁποῖος ἐταξίδευε κατά τό ἴδιο χρονικό διάστημα στήν πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας καί μέ τόν ὁποῖο διετήρησε ἀδελφική φιλία καί ἀλληλογραφία στά κατοπινά χρόνια.

Περί τό ἔτος 586 μ.Χ. ὁ Γρηγόριος μετακαλεῖται στή Ρώμη. Ὑπάρχει ἡ ἄποψη ὅτι μέ τήν ἐπανάκαμψή του στή Ρώμη ἐπέστρεψε στό μοναστήρι του καί τότε ἦταν πού ἔγινε ἡγούμενός του. Μιά ἄλλη ἄποψη ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Γρηγόριος μετά τήν ἐπάνοδό του στή Ρώμη δέν ἐπέστρεψε στή μονή, ἀλλά ὑπηρέτησε ὡς διάκονος τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας καί σύμβουλος τοῦ Πάπα Πελαγίου Β΄. Σύμφωνα μέ τήν ἄποψη αὐτή ὁ Γρηγόριος ἔγινε ἡγούμενος πρίν τή χειροτονία του σέ διάκονο καί τήν ἀποστολή του στήν Κωνσταντινούπολη.

Τό ἔτος 590 μ.Χ. ὁ Πάπας Πελάγιος Β΄ ἀσθένησε ἀπό ἐπιδημική ἀσθένεια καί ἀπέθανε. Παρά τό ὅτι τόσο ὁ κλῆρος ὅσο καί ὁ λαός τῆς Ρώμης ἐζητοῦσαν τόν Γρηγόριο γιά Ἐπίσκοπό τους μετά τήν κοίμηση τοῦ Πάπα Πελαγίου Β΄ , ἡ ἀπροθυμία τοῦ ἰδίου νά ἀνέλθει στόν ἐπισκοπικό θρόνο ἦταν ἔκδηλη. Ἡ στάση του αὐτή προερχόταν ἀπό τή συναίσθηση τοῦ βάρους τῆς εὐθύνης τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος καί ἀπό τήν ταπεινή πεποίθηση ὅτι οἱ δικές του δυνάμεις δέν ἦταν ἐπαρκεῖς γιά ἕνα τόσο σπουδαῖο ἔργο. Ὅταν ὁ ἐπίσκοπος Ραβέννας Ἰωάννης δι' ἐπιστολῆς τόν ἔψεξε γιά τή διστακτικότητά του αὐτή, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀποφάσισε νά τοῦ ἀπαντήσει μέ τή συγγραφή μιᾶς ὁλόκληρης πραγματείας γιά τό βαρυσήμαντο ἔργο τοῦ ἐπισκόπου καί γιά τά προσόντα πού αὐτός πρέπει νά ἔχει. Ἐπρόκειτο δηλαδή γιά μιά ἀπολογία τοῦ Γρηγορίου σχετικά μέ τούς ἐνδοιασμούς του νά ἀναλάβει τό βάρος τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος.

Ὁ Γρηγόριος, παρά τούς ἔντονους προσωπικούς του ἐνδοιασμούς, ἀνῆλθε στόν ἐπισκοπικό θρόνο τῆς Ρώμης ὡς Πάπας Γρηγόριος Α΄. Ἡ κατάσταση πού εἶχε νά ἀντιμετωπίσει ἦταν πολύ δυσχερής. Ἀφ' ἑνός ἡ ἐπιδημία λυμαινόταν τίς ζωές τῶν ἀνθρώπων καί ἀφ' ἑτέρου μιά τρομερή πλημμύρα τοῦ ποταμοῦ Τίβερη εἶχε καταστρέψει σημαντικό ἀριθμό περιουσιῶν καί σιτηρῶν. Σημαντικότερο ἀκόμη πρόβλημα ἦταν ἡ παρουσία τῶν Λομβαρδῶν ὡς εἰσβολέων στήν Ἰταλία, οἱ ὁποῖοι κατεῖχαν τό μεγαλύτερο μέρος τῆς Βόρειας Ἰταλίας καί μεγάλο μέρος τῆς Νότιας Ἰταλίας. Οἱ Λομβαρδοί ἦταν αἰτία συνεχοῦς ἀναστατώσεως στήν Ἰταλία καί ἀπειλοῦσαν νά καταλάβουν καί τά ὑπόλοιπα ἐδάφη της (Ρώμη, Ραβένα, Νεάπολη, Βενετία, Σικελία, Σαρδηνία, Κορσική), τά ὁποῖα ἀνῆκαν στή Βυζαντινή αὐτοκρατορία καί ἐποπτεύονταν ἀπό τόν ἔξαρχο τοῦ αὐτοκράτορος, ὁ ὁποῖος εἶχε τήν ἕδρα του στή Ραβέννα.

Μέ τήν ἀνάληψη τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος ὁ Γρηγόριος ἀναλώθηκε στήν ὑπηρεσία τοῦ ποιμνίου του καί τῆς Ἐκκλησίας στό σύνολό της. Φρόντισε μέ θαυμαστή ἐπιμέλεια τό φιλανθρωπικό ἔργο στή Ρώμη καί ἐμερίμνησε μέ ἐπιτυχία γιά τόν ἐκχριστιανισμό τῶν Ἀγγλοσαξόνων, ἀποστέλλοντας στή Βρεττανία ἀπό τή μονή τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου ὁμάδα σαράντα μοναχῶν ὡς ἱεραποστόλων μέ ἐπικεφαλῆς τόν Αὐγουστῖνο τῆς Καντουαρίας. Ἐπίσης ἐνδιαφέρθηκε γιά τήν ἀξιοποίηση, τήν ὀργάνωση τῆς καλλιέργειας καί τήν ὀρθή διάθεση τῶν προσόδων τῶν γαιῶν τοῦ παπικοῦ θρόνου. Ἀξιοσημείωτο εἶναι τό ὅτι ἐπέμενε νά δίδει ὁδηγίες στούς κατά τόπους ὑπευθύνους τῶν παπικῶν κτημάτων νά μεριμνοῦν γιά τήν ἀποφυγή κάθε ἀδικίας καί παράνομου πλουτισμοῦ στό διαχειριστικό τους ἔργο.

Ὁ Ἅγιος προσκαλοῦσε κατά διαστήματα τούς πιό πτωχούς τῆς πόλεως καί ἔτρωγε μαζί τους. Κάποτε, ἔδωσε ἐντολή νά ἔλθουν στήν Ἐπισκοπή δώδεκα πτωχοί , γιά νά τούς προσφέρει φαγητό. Τήν ὥρα ποὺ ἔτρωγαν, ὁ Ἅγιος ἔβλεπε δεκατρεῖς προσκεκλημένους καί ὁ ἕνας ἀπό αὐτοὺς ἦταν διαφορετικὸς στήν ὄψη. Εἶχε πρόσωπο φωτεινό καί πότε ἔμοιαζε μέ γέροντα στήν ἡλικία, πότε μέ νέο. Ὅταν οἱ ἄλλοι ἔφυγαν, τόν ἐρώτησε ποιός εἶναι καί ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Εἶμαι Ἄγγελος Κυρίου. Σέ ἔχω ἐπισκεφθεῖ καί ἄλλη φορᾶ , ὅταν ἤσουν μοναχός, καί μοῦ ἔδωσες ἐλεημοσύνη. Ὁ Θεός, θέλησε νά δοκιμάσει τήν προαίρεσή σου καί μέ τό παράδειγμά σου νά διδάξει καί ἄλλους. Μάλιστα, ἀπό τότε ἔλαβα ἐντολή νὰ εἶμαι πάντα μαζί σου, γιά νά σέ προστατεύω. Ὅ ,τι θελήσεις ἀπό τόν Θεόν ὰ μοῦ τό πεῖς καί θά τό μεταφέρω».

Ἐπειδή ἡ Ρώμη ἦταν ὁ μόνος πατριαρχικός θρόνος σέ ὅλη τή Δύση, ὁ Γρηγόριος προσπαθοῦσε νά ἐπιλύσει κατά τόν καλύτερο δυνατό τρόπο τά πολλαπλά προβλήματα πού ἐπαρουσίαζαν οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἰταλίας, τῆς Γαλατίας, τῆς Ἱσπανίας καί τῆς Βρεττανίας. Ἕνα ἀπό τά πιό σημαντικά προβλήματα πού εἶχε νά ἀντιμετωπίσει ἦταν τό σχίσμα τῶν ἐπισκόπων τῆς Λιγουρίας, τῆς Ἰστρίας καί τῆς Βενετίας, οἱ ὁποῖοι δέν ἐδέχοντο τήν Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁπία συνῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη, τό ἔτος 553 μ.Χ. Αἰτία τοῦ προβλήματος ἦταν τό ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή εἶχε καταδικάσει ὡς νεστοριανικά τά γνωστά ὡς «Τρία Κεφάλαια», δηλαδή τό πρόσωπο καί τά ἔργα τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, τά ἔργα τοῦ Θεοδωρήτου Κύρρου κατά τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί τήν ἐπιστολή τοῦ Ἴβα Ἐδέσσης πρός Μάριν τόν Πέρση. Οἱ διαφωνοῦντες δυτικοί Ἐπίσκοποι ἐθεωροῦσαν ὅτι ἡ καταδίκη αὐτή προωθοῦσε ἕνα συμβιβασμό μέ τούς Μονοφυσίτες ἀναιρώντας ἔτσι τήν πίστη τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία συνῆλθε στή Χαλκηδόνα, τό ἔτος 451 μ.Χ. Ἐπειδή ἡ Ρώμη, παρά τίς ἀρχικές ἀντιδράσεις της, εἶχε ἀποδεχθεῖ τήν Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί τήν καταδίκη τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων», οἱ διαφωνοῦντες δυτικοί Ἐπίσκοποι εἶχαν διακόψει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία τους μέ τή Ρώμη. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος προσπάθησε ἐπανειλημμένως νά πείσει τούς διαφωνοῦντες Ἐπισκόπους ὅτι ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἀντετίθετο στό δόγμα τῆς Χαλκηδόνας. Πραγματικά κατόρθωσε νά μεταστρέψει τή γνώμη μερικῶν ἀπό αὐτούς, ἀλλά τό σχίσμα ἤρθη μετά τήν κοίμησή του.

Στό μεγάλο πρόβλημα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν προκλήσεων τῶν Λομβαρδῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσαν νά καταλάβουν τή Ρώμη, ὁ Γρηγόριος, παρά τίς ἐπανειλημμένες ἐκκλήσεις του, δέν κατέστη δυνατό νά λάβει βοήθεια γιά ἀναχαίτιση τοῦ ἐχθροῦ ἀπό τόν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Μαυρίκιο καί ἀπό τό Βυζαντινό ἔξαρχο τῆς Ραβέννας Ρωμανό Πατρίκιο. Βέβαια ὁ αὐτοκράτορας Μαυρίκιος βρισκόταν σέ δεινή θέση, γιατί ἐκτός ἀπό τούς Λομβαρδούς εἶχε νά ἀντιμετωπίσει σέ διαφορετικά μέτωπα τούς Πέρσες, τούς Σλάβους, τούς Ἀβάρους, καί τούς Μαυρουσίους. Ἔτσι ὁ Γρηγόριος ἀναγκάσθηκε νά ἀναλάβει ὁ ἴδιος πολιτική πρωτοβουλία καί νά συνάψει συνθήκη μέ τούς Λομβαρδούς πληρώνοντάς τους ἕνα μεγάλο ποσό χρημάτων καί δίνοντας σ' αὐτούς ἐτήσιο φόρο ὑποτελείας.

Εἶναι πράγματι λυπηρό τό ὅτι ἡ Βυζαντινή αὐτοκρατορία ἀδυνατοῦσε νά προασπίσει ἀποτελεσματικά τίς δυτικές κτήσεις της στά δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια. Αὐτό εἶχε ὀδυνηρές συνέπειες τόσο γιά τήν Πολιτεία ὅσο καί γιά τήν Ἐκκλησία. Οἱ Λατῖνοι βυζαντινοί ὑπήκοοι σταδιακά ἀποξενώθηκαν ἀπό τό κέντρο τῆς αὐτοκρατορίας, πού ἀδυνατοῦσε νά τούς βοηθήσει, οἱ δυτικές κτήσεις τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους ἔπεσαν στά χέρια τῶν βαρβαρικῶν φύλων, ἐνῶ ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης ἀνέλαβε πολιτικές ἐξουσίες, συνεργάσθηκε μέ τούς ἡγεμόνες τῶν βαρβαρικῶν φύλων καί σταδιακά ἔγινε ὁ ἴδιος κοσμικός ἄρχοντας.

Βέβαια ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δέν φέρει καμιά εὐθύνη γιά τήν μετά ἀπό αἰῶνες ἐξέλιξη τοῦ παπικοῦ θρόνου σέ κοσμική ἐξουσία, οὔτε γιά τή συνεργασία μεταγενέστερων παπῶν μέ τούς Φράγκους. Ὁ ἴδιος ἔκανε αὐτό πού θεωροῦσε καθῆκον καί ὑποχρέωσή του γιά τήν προάσπιση τοῦ ποιμνίου καί τῆς πατρίδος του στούς χαλεπούς ἐκείνους καιρούς. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μπορεῖ σέ ὁρισμένα θέματα νά διαφωνοῦσε μέ τό Βυζαντινό αὐτοκράτορα, ἀλλά αὐτό συνέβαινε συχνότατα καί μέ τούς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς. Ὅπως ὅμως φαίνεται μέσα ἀπό τά γραπτά κείμενά του, ἐθεωροῦσε τόν ἑαυτό του πιστό ὑπήκοο τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους. Οὐδέποτε ἀμφισβήτησε τήν ἐξουσία τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος καί συμβούλευε τούς πιστούς νά ἀναπέμπουν προσευχές γι' αὐτόν.

Ὡς συγγραφέας ὁ Ἅγιος Γρηγόριος διακρίθηκε κυρίως στή συγγραφή ἐξηγητικῶν καί ἠθικοπρακτικῶν ἔργων. Ἐκτός ἀπό τόν Ποιμαντικό Κανόνα , Ὑπόμνημα εἰς τόν Ἰώβ Ἠθικά , σαράντα Ὁμιλίες σέ εὐαγγελικές περικοπές καί εἴκοσι δύο Ὁμιλίες στόν Προφήτη Ἰεζεκιήλ, ὅπως ἐπίσης τό ἔργο Βιβλία δ ΄ διαλόγων περί τοῦ βίου καί τῶν θαυμάτων Ἰταλιωτῶν πατέρων καί περί αἰωνιότητος τῶν ψυχῶν . Στό βιβλίο αὐτό ἐκτίθενται ὑπό μορφή διαλόγου μεταξύ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου καί τοῦ διακόνου Πέτρου βίοι Ἁγίων, θαύματα, ἐμφανίσεις κεκοιμημένων, γιά νά ἀποδειχθεῖ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί ἄλλα. Ἀσχολήθηκε, ἐπίσης, μέ τή συγγραφή λειτουργικῶν ὕμνων καί εὐχῶν. Σέ αὐτόν ἀποδίδονται ἕνα εἶδος λειτουργικοῦ ἐγχειριδίου καί ἕνα βιβλίο μέ ὕμνους τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀκόμη μία παράδοση ἀποδίδει στόν Γρηγόριο τή συγγραφή τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων. Σώζεται, ἐπίσης, μεγάλος ἀριθμός Ἐπιστολῶν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, στίς ὁποῖες παρουσιάζεται τόσο ἡ εὐλάβεια καί τό ἦθος τοῦ ἀνδρός ὅσο καί ἀκαταπόνητη ἐπισκοπική δραστηριότητά του.

