Ισραηλιτικά- Ο Ισραήλ προ του Ιησού και του Ισλάμ,
εκδ. Λειμών, Αθήναι 2023, σελ. 39-59
Εσχατολογία είναι ο περί εσχάτων λόγος, που πάει να πει ο λόγος περί του χρόνου και της ιστορίας. Υπ’ αυτήν την ειδική και συγκεκριμένη έννοια καταφεύγουμε στη χρήση του όρου «εσχατολογία» ως λόγου περί χρόνου, ιστορίας, μέλλοντος και εσχάτων.
Θα αποκαλέσουμε «εσχατολογική οντολογία» τη θεώρηση του Είναι πού προτάσσει τον χρόνο, την άποψη ότι ή ιστορία συνιστά τον ορίζοντα της αλήθειας και την πίστη ότι τα όντα κατανοούνται εντός της εποχής τους.
Πρόκειται, με άλλα λόγια, για τον έγχρονο (εν-χρόνος) λόγο περί του όντος, και όχι για τον άχρονο ή ανιστόρητο. Με την εσχατολογική οντολογία δηλώνεται ή προτεραιότητα της χρονικότητας και ιστορικότητας στη φιλοσοφία.
Η εσχατολογική οντολογία έχει τον χριστιανισμό για πατέρα και τον ιουδαϊσμό για προπάτορα. Αναπτύσσεται στην εκκλησία, αλλά γαλουχήθηκε στη συναγωγή.
Μήτρα της εσχατολογικής οντολογίας παραμένει ο Ισραήλ. Αυτό είναι μία αλήθεια την οποία δεν δικαιούται να λησμονήσει, ούτε ν’ αποσιωπήσει καμμία χριστιανική θεολογική πραγματεία περί εσχατολογίας.
Παρά τις διαφορές που αναντιρρήτως υπάρχουν ανάμεσα στη χριστιανική και την εβραϊκή εσχατολογία, είναι εξ ίσου αληθινό και αυθεντικό ότι σχετίζονται εντονώτατα και εσώτατα.
Χάρις στην εσχατολογική οντολογία του ο Ιουδαϊσμός διαφοροποιείται ουσιαστικώς και αποφασιστικώς από τον περίγυρό του διά μέσου των αιώνων. Οι οντολογικές προτιμήσεις του εβραϊκού κοσμοειδώλου είναι ο χρόνος αντί για τον χώρο, η ιστορία αντί για τη φύση και η εσχατολογία αντί για την κοσμολογία.
Είναι πάρα πολύ χαρακτηριστική η προτίμηση του χρόνου και η υποτίμηση του χώρου από την ιουδαϊκή μεταφυσική, όπως επισημαίνεται από τούς ερευνητές. Οι Ισραηλίτες ενδιεφέροντο για τα μορφή ελάχιστα, γι’ αυτό αδιαφορούσαν για την αισθητική ή τη γεωμετρική υφή των όντων.
Δεν είναι τυχαίο ότι η εβραϊκή γλώσσα δεν διαθέτει εκφράσεις ούτε για τα πιο απλά γεωμετρικά σχήματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι Ισραηλίτες δεν ανέπτυξαν τα μαθηματικά, σε αντίθεση με τους έλληνες ή τους βαβυλωνίους, οι οποίοι πρωτοστάτησαν σε αυτόν ειδικά τον επιστημονικό κλάδο.
Στους εβραίους ισχύει η οντολογική προτεραιότητα του χρόνου και στους έλληνες του χώρου. Οι πρώτοι εκαλλιέργησαν την επιστήμη του χρόνου, δηλαδή την ιστορία, ενώ οι τελευταίοι διακρίθηκαν στην επιστήμη του χώρου, τα μαθηματικά και τη γεωμετρία ή την αστρονομία. Το περιεχόμενο του κόσμου για τους έλληνες είναι κατά πρώτο λόγο χωρικό, ενώ για τους Ισραηλίτες είναι κυρίως χρονικό.
Στην αντίρρηση που συνήθως ακούεται, ότι δήθεν οι έλληνες είναι οι δημιουργοί της επιστήμης της ιστορίας (Ηρόδοτος, Θουκυδίδης), έχει προ πολλού δοθεί η απάντηση, ότι η ιστορική αντίληψη του ελληνισμού δεν είναι εξελικτική αλλά επαναληπτική δεν πρόκειται δηλαδή για μία ευθύγραμμη προοδευτική διαδικασία προς τα πρόσω, αλλά για μια κυκλική επανάληψη του ομοίου, χωρίς καινοτομία και δίχως απρόβλεπτα, μία παραλλαγή της τυφλής νομοτέλειας του φυσικού κόσμου.
Για τον ελληνισμό και αυτή ακόμη η ιστορία κατήντησε μέρος της φύσης. Για τους εβραίους όμως η ιστορία χαρακτηρίζεται από σκοπιμότητα και κατεύθυνση προς το μέλλον.
Επειδή πιστεύεται ότι, η ιστορία ποτέ δεν επαναλαμβάνεται, γι αυτό δεν διδάσκεται στους εβραίους, ούτε διερευνάται επιστημονικώς. Οι έλληνες επίστευαν στην επανάληψη του ομοίου, γι’ αυτό παρωθήθηκαν στην ιστορία ως διδάσκαλοι της ζωής.
Οι έλληνες προσέφεραν στον κόσμο την επιστήμη της ιστορίας και οι Ισραηλίτες τη θρησκεία της ιστορίας. Για πρώτη φορά ό Θεός κατανοείται ως ιστορική ενέργεια μέσα στην πραγματικότητα. Η οντολογία των εβραίων είναι ιστορική, χρονική, εσχατολογική, ενώ αντιθέτως η ελληνική οντολογία είναι κοσμολογική, φυσιοκρατική, «πρωτολογική».
Ο εβραίος ζητεί τα έσχατα γεγονότα, ο έλλην αναζητεί τις πρώτες αρχές- ο ένας ασχολείται με γεγονότα κι ο άλλος με όντα. Η αντίληψή τους επομένως για τον χρόνο και την ιστορία διαφορίζεται αισθητά:
«Ή πνευματική ιδιορρυθμία κάθε λαού αποκαλύπτεται από τον τρόπο με τον οποίον βίωσαν την ιστορία και τη διετύπωσαν […] Το αυθεντικά ελληνικό στοιχείο συνίσταται στο ότι η ιστορία είναι μία αιώνια επανάληψη, τίποτε καινόν δεν συμβαίνει υπό τον ήλιον […] Δίκαια λοιπόν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η πνευματική ζωή των Ελλήνων είναι χωρίς ιστορικότητα, ανιστορική. Αν θέλεις να βρεις τον θεό του ελληνισμού, πρέπει να τον αναζητήσεις στο αμετάβλητο στοιχείο, στο πνευματικό Είναι, στις ιδέες. Ό Θεός των εβραίων απεκαλύπτετο μέσα στην ιστορία κι όχι στις ιδέες […] Ή ιστορία σύμφωνα με την Π.Δ. είναι μία κίνηση με ένα