Στό ὅλο γραπτό ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου δύο εἶναι τά σημεῖα πού παρουσιάζουν σημαντικές θεολογικές ἀδυναμίες. Κατ' ἀρχήν στό ἔργο Διάλογοι ἀναπτύσσει τήν περί καθαρτηρίου πυρός δοξασία. Σύμφωνα μέ αὐτήν μετά θάνατον οἱ ψυχές πού βαρύνονται μέ συγγνωστά ἁμαρτήματα ἤ μέ ἐπιτίμια πού δέν ἐπρόφθασαν νά ἐκτελέσουν ὅσο βρίσκονταν ἐν σώματι ὑφίστανται μιά δοκιμασία πρόσκαιρων ποινῶν ὑπό τύπον ἠθικῆς καθάρσεως καί συγχωρήσεως. Ἡ δοξασία αὐτή ἀπορρίπτεται ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Βέβαια ὡς πρός τό θέμα αὐτό πρέπει νά ἔχουμε ὑπ' ὄψη μας τά ἑξῆς:

α) Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος παρουσιάζει τίς ἀντιλήψεις αὐτές ὄχι μέσα στά πλαίσια μιᾶς θεολογικῆς πραγματείας, ἀλλά μέσα σέ ἕνα πολύ ἐκλαϊκευμένο βιβλίο ἐντυπωσιακῶν διηγήσεων, θαυμάτων καί ὁραμάτων. Σέ τέτοιου εἴδους κείμενα δέν μποροῦμε νά ἀναζητοῦμε αὐστηρή θεολογική ἀκρίβεια.

β) Ἡ δοξασία γιά τό καθαρτήριο πῦρ ἔχει ἐρείσματα στή λατινική χριστιανική γραμματεία πού προηγήθηκε τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Σχετικές ἀναφορές ὑπάρχουν στίς Πράξεις τῶν Ἁγίων Περπέτουας καί Φιλικητάτης, στόν Τερτυλλιανό, στόν Ἅγιο Κυπριανό Καρθαγένης, καί στόν ἱερό Αὐγουστῖνο. Μπορεῖ βέβαια οἱ ἀναφορές αὐτές νά μήν εἶναι διεξοδικές, εἶναι ὅμως πολύ πιθανό ὅτι πάνω σέ αὐτές ἐστηρίχθηκε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος.

Ἕνα δεύτερο προβληματικό σημεῖο στό γραπτό ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι ἡ ἐκ μέρους του ὑποστήριξη τῆς ἐσφαλμένης ἀντιλήψςως ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης δικαιοῦται στήν Οἰκουμενική Ἐκκλησία ὄχι ἁπλῶς πρωτεῖο τιμῆς, ἀλλά πρωτεῖο ἐξουσίας, ἀφοῦ κατέχει τό θρόνο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος -κατά τήν ἄποψη αὐτή- ἦταν ἡ κορυφή τῶν Ἀποστόλων καί στόν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός τή φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας Του. Σύμφωνα μέ τή θεωρία αὐτή ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐξακολουθεῖ νά ζεῖ στά πρόσωπα τῶν διαδόχων του, δηλαδή τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ρώμης, καί νά ἀσκεῖ τή δικαιοδοσία του σέ ὅλη τήν ἀνά τήν οἰκουμένη Ἐκκλησία. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιά ἀπόδοση στόν Ἀπόστολο Πέτρο ἑνός ἱστορικά καί θεολογικά ἀνυπόστατου ρόλου, ἀλλά καί γιά μιά ἐκκλησιολογικά ἀδικαιολόγητη παραδοχή τοῦ Πάπα Ρώμης ὡς ἐνσαρκωτή καί συνεχιστή τοῦ ρόλου αὐτοῦ διά μέσου τῶν αἰώνων.

Ἡ ἄποψη περί τοῦ πρωτείου ἐξουσίας τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης δέν ἀποτελεῖ ἐπινόηση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Τήν ἐκληρονόμησε ἀπό προγενέστερούς του καί συγκεκριμένα ἀπό τούς Πάπες Γελάσιο Α΄ (492-496), Λέοντα Α΄ (440-461) καί Ὁρμίσδα (514-523). Αἰῶνες μετά ἀπό τόν Ἅγιο Γρηγόριο ἡ θεωρία αὐτή ἐξελίχθηκε σέ μείζονα θεολογική καί ἐκκλησιαστική παρέκκλιση.

Πρέπει νά σημειώσουμε, ὅτι μετά τήν ἄνοδό του στόν παπικό θρόνο ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀπέστειλε πρός τούς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς τήν καθιερωμένη ὁμολογία πίστεως, ἀναγράφοντας τή σειρά τῶν Πατριαρχείων, ὅπως αὐτή καθορίσθηκε μέ βάση τά πρεσβεῖα τιμῆς. Δηλαδή, ἔθεσε πρῶτα τό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί κατόπιν τούς θρόνους Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων. Αὐτό δηλώνει ὅτι ἐδέχετο τά πρεσβεῖα τιμῆς πού ἀποδόθηκαν στήν Κωνσταντινούπολη.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἦταν ἄνθρωπος ταπεινοῦ φρονήματος. Παρά τό γεγονός ὅτι ἀποδεχόταν χωρίς κριτική ἐξέταση τή θεωρία περί τοῦ παπικοῦ πρωτείου, ὁ ἴδιος ἀρνιόταν κατηγορηματικά γιά τόν ἑαυτό του τόν τίτλο τοῦ «οἰκουμενικοῦ πάπα », τόν ὁποῖο τοῦ πρότεινε ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Εὐλόγιος (579/80-607 μ.Χ.), καί μέ εἰλικρίνεια προτιμοῦσε τόν τίτλο «δοῦλος τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ» . Ἐτόνιζε μάλιστα ἐμφαντικά -καί ἐν πολλοῖς τό ἀπεδείκνυε στήν πράξη- ὅτι ἐσεβόταν τά δικαιώματα καί τήν ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία τῶν ἄλλων Ἐπισκόπων.

 

????????? ???????? ???????, ????????, ???? ???????

 

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐκοιμήθηκε ἀπό ἀρθριτική νόσο, τό ἔτος 604 μ.Χ. καί ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του στίς 12 Μαρτίου.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὄντας μουσικολογιώτατος καί βαθύς γνώστης τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς, μᾶς διέσωσε τό τετράτονο μουσικό σύστημα τοῦ ἱερού Ἀμβροσίου, προσθέτοντας σέ αὐτό τούς τέσσερεις πλάγιους ἤχους. Ἡ προσφορά του εἶναι μεγάλη, γιατί μέ τόν τρόπο αὐτό ἐπλούτισε τήν ψαλμωδία. Εἰσήγαγε, ἐπίσης, πολλούς ἱερούς ὕμνους στή Θεία Λειτουργία καί θεωρεῖται πατέρας τῆς Θείας Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων Δώρων. Ἐκεῖνο ὅμως πού τόν ἔκανε πιό γνωστό εἶναι ἡ φροντίδα καί ἡ ἐπιμονή του γιά τή διάδοση τῆς ἱερᾶς μουσικῆς μας. Γιά τό σκοπό αὐτό ἵδρυσε μουσικές σχολές στή Ρώμη, Γαλλία καί Γερμανία, ὅπου γιά πολλά χρόνια εἶχε ἐπικρατήσει τό λεγόμενο Γρηγοριανό ἄσμα. Ὁ Ἅγιος οὐδέποτε ἐπέτρεψε τή χρήση μουσικῶν ὀργάνων. Ἀντίθετα συνιστοῦσε στούς ψάλτες νά καταρτίζουν μεγάλους μουσικούς χορούς ἀπό παιδιά καί νά ψάλλουν τά ἱερά ἄσματα μέ ἱεροπρέπεια καί μελωδικότητα.

 

ΧΕΡΟΥΒΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ

Νῦν αἱ Δυνάμεις [640 kB ]

ΑΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

????????? ???????? ?????????????Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος ἐγεννήθηκε στή Δαμασκό της Συρίας περί τό ἔτος 580 μ.Χ. καί ἦταν υἱός εὐσεβῶν καί ἐνάρετων γονέων, τοῦ Πλινθᾶ καί τῆς Μυροῦς. Λόγῳ τῆς καταγωγῆς του ἀποκαλεῖται καί Δαμασκηνός. Κατά τή νεαρά του ἡλικία ἐπισκέφθηκε τούς Ἁγίους Τόπους καί ἐκάρη μοναχός στή μονή τοῦ ἀββᾶ Θεοδοσίου, ὅπου συνδέθηκε πνευματικά μέ τόν ἐκεῖ ἀσκούμενο Ἰωάννη τόν Μόσχο 85, ἀπό τόν ὁποῖο ἐδιδάχθηκε πολλά. Μέ τή συνοδεία αὐτοῦ ἐπισκέφθηκε τήν Αἴγυπτο, ὅπου συνδέθηκε μέ τόν κύκλο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, καί τή Ρώμη. Τότε ἀπέθανε καί ὁ Ἰωάννης ὁ Μόσχος (620 μ.Χ.). Ὁ Σωφρόνιος μετακόμισε τό λείψανο αὐτοῦ στά Ἱεροσόλυμα καί ἀφοῦ τό ἐνταφίασε στή μονή τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου, ἐπανέκαμψε στήν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ προσβλήθηκε τότε ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν. Ἐπισκέφθηκε τότε τό ναό τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κύρου καί Ἰωάννου στό Ἀμπουκίρ καί ἐθεραπεύθηκε. Τό θαῦμα αὐτό περιέλαβε σέ ἐγκώμιό του πρός τούς Ἁγίους αὐτούς.

Στή συνέχεια ἐπισκέφθηκε τήν Κωνσταντινούπολη μέ τήν ἐλπίδα νά προσεταιρισθεῖ τόν Πατριάρχη Σέργιο Α΄ (610-638 μ.Χ.) στίς θέσεις του κατά τῶν Μονοφυσιτῶν καί νά ἐκφράσει τίς διαφωνίες του κατά τοῦ ἑνωτικοῦ σχεδίου, τό ὁποῖο ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Κῦρος ὁ ἀπό Φάσιδος (630-643 μ.Χ.) ἑτοίμαζε, γιά νά σιγάσει τή διαμάχη μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Μονοφυσιτῶν. Ἀλλά ἀπέτυχε καί ἀπογοητευμένος ἐπανῆλθε στά Ἱεροσόλυμα.

Ὅταν ἀπέθανε ὁ Ἅγιος Μόδεστος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων († 16 Δεκεμβρίου), ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, γιά τήν ὑπερβάλλουσα ἀρετή του, ἀνῆλθε, τό ἔτος 634 μ.Χ. στόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας. Ἡ κατάσταση ἦταν θλιβερή. Ἐσωτερικά ἡ Ὀρθοδοξία ὑπέφερε ἀπό τήν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ. Ἐξωτερικά οἱ Ἄραβες περιέσφιγγαν τήν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων. Ἤδη κατεῖχαν τή Βηθλεέμ καί ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος μή δυνάμενος, κατά τό Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 634 μ.Χ., νά μεταβεῖ ἐκεῖ, γιά νά ἑορτάσει τή Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου, θρηνεῖ. Γιά τήν ἀποκατάσταση κάποιας ἠρεμίας στό ποίμνιό του, συγκαλεῖ Σύνοδο καί καταδικάζει τό Μονοφυσιτισμό. Γιά τήν ἀπόκρουση τῶν Ἀράβων ὀργανώνει τήν ἄμυνα τῆς πόλεως. Τό ἔτος 637 μ.Χ. ἀναγκάζεται νά παραδώσει τήν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων στό χαλίφη Ὀμάρ.

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἑπόμενο ἔτος 638 μ.Χ. καί ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του στίς 11 Μαρτίου.

Τό συγγραφικό του ἔργο εἶναι σαφῶς καί καθαρά ποιητικό. Διακρίθηκε κυρίως στή συγγραφή ἰδιομέλων καί τοῦ βίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος καί Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Θεωρεῖται ἀξιόλογος ὑμνογράφος καί μουσικός. Ἀνάμεσα στά ἔργα του ἄξια ἰδιαίτερης προσοχῆς εἶναι τά Τροπάρια τῶν Μεγάλων Ὡρῶν τῶν Χριστουγέννων, τῶν Θεοφανείων, τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅλα σέ ἦχο πλ. δ'. Στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Σωφρονίου σώζεται στή βιβλιοθήκη τοῦ Ἁγιοταφιτικοῦ Μετοχίου Κωνσταντινουπόλεως καί ἕνα μουσικό ἀργό Στιχηράριο πού τό ἐξήγησε στή νέα μέθοδο, ὁ Γρηγόριος ὁ Πρωτοψάλτης, ἕνας ἀπό τούς τρεῖς διδασκάλους τῆς νέας μουσικῆς μεθόδου, ὅπως ἀναφέρεται ἀναλυτικά κατωτέρω.

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΡΑΚΟΥΣΩΝ

Ὁ Γεώργιος, Ἐπίσκοπος Συρακουσῶν, φονευθείς κατά μία ἐπιδρομή Σαρακηνῶν τό 669 μ.Χ., κατά σημείωσιν παλαιοῦ καταλόγου, ἔγραψε τροπάρια στήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ καί τά Θεοφάνεια. Εἶναι εὔλογο ὅτι ὑπῆρχαν περισσότερα τροπάριά του σέ χρήση τὴς Σικελικῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα ἐχάθησαν. Ἀσφαλῶς ὅμως δέν ἀνήκει σέ αὐτόν ὁ κανόνας εἰς τά Θεοφάνεια, ὁ ὁποῖος φέρει ἀκοστιχίδα εἰς τά Θεοτοκία ΓΕΩΡΓΙΟΥ, γιά τόν προφανῆ λόγο ὅτι κατά τόν χρόνο τῆς ζωῆς αὐτοῦ τό εἶδος τῶν κανόνων δέν εἶχε διαμορφωθεῖ ὁριστικά.

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΙΚΕΛΙΩΤΗΣ

Ὁ Γεώργιος, πού ἀποκαλεῖται στό Μηναῖο «Σικελιώτης» καί ὑπό τοῦ Λέοντος τοῦ Ἀλλατίου «Σικελός», ἔζησε περί τά τέλη τοῦ Η΄ αἰῶνος μ.Χ. Ἐποίησε ἀνακρεόντειους στίχους, ὡς καί πολλά στιχηρά, μεταξύ τῶν ὁποίων τό «Εὐφραίνου ἐν Κυρίῳ πόλις Θεσσαλονίκη» στόν Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο.

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΣΥΡΑΚΟΥΣΙΟΣ

Διεσώθησαν ὑπολείμματα τριῶν κοντακίων στούς Ἁγίους Μαρκιανό, Εὐαγγελιστή Λουκᾶ καί Νικήτα τόν Γότθο, τά ὁποῖα πλήν τοῦ προοιμίου περιλαμβάνουν καί τούς τρεῖς πρῶτους οἴκους, φέροντας τήν ἀκροστιχίδα ΓΡΗ, προφανῶς ἀπό τούς πρώτους χαρακτῆρες τοῦ ὀνόματος Γρηγόριος. Ὁ Pitra συνάγει εὐλόγως ὅτι πρόκειται περί Σικελοῦ συνθέτου, τόν ὁποῖο θά ἦταν διατεθειμένος νά ταυτίσει μέ τόν Γρηγόριο, Ἀρχιεπίσκοπο Συρακουσῶν, πού ἤκμασε κατά τόν Ζ΄ αἰώνα μ.Χ. Ὁ καθηγητής Π. Χρήστου δέν συμφωνεῖ μέ τήν ἄποψη αὐτή, διότι τά κοντάκια αὐτά εἶναι σύντομα, ἀποτελούμενα προφανῶς ἀπό τόσους οἴκους ὅσα εἶναι τά γράμματα τῆς ὀνοματικῆς ἀκροστιχίδος ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, ὡς συνηθιζόταν κατά τόν Θ΄ αἰώνα μ.Χ. Ἄν τώρα ὁ Γρηγόριος αὐτός ταυτίζεται μέ τόν Ἀσβεστᾶ, Ἀρχιεπίσκοπο Συρακουσῶν κατά τά μέσα τοῦ Θ΄ αἰῶνος μ.Χ., πού ζοῦσε στήν Κωνσταντινούπολη, δέν ὑπάρχει κανένα στοιχεῖο, γιά νά τό ἐπιβεβαιώσουμε ἤ νά τό ἀρνηθοῦμε. Δύναται νά εἶναι οἱοσδήποτε Γρηγόριος πού ἐζοῦσε στή Σικελία.

 

ΣΕΡΓΙΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Ὁ Σέργιος, συριακῆς καί ἰακωβιτικῆς καταγωγῆς, διάκονος καί διευθυντής γηροκομείου ἐπί τοῦ Βοσπόρου, ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως θανόντος τοῦ Πατριάρχου Θωμᾶ (Μάρτιος 610 μ.Χ.). Ἡ δραστηριότητά του ὑπῆρξε μᾶλλον πολιτικῆς παρά ἐκκλησιαστικῆς τάξεως. Ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος, πολεμώντας κατά τῶν Περσῶν, προσπαθοῦσε νά συσπειρώσει, στηριζόμενος στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὅλους τούς Χριστιανούς τῆς Ἀνατολῆς, γιά νά αὐξήσει τήν ἰσχύ τῆς αὐτοκρατορίας. Ἀπό τή Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος (451 μ.Χ.), αὐτοί εὑρίσκονταν συνεχῶς σέ διχοστασίες ἐπί τοῦ θέματος τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἔριδα δέ αὐτή εἶχε καταλήξει στή συγκρότηση μονοφυσιτικῆς Ἐκκλησίας ἰσχυρῆς σέ Συρία καί Αἴγυπτο.

Νόμισμα μέ τή μορφή του α ὐτοκράτορος Ἡρακλείου.

 

Ὁ Σέργιος ἠθέλησε νά βοηθήσει τόν αὐτοκράτορα στό νά τεθεῖ τέρμα στή διαίρεση αὐτή, φέροντας τούς πάντες στήν πίστη μιᾶς μόνης ἐνεργείας, μιᾶς μόνης θελήσεως στόν Χριστό. Ἐπίστευσε ἀσφαλῶς ὅτι μποροῦσε νά τό πράξει μέ τήν ἱκανότητά του καί ἐπεχείρησε σειρά διαβημάτων γιά τήν κατίσχυση τῆς διδασκαλίας αὐτῆς. Βάση τῆς διαδόσεώς του ὑπῆρξε ἡ λεγόμενη ἐπιστολή τοῦ Μηνᾶ, ἴσως συνταχθεῖσα ὑπό τοῦ ἰδίου, πάντως δέ νόθο κείμενο ἀποδιδόμενο στόν Πατριάρχη Μηνᾶ (536552 μ.Χ.) καί φερόμενο ὡς ἀπευθυνόμενο ἀπό αὐτόν πρός τόν Πάπα Ρώμης Βιργίλιο 86.

M ποροῦμε νά παρακολουθήσουμε τήν ἐκτύλιξη τῆς διαδοτικῆς αὐτῆς προσπάθειας. Πρίν τό ἔτος 619 μ.Χ. ὁ Πατριάρχης Σέργιος εὑρίσκεται σέ σχέσεις μέ τόν Σέργιο, μονοφυσίτη Ἐπίκσοπο Ἀρσινόης (Αἴγυπτος) καί, δι' αὐτοῦ, μέ τόν Θεόδωρο, μονοφυσίτη Ἐπίκσοπο Φαράν (Σινᾶ). Τό 633 μ.Χ., διευθύνει αὐτοπροσώπως τίς διαπραγματεύσεις, οἱ ὁποῖες καταλήγουν, στήν Θεοδοσιούπολη, στήν ἕνωση τῆς ἀρμενικῆς μέ τή βυζαντινή Ἐκκλησία. Τέλος, στίς 3 Ἰουνίου 633 μ.Χ., οἱ θεοδοσιανοί τῆς Ἀλεξάνδρειας δέχονται σέ κοινωνία τόν Κῦρο μέ τά ἐννέα ἄρθρα μιᾶς ἑνώσεως ἤδη ὅλης μονοθελητικῆς.

Ὁ θρίαμβος τῆς πλάνης φαίνεται ἔτσι ἐξασφαλισμένος. Ἐν τούτοις, ἡ ἀντίδραση εἶναι σθεναρά. Τό 633 μ.Χ., ὁ Σωφρόνιος, μοναχός τῶν Ἱεροσολύμων, ὁ ὁποῖος μετά ἀπό λίγο θά γίνει Πατριάρχης τῆς πόλεως αὐτῆς, ἔρχεται στή Βασιλεύουσα καί προσπαθεῖ νά ἐπαναφέρει τόν Σέργιο στήν Ὀρθοδοξία. Δέν ἐπιτυγχάνει παρά μόνο ἀόριστες ὑποσχέσεις. Ἀφοῦ ἔλαβε γνώση τῆς ἔριδος, ὁ Πάπας Ρώμης Ὀνώριος, ὁ ὁποῖος δέν κατανοεῖ τή σπουδαιότητά της, ζητεῖ νά σιωπήσουν καί τά δύο μέρη. Τό 634 μ.Χ., ὁ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος δημοσιεύει ἀντιμονοθελητική διακήρυξη. Ὁ Πατριάρχης Σέργιος, τό 636 μ.Χ., συντάσει μυστικά τήν Ἔκθεση, ἡ ὁποία θά δημοσιευθεῖ ὑπό τό ὄνομα τοῦ Ἡρακλείου, ὡς ἐπίσημη διδιασκαλία, τό φθινόπωρο τοῦ 638 μ.Χ. Πρίν ἀποθάνει, ἐπιτυγχάνει τήν ἔγκριση τοῦ ἔργου του ὑπό Συνόδου αὐλικῶν Ἐπισκόπων. Ὁ διάδοχός τοῦ Πύρρος κάνει τό ἴδιο σέ νέα Σύνοδο. Παρ' ὅλα αὐτά, ὁ Ὀνώριος, καλύτερα πληροφορημένος τώρα, καταδικάζει τήν Ἔκθεση πρίν ἀποθάνει στίς 12 Ὀκτωβρίου τοῦ 638 μ.Χ. Ὁ ἀγώνας θά συνεχισθεῖ καί δέν θά λήξει παρά μόνο μέ τήν καταδίκη τοῦ μονοθελητισμοῦ ἀπό τήν ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (680-681 μ.Χ.).

Παρ' ὅλα αὐτά δέν μποροῦμε νά μήν ἀναφέρουμε γιά τό ὑμνογραφικό ἔργο τοῦ Πατριάρχου Σεργίου. Τό ἐνδιαφέρον τοῦ Πατριάρχου Σεργίου γιά τή λειτουργική ζωή, σέ συνδυασμό μάλιστα μέ τό πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, μαρτυρεῖται ἀπό τήν πράξη του νά καθιερώσει τόν ἑορτασμό τῆς καταθέσεως τῆς Τιμίας Ἐσθῆτος στίς Βλαχέρνες κατά τό 620 μ.Χ. (2 Ἰουλίου). Γιά δέ τήν ὑμνογραφία τό ἐνδιαφέρον του μαρτυρεῖται ἀπό τήν παρ' αὐτοῦ εἰσαγωγή στή Θεία Λειτουργία τοῦ κοινωνικοῦ ὕμνου «Πληρωθήτω τό στόμα ἡμῶν αἰνέσεως, Κύριε»87 , ὡς καί τοῦ χερουβικοῦ ὕμνου τῆς Μεγάλης Πέμπτης «Τοῦ δείπνου Σου τοῦ μυστικοῦ» καί τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων «Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν» 88. Τό γεγονός ὅτι τό Πασχάλιον Χρονικόν συντάχθηκε ἐντός τῶν κύκλων τοῦ Πατριάρχου αὐτοῦ εἶναι ἐνδεικτικό αὐτῶν τῶν ἐνδιαφερόντων.

Τό εὐλογώτερο τῶν πραγμάτων θά ἦταν νά δεχθοῦμε ὅτι τιύς ὡς ἄνω ὕμνους συνέταξε αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Σέργιος, εἶναι δέ εὔκολο νά κατανοήσουμε τό λόγο γιά τόν ὁποῖο αὐτοί παραδίδονται ἀνώνυμα. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι γενικά οἱ ἐντός τῆς Λειτουργίας ὑφιστάμενοι ὕμνοι εἶναι ἀνώνυμοι ὡς κτῆμα ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλος ὅμως εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἄλλα ἐκτενέστερα ποιήματα αὐτοῦ (τοῦ Σεργίου), καί μάλιστα ὑπό τήν μορφή ὕμνων (κοντακίων), παραδίδονται ἐπίσης ἀνώνυμα. Στήν περίπτωση αὐτή ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν θέλησε νά φέρεται τό ὄνομα τοῦ μονοθελήτου αὐτοῦ Πατριάρχου σέ ὕμνους χρησιμοποιούμενους στή λατρεία, ἄν καί δέν ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀποβάλει αὐτούς, ἐφ' ὅσον εἶχαν καθιερωθεῖ καί τό ὄνομα τοῦ συνθέτου αὐτῶν, τοῦ Σεργίου, σιγάσιγά ξεχνιόταν. Ὅπως ἡ Ἐκκλησία ἀνέχθηκε τήν ἀσκητική γραμματεία τοῦ ἄκρου ὠριγενιστικοῦ καί κατακρίτου ἀπό τήν Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, καί ἄλλων Τοπικῶν Συνόδων προηγουμένως, τοῦ Εὐαγρίου ὑπό ἄλλο ὄνομα, ἔτσι ἀνέχθηκε καί τήν ὑμνογραφία τοῦ Σεργίου ἀνώνυμα.

Ὁ Πατριάρχης Σέργιος, δόκιμος ποιητής, συνέθεσε τόν Ἀκάθιστο Ὕμνο ἀμέσως μετά τήν ἀναχώρηση τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου γιά τή νικηφόρο ἐκστρατεία κατά τῶν Περσῶν, στίς 25 Μαρτίου 62 4 μ.Χ., ὅταν καί πιθανῶς ἐθεσπίσθηκε ἐπίσημα ὁ ἑορτασμός τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Κατά τήν ἑπομένη τῆς ἀποκρούσεως τῶν βαρβάρων ἀπό τόλαό τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στίς 8 Αὐγούστου 626 μ.Χ., ὁ ὕμνος ἐψάλη ἐκτάκτως ὡς εὐχαριστία πρός τήν Θεοτόκο, τότε δέ ἐψάλη καί τό μέ τήν εὐκαιρία αὐτή συνταχθέν δεύτερο προοίμιο «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τά νικητήρια», τό ὁποῖο ἀπό τότε παρέμεινε ἀδιαχώριστο καί ἐν μέρει ὑποκατέστησε τό ἀρχικό προοίμιο89 .

 

πως συμβαίνει συνήθως μέ τά χειρόγραφα τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου, κοσμεῖται μέ ἕνα μεγάλο ἐπίτιτλο στήν ἀρχή (φ. 1α) καί μέ τά 24 γράμματα τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου, ὡς ἀρχικά ἐπικεφαλῆς τῶν ἰσάριθμων Oἴκων (Xαιρετισμῶν) τῆς Θεοτόκου. Ἐπίτιτλο καί ἀρχικά φέρουν πλούσια διακόσμηση, πού ἀποτελείται κυρίως ἀπό φυτικά σχήματα, τά ὁποῖα συνδυάζονται συχνά μέ πουλιά καί δράκοντες. Tό κείμενο τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἀκαθίστου, ἐκτός τῶν φφ. 42β - 44α, ἀποδίδεται σέ ὅλες τίς ἄλλες σελίδες μέσα σέ ὀρθογώνια χρυσά πλαίσια μέ ἐξαιρετικά ἐπιμελημένη γραφή καί ἐρυθρές ἐπικεφαλίδες. Ἡ στάχωση εἶναι ἀπό ἐρυθρό δέρμα μέ ἐπίχρυσα φυτικά κοσμήματα. Kατάσταση χειρογράφου καλή, (Μονή Ἰβήρων, Κώδικας 1626, ἔτος 1645, χάρτης 28, 5 x 20 ,5 ἑκ., φφ. 45).

 

- Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τά νικητήρια...          [  1΄ 50΄΄]

Αὐτόμελο Κοντάκιο, ἀργοσύντομο μέλος σέ ἦχο πλ. δ΄.  Ψάλλει ὁ ἀείμνηστος Ἄρχων Πρωτοψάλτης τῆς Μ.τ.Χ.Ε. Βασίλειος Νικολαΐδης.

 

- Νέαν ἔδειξε κτίσιν... Ξένον τόκον ἰδόντες...          [  3΄ 38΄΄]

Ἐκφωνήσεις ὑπό τοῦ μακαριστοῦ Οἰκουμενικοῦ. Πατριάρχου κυροῦ Δημητρίου Α΄. Τά Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε... Ἀλληλούια... ἀποδίδει ὁ ἀείμνηστος Ἄρχων Πρωτ. τῆς Μ.τ.Χ.Ε. Βασίλειος Νικολαΐδης.

ΑΝΩΝΥΜΟΙ ΥΜΝΟΙ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΣΕΡΓΙΟΥ

Ὕμνος εἰς τήν μετάστασιν τῆς Θεοτόκου. Αὐτός ὁ ὕμνος ἔχει συντεθεῖ κατά τά μέτρα τοῦ Ἀκάθιστου μέ ἀλφαβητική, ὡς εἶναι καί ἐκείνου, ἀκροστιχίδα. Ὁ Pitra ἀποδίδει αὐτόν στόν Πατριάρχη Σέργιο.

Ὕμνος εἰς τήν κοίμησιν τῆς Θεοτόκου . Εἶναι ἕνας ἀκόμη ἀνώνυμος ὕμνος μέ ἀκροστιχίδα ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ. Πρόκειται περί ἀξιόλογου ποιήματος μέ ἰδιόμελο προοίμιο καί εἱρμό. Πρέπει βέβαια νά ἐγράφη μετά τήν ἐπίσημη θέσπιση τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος Μαυρικίου, περί τό 600 μ.Χ.

Ὕμνος εἰς τήν Σύναξιν τῆς Θεοτόκου. Ὁ μόνος κώδικας διά τοῦ ὁποίου σώζεται ὁ ὕμνος αὐτός τοποθετεῖ αὐτόν στήν ἑορτή τῆς Συνάξεως τῆς Θεοτόκου, στίς 26 Δεκεμβρίου, ἀλλά σήμερα δέν διατηρεῖται ἀπόσπασμα αὐτοῦ στά λειτουργικά βιβλία, ἴσως διότι ἡ ἑορτή αὐτή εἶχε ὑποβαθμισθεῖ μετά τή θέσπιση τῶν μεγάλων ἑορτῶν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί τῆς Κοιμήσεως.

Ὕμνος εἰς τήν Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Φέρει ἀκροστιχίδα δηλοῦσα τόν τίτλο αὐτοῦ, Ο ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ. Τό προοίμιο αὐτοῦ «Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ σταυρῷ ἑκουσίως» φερόμενο ὡς ἰδιόμελο, στήν πραγματικότητα εἶναι προσόμοιο τοῦ προοιμίου α΄ τοῦ ὕμνου τοῦ Ρωμανοῦ 47 στίς Δέκα Παρθένες, ἀλλ' ἐπειδή τό προοίμιο τοῦ παρόντος ὕμνου κατέστη ἐπισημότερο, ἐθεωρήθηκε αὐτό πρωτότυπο.

Ὕμνος εἰς τά Ἐγκαίνια . Τό ποίημα αὐτό, φερόμενο μέ ἀκροστιχίδα ΤΩΝ ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ Ο ΥΜΝΟΣ καί ἔχοντας προοίμιο καί εἱρμό ἰδιόμελα, πραγματεύεται τό θέμα τῶν ἐγκαινίων μέ τίς τυπολογικές του διαστάσεις πρός τήν Ἐνανθρώπηση.

Ὕμνος εἰς τήν Μεταμόρφωσιν . Ὁ ὕμνος αὐτός ἔχει ἀκροστιχίδα ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΝ καί εἶναι ἐνταγμένος στήν ἑορτή τῆς 6ης Αὐγούστου, ὅπου ἀπαντᾶται καί σήμερα τό ἰδιόμελο προοίμιο «Ἐπί τοῦ ὄρους μετεμορφώθης» . Ποιητής τοῦ ὕμνου εναι πιθανῶς ὁ Πατριάρχης Σέργιος, ὁ ὁποῖος πρέπει νά συνέταξε τόν ὕμνο ἕνα ἔτος πρό τῆς κοιμήσεώς του, τό 637 μ.Χ.

Ὕμνος εἰς τούς Πατέρας . Ὁ λαμπρός αὐτός ὕμνος, πού φέρει ἀκοστιχίδα ΕΙΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ, ἦταν ἐνταγμένος στήν Ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων τῆς Νίκαιας, τῆς πρό τῆς Πεντηκοστῆς, ἄν καί ἀναφέρεται σέ ὅλες τίς πέντε προηγηθεῖσες Οἰκουμενικές Συνόδους. Τό μέχρι καί σήμερα ψαλλόμενο προοίμιο «Τῶν Ἀποστόλων τό κήρυγμα καί τῶν Πατέρων τά δόγματα» εἶναι ἰδιόμελο, εἱρμός δέ τῶν οἴκων αὐτοῦ εἶναι «τόν πρό ἡλίου ἥλιον» τοῦ ὕμνου τοῦ Ρωμανοῦ στήν Ἀνάσταση. Μᾶλλον καί ὁ ὕμνος αὐτός ἐγράφη ὑπό τοῦ Πατριάρχου Σεργίου περί τό 637 μ.Χ.

 

ΕΠΩΝΥΜΟΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΣΕΡΓΙΟΥ

ΗΛΙΑΣ

Ὁ ὑμνογράφος Ἠλίας συνέταξε δύο γνωστούς ὕμνους, διατηρούμενους μόνο σέ ἰταλικά κονδακάρια, ἤτοι πρῶτο τόν Εἰς τούς Ἁγίους Σέργιον καί Βάκχον μέ ἀκροστιχίδα ΗΛΙΟΥ καί δεύτερο τόν Εἰς τόν Προφήτην Δανιήλ , τοῦ ὁποίου τό ἐκ δύο οἴκων ἀπόσπασμα σχηματίζει τήν ἀκροστιχίδα ΗΛ. Ὁ Pitra φρονεῖ ὅτι ποιητής εἶναι ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, εἴτε ὁ Α΄ (495-518 μ.Χ.), εἴτε ὁ Β΄ (770-797 μ.Χ.). Ὑπάρχει βέβαια καί ποιητής κανόνων μέ τό ὄνομα Ἠλίας, ἄν δέ αὐτός εἶναι ὁ ἴδιος μέ τόν ποιητή τῶν ὕμνων, τότε πρόκειται περί τοῦ Πατριάρχου Ἠλία Β΄, ὅταν καλλιεργοῦνταν καί τά δύο εἴδη ταυτόχρονα.

 

ΚΟΣΜΑΣ

Ὁ ὑμνογράφος Κοσμᾶς συνέγραψε ὕμνο Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου , μέ προοίμιο ἰδιόμελο καί εἱρμό τόν τοῦ «Τράνωσον» , ὁ ὁποῖος πιθανῶς ἐποιήθη ὐπό Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ. Στόν ὕμνο φέρεται ἀκροστιχίδα ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ ΚΟΣΜΑ ΥΜΝΟΣ. Ἐπικρατοῦσε παλαιότερα μία τάση νά ταυτισθεῖ ὁ ποιητής αὐτός μέ τόν Κοσμᾶ τόν Μελωδό, ἡ ὁποία ἐγκαταλείφθηκε λόγῳ τῆς διαπιστώσεως ὅτι ὁ Μελωδός δέν φέρεται νά ἔγραψε κοντάκια οὔτε σώζεται ἄλλο δεῖγμα τέτοιου εἴδους ἀπό τό χέρι του, καί ὅτι τό ὕφος τοῦ παρόντος ὕμνου εἶναι κατώτερο άπό τοῦ Μελωδοῦ. Τήν ἄποψη ὅμως αὐτή ἐπαναφέρει ὁ Θ. Δετοράκης, ὁ ὁποῖος ἄλλωστε θεωρεῖ τόν Κοσμᾶ τόν Μελωδό συντάκτη καί τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Ἀλλά ἡ ἄποψη αὐτή δέν γίνεται ἀποδεκτή λόγῳ τοῦ γεγονότος ὅτι γενικά οἱ Σαββαῒτες δέν ἐκαλλιέργησαν τό ποιητικό εἶδος τῶν κοντακίων καί λόγῳ τῆς ἔντονης παρουσίας στοιχείων τῆς Κωνσταντινουπολίτικης λατρείας τῆς Θεοτόκου σέ αὐτόν, τῆς λατρείας τῶν Βλαχερνῶν.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Ὁ ὑμνογράφος Γεώργιος εἶναι ὁ τρίτος ἐπώνυμος ποιητής τῆς σειρᾶς αὐτῆς, ἀλλά τό ὄνομα αὐτό φέρουν πουάριθμοι ποιητές. Ὑπό τό ὄνομα τοῦ Γεωργίου φέρονται δύο ὕμνοι, τῶν ὁποίων ὁ πρῶτος ἀφιερώνεται Εἰς τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου (+ 21 Νοεμβρίου), ὁ δέ δεύτερος Εἰς Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον . Ὁ πρῶτος ὕμνος ἐλαφρῶς κολοβομένος, ὅπως δεικνύεται ἀπό τήν ἀπομένουσα ἀκροστιχίδα ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΥΜΝ, ἔχει προοίμιο συντεθειμένο βάσει τοῦ προοιμίου τοῦ ἀνώνυμου ὕμνου στήν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ «Ὁ ὑψωθείς» , τό ὁποῖο ὅμως εἶναι κατά βάσιν εἰλημμένο ἀπό τό α΄ προοίμιο τοῦ ὕμνου 47 τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ μελωδοῦ στίς Δέκα Παρθένες, καί εἱρμό τοῦ ἰδίου ὕμνου στήν Ὕψωση καί ἀπωτέρως «τῇ Γαλιλαίᾳ» . Ὁ ἐκλεκτός γιά τίς παραστάσεις του ὕμνος αὐτός, συνδυάζοντας τό ἐγκωμιαστικό στοιχεῖο μέ τό τυπολογικό, ἐντυπωσιάζει τούς Χριστιανούς μέ τό προοίμιό του, πού ψάλλεται μέχρι σήμερα.

«Ὁ καθαρώτατος ναός τοῦ Σωτῆρος,
ἡ πολυτίμητος ἀμνάς καί Παρθένος,
τό ἱερόν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ,
σήμερον εἰσάγεται ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου,
τήν χάριν συνεισάγουσαν τήν ἐν Πνεύματι θείῳ,
ἥν ἀνυμνοῦσιν Ἄγγελοι Θεοῦ,
αὕτη ὐπάρχει σκηνή ἐπουράνιος».

Ὁ ὕμνος αὐτός πρέπει νά ἐγράφη μετά τή σύσταση τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία τοποθετεῖται ἀπό πολλούς περί τό 700 μ.Χ., ἀπό δέ τόν Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως αὐτή καλεῖται «ἀρτιύμνητος», τό ὁποῖο σημαίνει μᾶλλον ὅτι πρόσφατα ἑτοιμάσθηκαν ὕμνοι σέ αὐτήν.

Ὁ ὕμνος Εἰς Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον, πού φέρει ἀκροστιχίδα ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ καί ἔχει συντεθεῖ κατά παλαιότερα μέτρα, «τήν ὑπέρ ἡμῶν» καί «τά τῆς γῆς», ἀνήκει πιθανῶς στόν ἴδιο ὡς ἄνω Γεώργιο.

KONTAKIO
Ὁ καθαρώτατος ναός...

Ὑ πό Κωνσταντίνου Πρίγγου, Ἄ ρχοντος Πρωτοψάλτου τ ῆ ς Μ.τ.Χ.Ε., σέ ἦ χο δ΄.

Σελίδα [1]

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΣΙΔΗΣ

Ὁ Γεώργιος Πισίδης, καταγόμενος ἀπό τήν Ἀντιόχεια τῆς Πισισδίας, ὅθεν καί τό ἐπώνυμό του, ἐγκαταστάθηκε στήν Κωνσταντινούπολη στίς ἀρχές τοῦ Ζ΄ αἰῶνος μ.Χ. Ὄχι μόνο ἡ συγγραφική του δραστηριότητα, ἀλλά καί ἡ πολιτική καί ἡ ἐκκλησιαστική συνδέεται μέ τούς δύο κορυφαίους φορεῖς τῆς ἐξουσίας στό Βυζάντιο κατά τήν ἐποχή ἐκείνη, τόν αὐτοκράτορα Ἡράκλειο (610-641 μ.Χ.) καί τόν Πατριάρχη Σέργιο (610-638 μ.Χ.). Ἦταν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσφώνησε τόν Ἡράκλειο κατά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τήν Ἀφρική, τό 610 μ.Χ., ὅταν ἀνέτρεψε τόν σφετεριστή Φωκᾶ καί κατέλαβε τόν αὐτοκρατορικό θρόνο. Μετά δωδεκαετία, ὅταν ὁ αὐτοκράτορας κατά τήν προετοι-μασία τῆς πρώτης ἐκστρατείας κατά τῶν Περσῶν, εἰσῆλθε στό ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας γιά προσκύνημα μέ μελανά ὑποδήματα, δεῖγμα ἔσχατης ταπείνωσης, καί ἔπεσε πρηνής, ὁ Πισίδης, Χαρτοφύλακας καί Ἀρχιδιάκονος τῆς Ἁγίας Σοφίας, τοῦ εἶπε:

«Μελαμβαφές πέδιλον ἐνδύσας πόδα,
βάψαις ἐρυθρόν περσικῶν ἐξ αἱμάτων» 90.

Ἀκολούθησε τόν αὐτοκράτορα στήν πρώτη αὐτή ἐκστρα-τεία κατά τῶν Περσῶν ὡς σύμβουλος καί συμπαραστάτης. Ἄν καί ἦταν ἄμεσος συνεργάτης τοῦ βασιλέως καί τοῦ Πατριάρχου Σεργίου, δέν τούς ἀκολούθησε στίς συμβιβαστικές τους κινήσεις μέ τούς μονοφυσίτες. Παρ' ὅλα αὐτά, ἀναφερόμενος ὁ Γεώργιος στήν ἵδρυση ἀξιόλογης βιβλιοθήκης ὑπό τοῦ Πατριάρ-χου Σεργίου τοῦ ἀφιέρωσε σχετικό ποίημα:

«Τοῦ Πατριάρχου Σεργίου τήν οὐσίαν
ἄθροισμα βιβλίων εἰρορᾶς θεογράφων» 91.

Τά θέματα τῶν συγγραφῶν του καί ἡ μέθοδος ἐπεξεργα-σίας τους δύνανται νά τόν τοποθετήσουν στήν κατηγορία τῶν ὐπερασπιστῶν τῆς Χριστιανικῆς πίστεως καί τῶν ἀπολογητῶν τῆς ἐποχῆς. Εἶναι δεξιοτέχνης στήν κατασκευή τῶν στίχων καί ὁ λόγος του ρέει φυσικός καί ἀκατάσχετος καί εὔληπτος. Ὁ Γρηγόριος Γραμματικός ὁ Κορίνθιος τόν θεωρεῖ ὡς τό πρότυπο τῶν ἰαμβογράφων καί ὁ Μιχαήλ Ψελλός διερωτᾶται:

«Τίς στιχίζει κρεῖτον;
Εὐριπίδης ἤ Πισίδης;» 92.

Σ' αὐτόν ἀποδίδουν ὁρισμένοι ἐρευνητές, λανθασμένα ὅμως, λόγῳ τῆς παρουσίας του στήν Βασιλεύουσα καί τῆς γνώσεως τῶν πραγμάτων κατά τήν πολιορκία, καί τό «Τῇ Ὑπερμάχῳ» , καθώς ἐπίσης καί τόν «Ἀκάθιστο Ὕμνο» τῆς Θεοτόκου, πού ἔγινε μέ ἀφορμή τή διάσωση τότε τῆς Πόλεως ἀπό τήν πολιορκία τῶν Ἀβάρων.

Ὁ Γεώργιος ἔγραψε πολλά ποιήματα καί πολλούς Κανόνες σέ διάφορους Ἁγίους. Ἀπό τά θρησκευτικά ποιήματα τοῦ Πισίδου πρῶτο ἔρχεται τό ὑπό τόν τίτλο Ἑξαήμερον Κοσμουργία, τό ὁποῖο εἶναι τό ἐκτενέστερο ὅλων. Ἀφιερώνεται στόν Πατριάρχη Σέργιο, τόν ὁποῖο μάλιστα παρουσιάζει προσευχόμενο ὑπέρ τοῦ αὐτοκράτορος, πού εἶχε πρόσφατα κατανικήσει ὁριστικά τούς Πέρσες.

Τό ποίημα Εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Ἀνάστασιν, ἀπό 129 στίχους, ἀφιερώνεται στόν υἱό καί συμβασιλέα τοῦ Ἡρακλείου Κωνσταντίνο, στόν ὁποῖο προτείνει τόν πατέρα ὡς πρότυπο πρός μίμησιν. Μέ ἄψογο τρόπο ὁ Γεώργιος παριστᾶ τή λαμπρότητα τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως, τό ὁποῖο χωρίζει τήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος σέ δύο, παλαιά καί νέα, καί τήν κτίση σέ δύο, παρελθοῦσα καί ἀνακαινισθεῖσα.

«Λευχειμονοῦσα νῦν παρῆλθεν ἡ κτίσις,
τό γάρ σκοτεινόν ἐκδιδύσκεται χρέως,
λευκήν δέ φωτός ἀμφιέννυται χάριν.
Εὐφραίνεται δέ πᾶσα τῶν ὄντων φύσις,
ἀνίσταται δέ τῶν πεσόντων ἡ βάσις..
καί γειτνιῶσι τοῖς ἄνω τά τῶν κάτω». 

 

ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΥΚΕΩΤΗΣ

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ἐγεννήθηκε στό χωριό Συκέα ἤ Συκεών τῆς Ἀναστασιοπόλεως93 , πρώτης πόλεως τῆς ἐπαρχίας Ἀγκυρανῶν, καί ἦταν υἱός τῆς πόρνης Μαρίας καί τοῦ Κοσμᾶ, ἀποκρισάριου τοῦ βασιλέως Ἰουστινιανοῦ. Ἡ ἐκ πορνείας γέννηση τοῦ Ὁσίου δέν ἐμπόδισε τόν Θεό νά τόν ἀναδείξει Ἀρχιερέα τιμιώτατο καί νά τόν πλουτίσει μέ παράδοξες θεοσημεῖες καί θαυματουργίες. Στό σχολεῖο προέκοπτε στή διδασκαλία καί σέ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἔδειξε κλίση στό μοναχικό βίο. Ὁταν ὁ Ἅγιος ἔγινε δωδεκαετής, μία νύκτα, ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος τόν ἐξύπνησε λέγοντας σέ αὐτόν: «Σήκω, Θεόδωρε, ἔφθασε ὁ ὄρθρος, πᾶμε νά προσευχηθοῦμε» . Ὁ Ὅσιος εἶχε τόση εὐλάβεια πρός τόν Ἅγιο Γεώργιο, ὥστε κάθε μεσημέρι, ὅταν ἔφευγε ἀπό τό σχολεῖο, ἀνέβαινε στό γειτονικό πετρῶδες ὄρος, ὅπου ἦταν τό προσκύνημα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Τόν ὁδηγοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος μέ τή μορφή ἑνός παλληκαριοῦ.

 

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

- Ὡς τῶν αἰχμαλώτων...          [  0΄ 41΄΄]

Ἀπολυτίκιο Ἁγίου Γεωργίου, σέ ἦχο δ΄. Ψάλλει ὁ Ἄρχων Δομέστικος τῆς Μ.τ.Χ.Ε. Δημοσθένης Παϊκόπουλος.

ΚΑΘΙΣΜΑ ΕΟΡΤΗΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

- Ἀ νέτειλεν ἰ δού...         [  1΄ 11΄΄]

Κάθισμα τοῦ Ὄρθρου, σέ ἦχο α΄. Ψάλλει ὁ Δημοσθένης Παϊκόπουλος.

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ἀκολούθησε τή μοναχική πολιτεία σέ νεαρή ἡλικία μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἐπισκόπου Ἀναστασιοπόλεως Θεοδοσίου. Λίγο ἀργότερα ἐχειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος. Ἀμέσως ἐπισκέφθηκε τούς Ἁγίους Τόπους καί ἔλαβε τό σχῆμα τοῦ μοναχοῦ στή μονή τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Χουζιβᾶ.

Στή συνέχεια ἐπέστρεψε στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του καί παρέμεινε μόνιμα στό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκεῖ οἰκοδομοῦσε τόν ἑαυτό του μέ νηστεῖες καί χαμοκοιτίες, μέ ἀγρυπνίες καί ψαλμωδίες, γι' αὐτό καί ἀπελάμβανε ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ ποταμό ἀπό περισσότερα χαρίσματα ἐναντίον τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων καί τῶν κάθε εἴδους ἀσθενειῶν.

Ἡ μητέρα του, ἔχοντας φρόνημα σαρκικό, ἐγκατέλειψε τόν υἱό της καί ἀφοῦ πῆρε ὅσο μέρος τῆς περιουσίας τῆς ἀναλογοῦσε, ἐνυμφεύθηκε τόν Δαυῒδ, ἄνδρα τῆς αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς τῆς Ἄγκυρας.

Ἡ ἀδελφή τῆς μητέρας του, ἡ Δεσποινία, ἡ μητέρα της Ἐλπιδία καί ἡ ἀδελφή τοῦ Ὁσίου, ἡ Βλάττα, δέν ἐδέχονταν νά ἀποχωρισθοῦν ἀπό αὐτόν. Ἀπεναντίας παρατηροῦσαν μέ προσοχή τήν ἐνάρετη ζωή του καί προσπαθοῦσαν νά τόν μιμηθοῦν ὅσο μποροῦσαν ἐξαγνίζοντας καί ἁγιάζοντας τόν ἑαυτό τους μέ σωφροσύνη καί καθαρότητα βίου, μέ ἐλεημοσύνες καί προσευχές.

Μετά τό θάνατο τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ἀναστασιοπόλεως Τιμοθέου, οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως, κληρικοί καί λαϊκοί, πῆγαν στήν Ἄγκυρα καί ἐζήτησαν ἀπό τόν Μητροπολίτη Ἀγκύρας Παῦλο νά ἀναδείξει Ἐπίσκοπο τῆς πόλεώς τους τόν Ὅσιο Θεόδωρο. Ὁ Ὅσιος δέν ἐδεχόταν μέ κανένα τρόπο τήν πρόταση αὐτή. Ἔτσι οἱ Χριστιανοί κατέφυγαν στή βία. Τόν ἔβγαλαν ἔξω καί ἀφοῦ τόν ἐτοποθέτησαν ἐπάνω σ' ἕνα φορεῖο, τόν ἀπήγαγαν.

Κατά τή χειροτονία του εἰς Ἐπίσκοπον κάποιος εἶδε ἕνα τεράστιο ἀστέρι πού ἀκτινοβολοῦσε ἀπό τόν οὐρανό καί ἐστάθηκε ἐπάνω στήν ἐκκλησία ἀστράφτοντας καί φωτίζοντας τήν πόλη καί τήν γύρω περιοχή.

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ἔφθασε στήν Ἀναστασιόπολη μαζί μέ τόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Κίννας Ἀμίαντο, ἀπό τόν ὁποῖο ἐνθρονίσθηκε. Ἔκτοτε ἔλαμπε συνεχῶς ὡς ἥλιος μέ τά θεῖα χαρίσματα τῶν ἰαμάτων, μέ τήν αὐστηρότητα τοῦ βίου του, ὅλες τίς ἀρετές καί τίς ἀγαθοεργίες.

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ἐπεθύμησε νά ἐπισκεφθεῖ γιά τρίτη φορά τά Ἱεροσόλυμα. Ἐκεῖ προσκύνησε τόν Τίμιο Σταυρό, τόν Τάφο τοῦ Κυρίου καί ὅλα τά ἁγιάσματα πού ὑπῆρχαν ἐκεῖ, ὡς καί τά μοναστήρια. Τόν ἐνοχλοῦσε ὁ λογισμός καί τόν ἔπεισε νά μήν ἐπιστρέψει πίσω στήν πατρίδα του, ἀλλά νά ζήσει ἡσυχαστική ζωή σέ κάποιο ἀπό τά μοναστήρια πού ὑπῆρχαν ἐκεῖ, γιατί ἐνόμιζε πώς εἶχε πέσει ἔξω ἀπό τό μοναχικό μέτρο, ἐπειδή ἀνέλαβε τήν πνευματική εὐθύνη τῆς Ἐπισκοπῆς, καί διότι τόν ἐστενοχωροῦσαν οἱ ἐνοχλητικές καταστάσεις πού ὑπῆρχαν σ' αὐτήν. Πῆγε, λοιπόν, στή Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα καί ἐζοῦσε ἐκεῖ σέ κελλί κάποιου ἀγωνιστοῦ μοναχοῦ, πού τόν ἔλεγαν Ἀνδρέα. Κάποια νύκτα ὅμως ἐπαρουσιάσθηκε στόν ὕπνο του ὁ Ἅγιος Γεώργιος, καί ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε ἕνα ραβδί, τοῦ εἶπε: «Σήκω καί περπάτα, διότι πολλοί ἄνθρωποι λυποῦνται, γιατί ἀπουσιάζεις. Δέν εἶναι ἐπιτρεπτό νά ἐγκαταλείψεις τήν Ἐπισκοπή σου καί νά ζεῖς ἐδῶ» . Ἔτσι ἀποχαιρέτησε τούς πατέρες τῆς μονῆς καί πῆρε τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.

Ὅταν ἐφθασαν στά μέρη τῆς Γαλατίας, κοντά στό μοναστήρι τῶν Δρυῒνων, τούς παρήγγειλε νά μή μιλήσουν σέ κανένα γι' αὐτό, γιατί αὐτοί πού εὑρίσκονταν ἐκεῖ δέν τόν ἐγνώριζαν. Ὡστόσο ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου ἐκυκλόφόρησε παντοῦ. Ἔτσι ἔρχονταν πολλοί στό μοναστήρι, γιά νά λάβουν τήν εὐλογία του.

Ἀπό ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε στήν Ἀναστασιόπολη προξενώντας ἔτσι χαρά σέ ὅλους μέ τήν ἐπιστροφή του. Ὅμως ὁ Ὅσιος εἶχε ἀποφασίσει νά παραιτηθεῖ, γιά νά ἀκολουθήσει τήν ἡσυχαστική ὁδό. Γιά τό λόγο αὐτό συνάντησε τόν Ἐπίσκοπο Ἀγκύρας Παῦλο καί τόν παρεκάλεσε νά ἀποδεχθεῖ τήν παραίτησή του. Ὁ Ἐπίσκοπος Παῦλος δέν μποροῦσε νά δεχθεῖ τήν παραίτηση τοῦ Ὁσίου. Ἀφοῦ ἔγινε ἔντονη συζήτηση μεταξύ τους, στό τέλος ἀπεφάσισαν νά στείλουν μήνυμα στόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυριακό, γιά νά τοῦ θέσουν τό θέμα αὐτό. Ὁ Πατριάρχης Κυριακός, μέ τήν προτροπή τοῦ βασιλέως, ἔδωσε ἐντολή στόν Μητροπολίτη Ἀγκύρας νά δεχθεῖ τό αἴτημα τοῦ Ὁσίου, νά τοῦ δώσει μάλιστα καί τό ὠμοφόριο τῆς Ἐπισκοπῆς, γιά νά διατηρεῖ τό ἀξίωμά του, διότι εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος καί διότι ἀποχωρεῖ ἀπό τήν Ἐπισκοπή χωρίς νά ἔχει διαπράξει παράπτωμα.

Ἔτσι ὁ Ὅσιος ἦλθε στήν περιοχή τῆς Ἡλιουπόλεως καί ἀπομονώθηκε στό ναό τοῦ Ἀρχαγγέλου στήν Ἄκρηνα, πολύ κοντά στό χωριό Πίδρος. Τήν ἴδια ἐποχή ὁ Ὅσιος ἔλαβε ἐπιστολές καί ἀπό τό βασιλέα Μαυρίκιο καί τόν Πατριάρχη Κυριακό, πού τόν πρέτρεπαν νά ἐπισκεφθεῖ τήν Κωνσταντινούπολη καί νά τούς εὐλογήσει. Ἔτσι λοιπόν πῆγε στή θεοφύλακτη πόλη, ὅπου ἐκήρυττε τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἐθεράπευσε πολλούς.

Ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε στή Γαλατία, ἀλλά ἐπισκέφθηκε γιά δεύτερη φορά τήν Κωνσταντινούπολη, τό ἔτος 610 μ.Χ., ἐπί Πατριάρχου Θωμᾶ, στό θάνατο τοῦ ὁποίου εὑρέθηκε. Τιμηθείς δέ ἀπό τόν Πατριάρχη Σέργιο ἐπανῆλθε στό μοναστήρι του, ὅπου συνέχισε τό θεοφιλῆ βίο του.

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 613 μ.Χ. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του στίς 22 Ἀπριλίου καί θεωρεῖται ὑμνογράφος, διότι ἐποίησε πολλά Στιχηρά.

 

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

῾ Ο Ὅσιος Μάξιμος ὁ ῾ Ομολογητής καταγόταν ἀπό ἐπιφανῆ οἰκογένεια καί ἐγεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό ἔτος 580 μ.Χ. Ἔλαβε τή συνήθη ἐγκυκλοπαιδική μόρφωση καί ἐπιδόθηκε ἰδιαίτερα στή σπουδή τῆς φιλοσοφίας. Ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου (610-641 μ.Χ.) προσελήφθη ὡς ἀρχιγραμματεύς αὐτοῦ 94 . Παρέμεινε στή θέση αὐτή γιά λίγα μόνο χρόνια, ἀλλά διετήρησε τίς σχέσεις του καί ἀλληλογραφία μέ πρόσωπα τοῦ δημόσιου βίου.

??????????? ?????? ??????????

Ἀφοῦ παραιτήθηκε, τό 614 μ.Χ., ἀπό τό ἀξίωμα τοῦ ἀρχιγραμματέως, ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί ἀκολούθησε τό μοναχικό βίο. Ἀσκήτευσε σέ μονή τῆς Χρυσουπόλεως 95 , πού βρισκόταν ἔναντι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί διετέλεσε ἡγούμενος αὐτῆς. Ἐκεῖ ἀπέκτησε ὡς μαθητή τόν Ἀναστάσιο, ὁ ὁποῖος τόν ἀκολούθησε σέ ὅλη του τή ζωή.

Σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Μαξίμου ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ἡ συμμόρφωση τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου πρός τή θεία διασκαλία ἀποτελοῦν βάση στερεά, ἐπί τῆς ὁποίας θά οἰκοδομηθεῖ ἡ πνευματική ἀνύψωση τοῦ νοῦ. Πρῶτο βῆμα γιά τό σκοπό αὐτό ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδυση ἀπό τό νοῦ ὅλων τῶν παθῶν πού τόν ἐνοχλοῦν 96, τά ὁποῖα ἔχουν τή βάση καί τήν ἀφορμή τους στό σῶμα. Καλεῖται δηλαδή ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀκολουθήσει τήν κίνηση τῶν αἰσθητῶν, νά μή γίνει δοῦλος τῶν φυσικῶν του ὁρμῶν καί παθῶν, ἀλλά νά ἀκολουθήσει τά ὑπέρ φύσιν. Τά ἀποτελέσματα παρουσιάζονται ἀνάλογα πρός τήν ἐκλογή. Ἐκεῖνος πού ἀκολουθεῖ τήν κίνηση τῶν αἰσθητῶν ὑφίσταται καί τή φυσική φθορά αὐτῶν καί συναλλοιώνεται μέ αὐτά, ἐνῶ ὁ ἀναστάς « τῆς ἐμπαθοῦς περί τά φαινόμενα διαθέσεως, τήν τῶν φαινομένων ἔθυσε κίνησιν καί τήν πρακτικήν κατορθώσας ἔφαγεν ἀρετήν» 97 . Ἡ πράξη τῆς ἀρετῆς εἶναι ἔργο τῆς ἀνθρώπινης καί τῆς θείας δυνάμεως. Κανένα χάρισμα δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος μόνο μέ τή φυσική του δύναμη. Ἡ ἐπιμονή τοῦ Ἁγίου Μαξίμου στό σημεῖο αὐτό εἶναι φανερή σέ ὅλη του τή διδασκαλία, διότι φοβᾶται μήπως ὁ ἄνθρωπος περιπέσει στό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας. Ὁ Θεός, παρατηρεῖ, ἔδωσε στόν ἄνθρωπο δύναμη, γιά νά πράττει τίς ἀρετές.

Ἔτσι, λοιπόν, ἀσκήτευε ὁ μακάριος Ὁμολογητής. Ἀλλά ἡ περσική ἀπειλή, πού εἶχε δημιουργήσει γιά τή Βυζαντινή αὐτοκρατορία κρίσιμη κατάσταση, ἔσπασε τήν ἡσυχία του καί τόν ἀγώνα του γιά τήν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν ἀπό τόν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του. Γιά πολλά χρόνια οἱ Πέρσες ἐμφανίζονταν στήν ἀκτή ἀπέναντι ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται δέ ὅτι κατά μία εἰσβολή τους στή Χρυσούπολη, τό 624 μ.Χ., ὁ Ἅγιος Μάξιμος ἀναγκάσθηκε νά ἀποσυρθεῖ μέ τούς μαθητές του νοτιότερα, στήν Κύζικο. Ἐκεῖ διέμεινε γιά δύο περίπου χρόνια στή μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καί συναναστρεφόταν μέ τόν Ἐπίσκοπο Ἰωάννη μετά τοῦ ὁποίου ἀντήλλαξε ἀργότερα ἐπιστολές. Ἴσως νά εἶχε ἀρχίσει νωρίτερα τή συγγραφική του δράση, ἀλλά ἤδη ἀπό τήν ἐποχή αὐτή ἐπιδίδεται στό ἔργο τῆς συγγραφῆς ἐντατικά.

Λόγῳ συνεχίσεως τῶν Περσικῶν καταδρομῶν ὁ Ἅγιος ὑποχρεώνεται νά φύγει, τό 626 μ.Χ., καί ἀπό τήν Κύζικο. Ἔρχεται γιά λίγο στήν Κρήτη 98 καί στή συνέχεια μεταβαίνει στήν Ἀφρική. Θεωρεῖται δέ πιθανό νά πέρασε καί ἀπό τήν Κύπρο. Στήν Καρχηδόνα ἐμφανίζεται τήν Πεντηκοστή τοῦ ἔτους 632 μ.Χ., ἀλλά εἶχε φθάσει ἐκεῖ νωρίτερα. Κατά τά χρόνια αὐτά συγγράφει δύο ἀπό τά σπουδαιότερα ἔργα του, τό Πρός Θαλάσσιον καί Περί Ἀποριῶν .

Ἐγκαταβίωσε στή μονή Εὐκρατᾶ τῆς Καρχηδόνος, ὅπου ἦταν ἐγκατεστημένος καί ἄλλος φυγάς, ἀπό τήν Παλαιστίνη, ὁ Σωφρόνιος. Ἐκεῖ ἔμαθε τίς ἐνέργειες τοῦ νέου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Κύρου, οἱ ὁποῖες ἀπέληξαν τό 633 μ.Χ. στήν ἑνωτική συμφωνία πού διεμόρφωσε τήν αἵρεση τοῦ Μονοενεργητισμοῦ. Ὁ Σωφρόνιος ἐτάχθηκε ἀμέσως κατά τῆς νέας αὐτῆς μορφῆς τῆς χριστολογικῆς αἱρέσεως. Στή θέση του αὐτή τόν ἀκολούθησε καί ὁ Ἅγιος Μάξιμος. Ἔτσι συμμετεῖχε στή Σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ, ἡ ὁποία συγκλήθηκε τό ἔτος 649 μ.Χ. ἐπί Πάπα Ρώμης Παρτίνου Α´, ὅπου καταδικάσθηκε ὁ Μονοθελητισμός καί ἀναθεματίσθηκαν ἐκεῖνοι πού ἀνοήτως ἐδογμάτιζαν ὅτι ὁ Χριστός ἔχει μόνο μιά θέληση, τή θεία, σέ ἀντίθεση πρός τήν ᾿Ορθόδοξη διδασκαλία, κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔχει δύο θελήσεις, τή θεία καί τήν ἀνθρώπινη, ὡς Θεάνθρωπος. Στήν ἴδια Σύνοδο ἀποδοκιμάσθηκε διάταγμα τοῦ τότε αὐτοκράτορος Κώνσταντος, διά τοῦ ὁποίου δέν ἐπιτρεπόταν ἡ συζήτηση περί Μονοθελητισμοῦ.

Ὁ αὐτοκράτορας Κώνστας (641-668 μ.Χ.) ὀργίσθηκε γι' αὐτό. Ὅ Ἅγιος συνελήφθη ἀπό τόν ἔξαρχο καί βασιλικό ἐπίτροπο τῆς Ἰταλίας Θεοδόσιο καί ὁδηγήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη μαζί μέ τούς δύο φίλους του Ἀναστασίους. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξόρισε τόν Ἅγιο Μάξιμο τό 655 μ.Χ. στή Βιζύη, μετά στό Ρήγιο καί στή συνέχεια στήν πόλη Πέρβερα. Μετά ἀπό ἕξι χρόνια ἀνακλήθηκε καί πάλι στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπως καί οἱ συμμοναστές του, γιά μία τρίτη προσπάθεια προσεταιρισμοῦ του. Ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε. Ἀναθεματίσθηκε, ἐκακοποιήθηκε καί διαπομπεύθηκε. Ἡ κακοποίηση τοῦ Ἁγίου ἔδωσε ἀφορμή γιά τή διαμόρφωση παραδόσεως περί ἀποκοπῆς τῆς γλώσσας καί τῆς δεξιᾶς χειρός αὐτοῦ. Μετά ἀπό αὐτά ἐξορίσθηκε στή Λαζική τοῦ Πόντου 99, στό φρούριο Σχίμαρις, ὅπου καί ἐκοιμήθηκε ὁσίως στίς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 662 μ.Χ. Τ ό τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στή μονή τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, στή χώρα τῶν Λαζῶν. Ἀπό τόν τάφο του ἔβγαινε φῶς κάθε νύκτα καί ἐφώτιζε τήν περιοχή, γεγονός πού ἐπιστοποιοῦσε τήν ἁγιότητάτου. Ἔγραψε πολλά καί σημαντικά θεολογικά ἔργα καί θεωρεῖται διάσημος στήν ἀσματογραφία.

 

ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

Ὁ Ἅγιος Γερμανός ἐγεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη περί τό ἔτος 640 μ.Χ. καί ἦταν υἱός τοῦ πατρικίου Ἰουστινιανοῦ. Σέ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανός, ὅταν ὁ πατέρας του ἐκτελέσθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ΄ τόν Πωγωνᾶτο (668-685 μ.Χ.) θεωρούμενος ὡς ἐνεχόμενος στή δολοφονία τοῦ πατέρα του Κώνσταντος Β΄. Τόν Γερμανό, ἀφοῦ τόν εὐνούχησε, τόν κατέταξε στόν κλῆρο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἐπιδοθείς μετά ζήλου στή μελέτη τῶν ἱερῶν γραμμάτων, ἔγινε βαθύς γνώστης αὐτῶν καί διακρίθηκε γιά τήν ἁγιότητα του βίου καί τήν ἀρετή του. Στή συνέχεια ἐπισκέφθηκε τά Ἱεροσόλυμα καί, ἀφοῦ προσκύνησε τούς Ἁγίους Τόπους, ἐπέστρεψε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐχειροτονήθηκε ἱερεύς. Τό ἔτος 709 μ.Χ. ἐξελέγη ἀπό τόν Πατριάρχη Κῦρο Ἐπίσκοπος Κυζίκου. Ἀπό τήν ὑψηλή αὐτή θέση ἀγωνίσθηκε σθεναρά κατά τῶν αἱρετικῶν Μονοθελητῶν. Καθαιρεθέντος τοῦ Πατριάρχου Κύρου καί ἀποθανόντος τοῦ διαδόχου αὐτοῦ Ἰωάννου ΣΤ΄, στίς 9 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 715 μ.Χ., ἐξελέγη, μέ τήν ἐπίνευση τοῦ βασιλέως Ἀναστασίου, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

????????? ??????, ???????? ???????????????????

Ὅταν ὁ Ἅγιος ἔγινε Πατριάρχης, ἀφιέρωσε ὅλες τίς πνευματικές καί ἠθικές του δυνάμεις στή διακονία τοῦ ποιμνίου του, διδάσκοντας καί νουθετώντας αὐτό μέ τά ἐμπνευσμένα κηρύγματά του. Ὅταν ἀνῆλθε στό θρόνο ὁ εἰκονομάχος αὐτοκράτορας Λέων Γ΄ ὁ Ἴσαυρος (717-741 μ.Χ.), πιεζόμενος ὁ Πατριάρχης Γερμανός ἀπό αὐτόν, γιά νά τόν βοηθήσει γιά τήν ἐπικράτηση τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως, ὄχι μόνο ἀρνήθηκε, ἀλλά τόν μέν Λέοντα ἔλεγξε γιά τίς ἀνίερες πράξεις του, τόν δέ λαό παρότρυνε σέ ἀντίσταση κατά τῶν εἰκονομάχων. Βλέποντας ὁ αὐτοκράτορας Λέων, ὅτι τίποτε δέν κατόρθωνε, διά πραξικοπήματος ἀνάγκασε τόν Ἅγιο νά παραιτηθεῖ. Ἔτσι, στίς 6 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 730 μ.Χ., ἀφοῦ κατέθεσε τό ὠμοφόριό του ἐπί τῆς Ἁγίας Τραπέζης τοῦ παλατίου, ἀποσύρθηκε στήν πατρική του οἰκία στό Πλατάνι, ὅπου ἔζησε μέ ἀσκητεύοντας καί συνθέτοντας ἐκκλησιαστικούς ὕμνους. Ἀ νάμεσα στά πολλά μελωδήματά του ἀναφέρουμε : Τό Δοξαστικό τῶν Αἴνων τῆς Ἰνδίκτου, τά Ἰδιόμελα τοῦ Ἑσπερινοῦ στή Γέννηση τῆς Θεοτόκου, τήν Ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων, τά Ἰδιόμελα τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου καί τά Ἰδιόμελα τῆς Λιτῆς τῆς Κοιμήσεως της Θεοτόκου.  Ἐπί τῆς πατριαρχείας τοῦ Ἁγίου, ὅταν τό ἔτος 718 μ.Χ. διασώθηκε ἡ Κωνσταντινούπλη ἀπό βαρβαρική ἐπιδρομή, συμπληρώθηκε ἀπό τόν Ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος.

Ὁ Ἅγιος Γερμανός ἐκοιμήθηκε, μετά σύντομη ἀσθένεια, τό ἔτος 740 μ.Χ. καί ἐνταφιάσθηκε στή μονή τῆς Χώρας. Ὁ Ἅγιος Γερμανός καθαιρέθηκε καί ἀναθεματίσθηκε ἀπό τήν ψευδοσύνοδο τῆς Ἱερείας, τό ἔτος 754 μ.Χ., ἐδικαιώθηκε καί ἐξυμνήθηκε ἀπό τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, τό ἔτος 787 μ.Χ., ἡ ὁποία κατεδίκασε τούς εἰκονομάχους καί ἀναστήλωσε τίς ἱερές εἰκόνες.

Ὁ Ἅγιος Γερμανός κατέλιπε ἀξιόλογο ὑμνογραφικό καί συγγραφικό ἔργο, δυστυχῶς ὅμως τά περισσότερα ἔργα του κατεκάησαν μέ διαταγή τοῦ Λέοντος. Περιεσώθησαν δέ ἀπό μέν τούς ὕμνους 104 Στιχηρά καί 22 Κανόνες, ἀπό δέ τά συγγράμματά του τά ἑξῆς: α) «Περί Αἱρέσεων καί Συνόδων» , β) «Τρεῖς δογματικαί ἐπιστολαί ἐπί τῶν εἰκονομάχων» (πρός Ἰωάννην, Ἐπίσκοπον Συνάδων, πρός Κωνσταντῖνον, Ἐπίσκοπον Νακαλείας, καί πρός Θωμᾶν, Ἐπίσκοπον Κλαυδιουπόλεως), γ) «Ὀκτώ λόγοι» (δύο στήν προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ κατά τήν ἡμέρα τῆς Σταυροπροσκυνήσεως καί τήν ἡμέρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, δυό στά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, τρεῖς στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου καί ἕνας στόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου), δ) «Ὁμιλία» (στά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου καί στά ἅγια σπάργανα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ).

Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ ἐτελεῖτο στή Μεγάλη Ἐκκλησία καί ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 12 Μαῒου.

Ὕμνος τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο

Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἅπλωσε τὸ ἔλεος τῆς ἀμετάβλητης προστασίας σου

Μετάφραση: Ἀρχιμ. Ἰγνατίου Σωτηριάδη ἀπὸ τὸ βιβλίο: Georges Gharib: Οἱ εἰκόνες τῆς Παναγίας. Ἱστορία καὶ λατρεία. Ἐκδόσεις Τέρτιος, Κατερίνη 1997.

«Μητέρα τοῦ Θεοῦ, σὲ μᾶς ποὺ εἴμαστε χριστιανοὶ καὶ μὲ πίστη χριστιανικὴ σὲ τιμοῦμε, ἐμπρός, ἅπλωσε τὸ ἔλεος τῆς ἀμετάβλητης προστασίας σου... Ζητώντας σὲ ὅταν ἡ θλίψη πλησιάζει, ἐλευθερωνόμαστε, κι ὅταν πάλι εἶναι o καιρὸς τῆς χαρᾶς, σὺ εἶσαι ποὺ τὴν προμηθεύεις. Κι ἀπ' τὴ στιγμὴ ποὺ σ' ὅλα τὰ πράγματα βρισκόμαστε κάτω ἀπ' τὴν παρακίνησή σου, ἀποκτοῦμε τὴν ἐμπιστοσύνη ὅτι ζεῖς μαζί μας...

Ἂν κάποτε ὁ Ναὸς τοῦ Σολομώντα συμβόλιζε τὸν οὐρανὸ πού σκεπάζει τὴ γῆ, πόσο περισσότερο δὲ θὰ ‘ταν δίκαιο νὰ ἐξυμνήσουμε ὡς γήινους οὐρανοὺς τὶς δικές σου ἐκκλησίες, ἐσένα πού ἔγινες ὁ ζωντανὸς ναὸς τοῦ Χριστοῦ; Τ' ἀστέρια μιλοῦνε φωτίζοντας στὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ τοὺς ὑλικοὺς χρωματισμοὺς τῶν εἰκόνων σου, ὦ Θεοτόκε, καὶ δείχνουν ἀπαστράπτοντας τὶς πλούσιες δωρεές σου πρὸς ἐμᾶς. Ὁ ἥλιος κι ἡ σελήνη φωτίζουν τὸ μόνο τροχὸ τῆς ρόδας, τὸ δικό σου τὸ φῶς, ποὺ ἔρχεται ἀπ' τὸ Φῶς ποὺ ἐσὺ γέννησες, κάνει νὰ λάμπει κάθε σπίτι, κάθε πόλη, κάθε γῆ. Κι ἑπομένως εὐτυχισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἂν καὶ ἁμαρτωλός, γιατί τοῦ ἔτυχε νὰ εἶναι ὅμοιός σου κατὰ τὴ φυσικὴ οὐσία κι ἀκόμη νὰ ‘ναι μέτοχος τῆς θείας φύσης μέσω σοῡ. «Εὐτυχής» πραγματικὰ καὶ καλό του συνέβη ἢ μᾶλλον «καλὸ θὰ τοῦ συμβεῖ» (Ψαλμ. 128, 1).

 

Πράγματι ἐσὺ δὲν ἀπομακρύνεσαι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θεωροῦνται ἄξιοι νὰ ‘χουν τὴ βοήθειά σου μέχρι τὸ τέλος. Ἄς ὑποχωρήσει ὁ θάνατος στὴ δύναμή σου, ὦ Θεοτόκε, γιατί ἐσὺ χάρισες τὴ ζωὴ στοὺς ἀνθρώπους! Ἄς ὑποχωρήσει στὴ δύναμή σου ὁ τάφος, γιατί ἐσὺ ἔγινες θεῖο θεμέλιο ἀνεξήγητου ὕψους! Ἄς ὑποχωρήσει στὴ δύναμή σου ἡ σκόνη! Πράγματι, ἐσὺ εἶσαι ἡ ἀναγέννηση, γιατί ἔγινες Κυρία γιὰ ‘κείνους ποὺ εἴχανε φθαρεῖ στὴ λάσπη τῆς ὕλης.

 

Μὲ πίστη, λοιπόν, ἐμεῖς ὁμολογοῦμε ὅτι ἐσὺ εἶσαι ἡ σύντροφος τῆς ζωῆς μας: πράγματι, ἂν δὲν εἴχαμε αὐτὴ τὴν παρηγοριά, τότε τὸ πνεῦμα μας θὰ ‘σβηνε ἀπὸ ἐπιθυμία γιὰ σένα. Μὲ πίστη σκεφτόμαστε ὅτι, ὅπως εἶναι γραμμένο, οἱ οὐρανοὶ ἔχουν τοποθετηθεῖ στὴ θέση τους. Ἔτσι πιστεύουμε νὰ σὲ ξαναδοῦμε, ἐσένα ποὺ στέκεσαι ἀνάμεσά μας ὡς σύντροφος τοῦ ταξιδιοῦ ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ σώματός σου».

 

ΛΕΩΝ ΒΥΖΑΣ ἤ ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ

Ὁ Λέων Βύζας ἤ Βυζάντιος ὁ καί Σχολαστικός ἐπονομαζόμενος, εἶναι ἀπό τούς ἐπίσημους καί ἀσματογράφους τῆς Ἐκκλησίας. Ἤκμασε κατά τίς ἀρχές τοῦ Ζ΄ αἰῶνος μ.Χ. καί ἐποίησε πολλά στιχηρά καί ἄλλα Τροπάρια.

 

ΚΟΣΜΑΣ ΞΕΝΟΣ ἤ ΙΚΕΤΗΣ

Ὁ Κοσμᾶς, ἐπονομαζόμενος Ξένος ἤ Ἱκέτης ἤ Ἀσύγκριτος ἔζησε τόν Η΄ αἰώνα μ.Χ. καί καταγόταν ἀπό τήν Καλαβρία τῆς Κάτω Ιταλίας. Ἦταν διδάσκαλος τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καί ἐκπαιδεύθηκε στήν Κωνσταντινούπολη. Ἐπιστρέφοντας στήν γενέτειρά του ἔγινε μοναχός καί κατόπιν ἐχειροτονήθηκε ἱερέας. Πηγαίνοντας στά Ἱεροσόλυμα, συνελήφθη αἰχμάλωτος καί μεταφέρθηκε στήν Δαμασκό τῆς Συρίας. Ἐκεῖ τόν συνάντησε ὁ πατέρας τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Σέργιος, ὁ οποῖος εἶχε κάποιο πολιτικό ἀξίωμα στό κράτος τῶν Σαρακηνῶν. Μαθαίνοντας ὅτι ὁ αἰχμάλωτος ἀπό τήν Καλαβρία ἦταν ἄνθρωπος μορφωμένος καί μέ ἦθος, κατάφερε νά τόν πάρει στήν ὑπηρεσία του. Τοῦ ἀνέθεσε νά διδάξει τόν υἱό του Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό καί τόν θετό υἱό του Κοσμᾶ τόν Μελωδό, ἀργότερα Ἐπίσκοπο Μαϊουμᾶ. Ὁ Κοσμᾶς τούς ἐδίδαξε τά ἐγκύκλια γράμματα, ἐκκλησιαστική μουσική καί θεολογία. Κατόπιν πῆγε στή Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα ὅπου «ἕως τελευτῆς μεμένηκεν» (+ 740 μ.Χ.). Ὀνομάσθηκε Ἱκέτης, ἐπειδή ἱκέτευε τόν Θεό νυχθημερόν σέ ἀντιμισθία τῆς ἀπελευθερώσεως αὐτοῦ τήν περίοδο τῆς αἰχμαλωσίας του ὑπέρ τοῦ εὐεργέτου αὐτοῦ. Ξένος, διότι αἰχμαλωτίσθηκε καί ὁδηγήθηκε ἀπό τούς Σαρακηνούς στίς φυλακές τῆς Δαμασκοῦ. Καί Ἀσύγκριτος, ὡς μή δυνάμενος νά συγκριθεῖ κατά τήν παιδεία καί ἀρετή μέ τούς συγχρόνους αὐτοῦ.

ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΗΤΗΣ

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ἐγεννήθηκε στή Δαμασκό καί ἤκμασε τόν Ζ΄ αἰώνα μ.Χ. Θεωρεῖται ἕνας ἀπό τούς πλέον ἔξοχους ὑμνογράφους καί ἀσματογράφους τῆς Ἐκκλησίας. Συνέθεσε καί μελοποίησε πολλούς Κανόνες, Στιχηρά, Δοξαστικά, Ἰδιόμελα σ' ὅλες τίς Δεσποτικές καί Θεομητορικές ἑορτές καθώς καί πολλῶν Ἁγίων μέ τήν ἐπιγραφή «Ανδρέου Κρήτης». Ἀνάμεσα στά πολλά μουσουργήματα τοῦ Ἀνδρέου εἶναι καί τά τροπάρια τῶν Αἴνων τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, τά Δοξαστικά τῆς Λιτῆς στήν ἑορτή τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου καί ἄλλα. Τό ἔργο ὅμως γιά τό ὁποῖο εἶναι πιό γνωστός εἶναι ὁ Μέγας Κανών ( «Βοηθός καί Σκεπαστής...» ), πού τόν ψάλλουμε τμηματικά τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή καί ὁλόκληρο τήν Πέμπτη τῆς Ε΄ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν. Ὁ Μέγας Κανών ἀποτελεῖται ἀπό 280 Τροπάρια στά ὁποῖα ἐξιστορεῖται ἡ Παλαιὰ καὶ Καινή Διαθήκη μέ παραδείγματα τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας, τῆς μὲν ἀρετῆς ἀμειβομένης, τῆς δὲκακίας τιμωρουμένης ὑπὸ τoυ Θεοῦ. Χορηγεῖ ἄριστες πνευματικές συμβουλές καὶ διδαχές πρὸς ἀπο φυγὴν τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀπομίμησιν τῆς ἀρετῆς γιά ψυχικὴ σωτηρία. Κατὰ τὴν μαρτυρία δὲ τῶν βυζαντινῶν ἱστορικῶν, τὴν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἐψάλλετο ὁ Μέγας Κανών, οἱ αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου μετεκόμιζαν τὴν ὑπὸ Λουκᾶ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ ζωγραφισθεῖσαν εἰκόνα τῆς Ὁδηγητρίας ἐκ τοῦ ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν στὰ ἀνάκτορα, τὴν Τρίτη δέ τῆς Διακαινησίμου ἐπανέφεραν αὐτή λιτανεύοντες στό ναό αὐτῆς, ὅπου ὁ Πατριάρχης ἐτελοῦσε καί Λειτουργία.

Προσευχή το ῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο

«Χαῖρε, καρπέ πρώϊμε τῆς δικῆς μας ἀναγέννησης καί κατάληξη τῶν ὑποσχέσεων καί τῶν προρρήσεων τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς.

Εὐλογημένη σύ μεταξύ τῶν γυναικῶν, ὦ γῆ ἀληθινά ἀξιεπιθύμητη ἀπ' τήν ὁποία ὁ κεραμοποιός, παίρνοντας τή λάσπη ἀπ' τό δικό μας ἀγρό, ξανάκανε τό βάζο ἄρρηκτο.

Εὐλογημένη σύ μεταξύ τῶν γυναικών, ὦ Βηθλεέμ πνευματική πού γιά τή θέλησή σου καί μαζί γιά τή φύση σου ἔχεις γίνει καί ἔχεις κληθεῖ οἶκος τῆς ὅλης πνευματικότητας. Μέσα σου, πράγματι, κατοικώντας ὅπως μόνο Ἐκείνος θέλησε, καί ἀναμειγνυόμενος χωρίς σύγχυση στή δική μας μάζα ζύμωσε μέσα του ὅλο τόν Ἀδάμ, γιά νά γίνει ἄρτος ζωντανός καί οὐράνιος.

Ἐρευνοῦσε ὁ Θεός τή σκόνη τοῦ Ἀδάμ. Ἐπιτέλους ἐκείνη ἡ σκόνη στήν ὁποία βρῆκε ἐκεῖνο πού ἔψαχνε, ἦταν μιά γῆ ὅμοια μέ τό σῶμα μας καί κείτονταν σ' ἕνα στῆθος πανάγιο καί παρθενικό. Τό δικό μας ζωοποιό Στάχυ (ὁ Χριστός) βρῆκε αὐτό τόν αγρό στόν ὁποῖο χωρίς σπόρο, χωρίς καλλιέργεια, μέ τρόπο θαυμαστό Ἐκεῖνος ξεφύτρωσε. Αὐτή, ἡ σκόνη, αὐτό τό στάχυ, αὐτός ὁ χῶρος ἐκείνης τῆς γῆς, στήν ὁποία μέ τρόπο νέο καί σύμφορο ξαναπλασθήκαμε καί λόγῳ τῆς ὁποίας ἡ ξαναπλασμένη μας σκόνη ἔλαβε ὡς δῶρο τήν ἀρχαία ἀξία!

Ὦ ταπείνωση ἀνείπωτη! Ὦ καλοσύνη! Ὅταν ὁ Θεός ἐπάνω ἀπό κάθε φύση καί χάρη, μᾶς παραχώρησε τέτοια πράγματα μέσῳ μιᾶς γυναίκας τῆς ἴδιας φυλῆς καί τῆς ἴδιας τῆς δικῆς μας γενιᾶς, μέσῳ μιᾶς γυναίκας —λέω— τῆς ὁποίας τό ψυχικό μεγαλεῖο αὐξήθηκε τόσο δυσανάλογα πού ὁ Χριστός ὁ Ἴδιος, τό Ἀτέλειωτο Μεγαλεῖο, ἐπεθύμησε τό μεγαλεῖο της καί θέλησε νά ἔχει ἀπό ἐκείνη χωρίς πατέρα γήϊνο μιά δεύτερη γέννηση».

ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

????? ????????

Οἱ γονεῖς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ἦσαν «εὐσεβεῖς καί μόνοι τετηρηκότες τά τῆς εὐσεβείας ἄνθη καί τήν ὀσμήν τῆς τοῦ Χριστοῦ γνώσεως ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, διεσώσαντο τήν χριστεπώνυμον κλῆσιν ὡς κλῆρον λαμπρόν τε καί ἀναφαίρετον». Αὐτόν τόν κλῆρο ἄφησαν στό μονάκριβο υἱό τους Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθηκε στή Δαμασκό τῆς Συρίας, τό 676 μ.Χ. Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός διδάχθηκε φιλοσοφία, θεολογία καί ἐκκλησιαστική μουσική ἀπό τόν μοναχό Κοσμᾶ ἀπό τήν Καλαβρία, ὁ ὁποῖος συνετέλεσε καθοριστικά στή ζωή καί στή μόρφωση τοῦ νεαροῦ τότε Ἰωάννου. Ἡ συναναστροφή αὐτή τοῦ Ἰωάννου μέ τόν Κοσμᾶ, ὄχι μόνο τόν ὠφέλησε στή θύραθεν παιδεία καί γνώση, ἀλλά τόν βοήθησε ἀποτελεσματικά στό νά βρεῖ τόν πνευματικό του ἑαυτό.

Ὁ πατέρας του Σέργιος ὑπηρετοῦσε σάν αὐλικός στήν ὑπηρεσία τοῦ Χαλίφη τῆς Δαμασκοῦ. Τή θέση αὐτή διετήρησε μέχρι τοῦ θανάτου του, τήν πλήρωση δέ αὐτῆς δέν δυσκολεύθηκε ὁ Χαλίφης νά ἀναθέση μετά στόν κατά πάντα ἄξιο υἱό του Ἰωάννη, «ὡς ρίζης ἀγαθῆς ἐπ' εὐσεβείᾳ καί ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς τούς τεκόντας ὑπερβάλλεσθαι φιλονικεῖν».

Ἀνατρέφεται λοιπόν ὁ Ἰωάννης σ' ἕνα γεμάτο ἀπό Χριστό οἰκογενειακό περιβάλλον, πού ἀπετύπωσε μέ ἀνεξίτηλα χρώματα τήν εὐσέβεια, τήν πίστη καί τήν φιλοπονία στήν ἀγαθή του ψυχή. Ἡ οἰκογένειά του ἦταν ἐφάμιλλη τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἄλλων μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὁ Ἰωάννης, ἄν καί εἶχε σπουδαία θέση στό κράτος καί τό μέλλον του διαγραφόταν λαμπρό, θεώρησε, ὅπως ὁ ἴδιος θά γράψη ἀργότερα, ὅτι εἶναι «πάντα ματαιότης τά ἀνθρώπινα» . Γι' αὐτό «ὡς ἔλαφος διψῶσα τόν Θεόν, εἰς τήν ἔρημον ἔξεισι καί τήν τοῦ Θεοφόρου Σάβα Λαύραν καταλαμβάνει» . Σ' αὐτήν δέχεται τό ἀγγελικό σχῆμα καί λίγο ἀργότερα χειροτονεῖται ἀπό τόν Πατριάρχη τῶν Ἱεροσολύμων Ἰωάννη τόν Ε΄ πρεσβύτερος. Ἀπό τή θέση αὐτή διεξάγει πολυμέτωπους ἀγῶνες γιά τήν προσωπική του τελειότητα καί γιά τήν καταπολέμηση τῶν κακοδόξων εἰκονομάχων. Ἡ ὑποταγή του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἡ προσφορά τῆς σοφίας του στήν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τά κύρια χαρακτηριστικά τῆς νέας του ζωῆς. Μέ προθυμία ἐκτελεῖ τά διακονήματα πού τοῦ ἀναθέτουν καί γίνεται τῶν «μοναζόντων κανών ἀκριβέστατος» . Ταυτόχρονα συγγράφει ποικιλία ἔργων καί διαφωτιστικές ἐπιστολές γιά νά παρεμποδίση τίς κακοδοξίες τῶν εἰκονοκλαστῶν. Γενναῖος πρόμαχος καί ἀγωνιστής τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος, ἐπισύρει τό μῖσος τῶν κακοδόξων ἀλλά ἑλκύει καί τήν συμπάθεια τῶν Ὀρθοδόξων πού τόν ἔχουν ὁδοδείκτη στήν χριστιανική πορεία τῆς ζωῆς τους. Ἡ ἀπολογητικοπολεμική στάση του ἔναντι τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Γ΄ καί τῶν συνοδοιπόρων του, στό θέμα τῶν εἰκόνων, δέν ἔχει προηγούμενο. Ἐκτός τῶν προσωπικῶν του παραστάσεων, ὅπου τό καλοῦσαν οἱ περιστάσεις, «καί μακρούς συνεῖρε ἐπιστολομιαίους λόγους περί τῆς τῶν θείων εἰκόνων προσκυνήσεως καί τοῖς εἰδόσιν αὐτόν ὀρθοδόξοις ἐξέπεμπεν» . Μέ σαφήνεια ἀπέδειξε ὅτι ἡ προσκύνηση τῶν εἰκόνων «ἀποβαίνει εἰς τό πρωτότυπον» . Μέ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα ἐλέγχει τούς ὀπαδούς τῶν εἰκονομάχων καί γίνεται ὁ πρῶτος συστηματικός δογματολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ μετέπειτα Σύνοδοι θά στηριχθοῦν στίς ἀπόψεις του καί θά θεμελιώσουν τό δόγμα περί προσκυνήσεως τῶν εἰκόνων. Ὁ ἀγώνας του ὅμως αὐτός εἶχε καί ἄσχημες συνέπειες. Ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας Λέοντας ὁ Γ΄ διαβάλλει τόν Ἰωάννη στόν Ἐμίρη τῆς Δαμασκοῦ, ὅταν ἀκόμη βρισκόταν στήν αὐλή του, ὁ ὁποῖος χωρίς νά ἐξετάσει καλά, τοῦ κόβει τό δεξί χέρι γιά νά μή μπορεῖ νά συγγράφει. Θαυματουργικῶς ὅμως σύντομα ἀποκαταστάθηκε τό χέρι του, κατά τό συναξάρι, καί ὁ μέν Χαλίφης ὁμολόγησε τό σφάλμα του, ὁ δέ Ἰωάννης συνέχισε τό ἄφθαστο συγγραφικό του ἔργο.

Τά ἔμφυτα χαρίσματα τοῦ Ἰωάννου τόν καταξιώνουν μεταξύ τῶν μεγαλυτέρων δοκίμων συγγραφέων τῆς Ἐκκλησίας μας. Τά ἔργα του: Ἑρμηνευτικά, δογματικά, ἀντιρρητικά, ἠθικά, ἁγιολογικά, ἑορταστικά καί ποιητικά, εἶναι σπουδαῖα. Οἱ δεκάδες τῶν κανόνων πού συνέθεσε εἰδικά γιά τίς μεγάλες ἑορτές, τόν τοποθετοῦν σέ ποιητική ἀξία δίπλα στόν Ρωμανό τόν Μελωδό. Θεωρεῖται ἐπίσης ὁ κατ' ἐξοχήν συντάκτης τῆς Παρακλητικῆς. Τό σύγγραμμά του, ἐξ ἄλλου, «Πηγή γνώσεως», μέσα στό ὁποῖο θίγονται μέ λεπτότητα θεολογικά θέματα ἐναρμονισμένα μέ ποιητικούς καί φιλοσοφικούς ὁρισμούς, θεωρεῖται τό σπουδαιότερο ἀπό τά πεζά ἔργα του. Σ' ἕνα ἄλλο σύγγραμμά του, τό «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», ἀναπτύσσει ὅλη τή Θεολογία καί Χριστολογία τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἡ ἱστορική Δαμασκός δέν ὑπῆρξε μόνον ἡ ἀναγεννητική κολυμβήθρα καί τό ὁρμητήριο γιά τόν Παῦλο, ἀλλά καί τό «ὑπερῶον» τοῦ μοναχοῦ Ἰωάννου. Δίκαια ἐγράφη ὅτι «δεδόξασται αὕτη ἐπί τούτῳ αὐτῆς τῷ γεννήματι, αὕτη γάρ ἡ ἐνεγκαμένη τόν ἄνδρα τοῦτον». Πράγματι, ὁ πολύς Ἰωάννης ὁ γόνος τῆς Δαμασκοῦ καί τρόφιμος τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγ. Σάββα, ἀπ' αὐτές τίς δύο κοιτίδες «διέλαμψε ὡς φωστήρ τηλαυγέστατος» . Διότι ἀπό τήν πρώτη μέν ἔλαβε τά ἀπαραίτητα πρός καταρτισμόν, ἀπό τή δευτέρα δέ «προσέφερε τά ἔργα του πρός διαφωτισμόν» .

????? ????????

Τά ἔργα του μποροῦμε νά τά χωρίσουμε σέ πέντε κατηγορίες: α) Στά καθαρά φιλοσοφικά ἤ διαλεκτικά, β) στά θεολογικά, γ) στά ἑρμηνευτικά, δ) στά ποιητικά, καί ε) στά ἀσματικά, δηλαδή μουσικά. Πρέπει, ἐπίσης, νά ἀναφερθεῖ ὅτι ἦταν ἐπινοητής νέων σημαδιῶν στήν ἐκκλησιαστική μας μουσική, τά ὁποῖα ἀντικατέστησαν τήν ἀγκιστροειδή γραφή πού ὑπῆρχε πρίν ἀπό αὐτόν. Ἡ πρώτη ἀσματική παραγωγή τοῦ Δαμασκηνοῦ εἶναι ἡ Ὀκτώηχος. Ἡ σύνθεσή της ἔγινε μέ βάση τό Ὀκτάηχο σύστημα καί σ' αὐτήν ὁ Ἰωάννης ἐξυμνεῖ τό μεγάλο γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Ὁ θεῖος μουσουργός, πλὴν τῶν Κανόνων τῆς Ὀκτωήχου, ἐποίησε καὶ τὸν λαμπρότατο Κανόνα τῆς ἑορτῆς τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως «Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί» , τὸν ὁποῖο ὅταν ἄκουσε ὁ Κοσμᾶς ὁ Μελωδός, ποὺ ἐπίσης εἶχε γράψει Κανόνα γιὰ τὴν ἴδια ἑορτὴ σὲ ἦχο β΄, «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτὸς οὐρανὸς τὲ καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια» , ἀνεφώνησε «Καὶ σὺ ἀδελφὲ Ἰωάννη, τὸ πᾶν ὄλον ἐν τοῖς τρισὶ τούτοις συμπεριέλαβες, καὶ oὐδὲν ἀφήκας ἔξωθεν· ἤττημαι γοῦν ἐγὼ καὶ τὴν ἥτταν ὁμολογῶ· ὅθεν ὁ μὲν σὸς κανὼν ἐχέτω τὰ πρωτεῖα καὶ ἀριστεῖα, καὶ ψαλλέσθω δημοσίως ἐν ταῖς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαις, ὁ δὲ ἐμὸς ἐν σκότει καὶ γωνία γενέσθω ὡς μὴ ἐν φωτὶ ἄξιος διὰ τε τὰ νοήματα καὶ διὰ τε τὸν πενθικὸν καὶ κλαυθμηρὸν ἦχον, καθ' ὃν ἐμελοποίηθη, ἀνάρμοστον πάντη ὄντα ἐν τῇ λαμπροτάτῃ καὶ κοσμοχαρμοσύνῳ ἡμέρᾳ τῆς τοῦ Κυρίου Ἀναστάσεως». Ὁ Δαμασκηνὸς συνέταξε πάνω ἀπὸ ἑξήντα Κανόνες γιὰ τὶς κυριότερες ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνθολογία εὔρυθμος ἀπὸ τοὺς Πανηγυρικοὺς Λόγους τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ ἄλλων.

Ὁ Δαμασκηνὸς ἐμουσούργησε καὶ τὸν κατ' Ἀλφάβητο Κανόνα τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ποιήσας γιὰ τὴν δ΄ ὠδὴ δυὸ Εἱρμοὺς «Τὴν ἀνεξιχνίαστον θείαν βουλὴν» καὶ «Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ» . Ἐπίσης τοὺς Κανόνες «Παρθένοι νεάνιδες σὺν Μαριὰμ τῇ Προφήτιδι» , «Τῷ Σωτῇρι Θεῷ τῷ ἐν θαλάσσῃ λαόν» , στὴν Ὑπαπαντή, στὴν Ὕψωση τοῦ Σταυροῦ, στὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, στοὺς Προφῆτες, στοὺς Ἀποστόλους, στούς Ἱεράρχες, στοὺς Μάρτυρες, στοὺς Ὁσίους, στὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, στὴν ἀνάμνηση τοῦ ἐπιφανέντος σημείου τοῦ Σταυροῦ στὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο, κλπ. Ὑπομνήματα δὲ καὶ ἑρμηνεῖες στοὺς ἀσματικοὺς Κανόνες τoυ θείου μελωδοῦ ἔγραψαν ὁ Ζωναρᾶς, ὁ Γρηγόριος ὁ Πάρδος, Ἐπίσκοπος Κορίνθου, Εὐστάθιος ὁ Θεσσαλονίκης, Μάρκος ὁ Ἐφέσου καὶ Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

Στὸν ἱερὸ Δαμασκηνὸ ἀποδίδονται καὶ οἱ ἑξῆς ἐκκλησιαστικοὶ ὕμνοι: «Ὑπερένδοξε ἀειπάρθενε εὐλογημένη Θεοτόκε προσάγαγε» , «Ἐπὶ σοί χαίρει κεχαριτωμένη πᾶσα ἡ κτίσις» , «Τὴν ἄχραντον εἰκόνα σου προσκυνοῦμεν ἀγαθέ», «Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς», «Κύριε, ἐλέησον ἡμας ἐπὶ σoί γὰρ πεποίθαμεν», «Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν εὐλογημένη Θεοτόκε», «Πολλὰ τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν Θεοτόκε πταισμάτων», «Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι», «Τῶν οὐρανίων στρατιῶν Ἀρχιστράτηγε» , τὰ Τροπάρια στὶς Ὧρες καὶ τὰ Στιχηρὰ τοῦ Πάσχα, τὰ 26 νεκρώσιμα ἰδιόμελα καὶ στιχηρὰ τὰ ποιηθέντα στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίoυ Σάββα. Στὸν θεῖο μουσουργὸ ἀποδίδονται καὶ τὰ ἑξῆς μουσουργήματα, τὰ ὀκτὼ μέγιστα Κεκραγάρια, τὰ προωδικὰ τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, τὸ ἀργὸ «Θεὸς Κύριος» τοῦ Ἀκαθίστου, «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς» , τὸ δίχορο ἀργὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια» , τὸ «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται» , τὸ «Ὅτε oἱ ἔνδοξοι μαθηταί» , τὸ εἰς ἦχο α΄ Κοινωνικὸ «Γεύσασθε καὶ ἴδετε» , τὸ εἰς ἦχον πλ. β΄ Χερουβικὸ τῶν ΙΙροηγιασμένων «Νῦν αἱ δυνάμεις» καὶ ἄλλα πολλὰ μαθήματα, ὡς Χερουβικὰ καὶ Κοινωνικά. Τὰ μεγάλα μαθήματα τοῦ Δαμασκηνοῦ μετέφερε στὴν ἀναλυτικὴ μoυσικὴ γραφή του, ὁ Πέτρος ὁ Πελοποννήσιος καὶ οἱ διδάσκαλοι Γρηγόριος Πρωτοψάλτης καὶ Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἐκοιμήθηκε τό 749 μ.Χ., σέ ἡλικία 73 ἐτῶν. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του στίς 4 Δεκεμβρίου. Θεωρεῖται τὸ μεταίχμιο τῆς ἀρχαίας καὶ νεώτερης ἐκκλησιαστικῆς μας μουσικῆς, ἔχοντας διαρρυθμίσει καὶ ἀνακαινίσει τὴν ἱερὰ μουσικὴ καὶ τὴν παρασημαντικὴ αὐτῆς καὶ θέτοντας φραγμὸ στὴν ὅλο καὶ αὐξανόμενη ἀπὸ τὸν Δ΄ μ.Χ. αἰώνα, μουσικὴ κατάχρηση. Ἀπεκάθαρε τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἄσμα ἀπὸ τὰ ἀπρεπῆ καὶ ἀνάρμοστα μέλη τῆς θυμελικῆς μουσικῆς ποὺ εἶχαν εἰσαχθεῖ στὴν Ἐκκλησία, χωρὶς ὅμως νὰ ἀπορρίψει τὰ προγενέστερα ἐκκλησιαστικὰ ἄσματα, τὰ ὁποῖα ἦταν καθιερωμένα ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα. Καὶ ὅπως oἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες παρέλαβαν τὴν μoυσικὴ τοὺς ἐν μέρει ἀπὸ ἄλλους λαούς, τοὺς Φρύγιους καὶ Λύδιους (Φρύγιος καὶ Λύδιος τρόπος ἢ ἦχος), φρόντισαν ὅμως νά ἀναπτύξουν καὶ νὰ προαγάγουν αὐτὴν καὶ νὰ ἐνατυπώσουν στὴν ξένη μουσικὴ τὸν ἴδιο χαρακτήρα ἀναδείξαντες αὐτὴν ὄντως ἑλληνική. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστιανισμὸς μὴ ἀρκεσθείς σὲ ὅ,τι παρέλαβε ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ μουσικὴ τῶν Ἑλλήνων, ἐφρόντισε νὰ μεθαρμόσει τὴ μoυσικὴ αὐτῶν στὶς ἀνάγκες τῆς θείας λατρείας αὐτοῦ, νὰ καλλιεργήσει καὶ νὰ προαγάγει αὐτὴ μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου σὲ βαθμὸ ποὺ ἐκινοῦσε τὸν θαυμασμό. Ἔτσι διαμορφώθηκε ἡ λεγόμενη «Βυζαντινή» μουσική, τροποποιημένη ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν Δαμασκηνό, σύμφωνα πρὸς τὶς ἀπαιτήσεις τῆς πίστεώ μας καὶ τὸν χαρακτήρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποιήσεως καὶ ὑμνωδίας. Μὲ τὸν Δαμασκηνὸ ἀρχίζει ἡ δεύτερη περίοδος τῆς μελοποιΐας, κατὰ τὴν ὁποία τὸ ἑνωμένο ἔργο τοῦ συγγραφέως καὶ μουσικοῦ ἄρχισε νὰ διακρίνεται, γι' αὐτὸ καὶ οἱ ποιητὲς λέγονταν ὑμνογράφοι καὶ ὄχι μελωδοί.  Καὶ ἡ μὲν Α΄ περίοδος τῆς μελοποιΐας ποὺ ἄρχισε ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες καὶ συνεχίζοντας μέχρι τοῦ Η΄ αἰῶνος μ.Χ. περιλαμβάνει τὸ Εἱρμολογικὸ καὶ Στιχηραρικὸ μέλος, κατὰ τὸ ὁποῖο οἱ μελωδίες ἦταν μᾶλλον λιτὲς καὶ σύμμετρες, ἡ δὲ Β΄ περίοδος περιλαμβάνει διάφορα εἴδη ψαλτικῆς, ὅπως χερουβικά, κοινωνικά, ἀλληλουάρια, κρατήματα, πολυελέους, ποὺ ἀνήκουν στὸ ΙΙαπαδικό μέλος, ποὺ εἶναι καὶ τὸ διεξοδικότερο τῶν ἄλλων.

Ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Δαμασκηνοῦ σώζεται σὲ περγαμηνὴ «ἐν τοῖς παλαιοῖς Στιχηραρίοις τοῖς ἐπὶ μεμβράνης γεγραμμένοις» Γραμματικὴ Μουσικῆς Κανόνιον κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς καὶ κανόνες τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων , ὅπου πραγματεύεται περὶ διαιρέσεως τῶν ὀκτώ ἤχων, περὶ παραγωγῆς τῶν πλαγίων ἤχων ἀπὸ τοὺς κύριους, καὶ περὶ τῶν ὀνομασιῶν τῶν ὀκτώ ἤχων καὶ τῶν ἀντίστοιχων αὐτῶν στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ μουσική. Ἐπιγράφεται δὲ «Ἀρχὴ τῶν σημείων τῆς ψαλτικῆς τέχνης τῶν ἀνιόντων καὶ κατιόντων σωμάτων τε καὶ πνευμάτων καὶ πάσης χειρονομίας» .

Τό προσταχθέν μυστικ ῶ ς...    [  5΄ 33΄΄]
Ἀ πολυτίκιο Ἀ καθίστου, μέλος Ἀ ρχα ῖ ο σέ ἦ χο πλ. δ΄.

Ἀ νοίξω τό στόμα μου...         [  3΄ 04΄΄]

Α΄ Ὠ δ ῆ ς το ῦ Κανόνος σέ ἦ χο δ΄.  Ψάλλουν ὁ ἀ είμνηστος Ἄ ρχων Πρωτ. τ ῆ ς Μ.τ.Χ.Ε. Βασίλειος Νικολαΐδης καί ὁ Ἄ ρχων Λαμπαδάριος Βασίλειος Ἐ μμανουηλίδης.

Ἀναστάσεως ἡμέρα...         [  1΄ 00΄΄]

Καταβασία. Εἱρμός α΄ Ὠδῆς, σέ ἦχο α΄.  Ψάλλει ὁ τ. Ἄρχων Β΄ Δομέστικος τῆς Μ.τ.Χ.Ε. Δημοσθένης Παϊκόπουλος.  


 

 

84 Ἀρχιμανδρίτου Ἀνδρέου Κ. Περδίκη, Μετάφραση καί σχολιασμός τμήματος τοῦ ἔργου Ποιμαντικός Κανών τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου, στόν τόμο Ὑψίστου Κλῆσις, ἀναμνηστικός τόμος ἐπί τῇ συμπληρώσει πεντήκοντα ἐτῶν ἀπό τῆς ἱδρύσεως τῆς ἱερατικῆς σχολῆς «Ἀπόστολος Βαρνάβας» , Λευκωσία 2003, σελ 93-115.

85 Μοναχός καί συγγραφεύς. Ἐγεννήθηκε στή Δαμασκό τῆς Συρίας περί τό 545 μ.Χ. ἀποκαλούμενος καί Εὐκρατᾶς ἤ Εὐκρατός (ἐγκρατής). Κατ' ἀρχάς ἐμόνασε στή μονή τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου καί ἔπειτα στή μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα. Τό ἔργο του «Λειμών» εἶναι ἀπό τά πλέον ἀξιόλογα μνημεῖα τῆς χριστιανικῆς φιλολογίας.

86 Mansi , XI , 225, 528.

87 Πασχάλιον Χρονικόν , P . G . 92, 100.

88 Πασχάλιον Χρονικόν , P . G . 92, 989.

89 Παναγιώτου Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, τόμος Ε΄, ἐκδ. οἶκος Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 626627.

90 P . G . 92, 1733. Κατά τή μαρτυρία τοῦ Κεδρηνοῦ.

91 Ἑλληνική Πατρολογία Α΄, 283.

92 Edmond Bouvy , Po è tes et M é lodes , Nimes 1886, σελ. 169.

93 Ἀρχαία Ρεγκενανία ἤ Λαγκανάια στήν ὁποία ὁ αὐτοκράτορας Ἀναστάσιος (491-518 μ.Χ.) ἔδωσε τό ὄνομά του.

94P . G . 90, 72.

95Ἡ Χρυσούπολη εἶναι πόλη τῆς Μικρασιατικῆς παραλίας τοῦ Βοσπόρου ἔναντι τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

96 Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια ἀγάπης Ι, 94 , P . G . 90, 981Β.

97 Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Πρός Θαλάσσιον 27 , P . G . 90, 356Α.

98 P . G . 91, 49.

99 Περιοχή ἐπί τοῦ Εὐξείνου Πόντου καί δυτικά τῆς Τραπεζοῦντος.

Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος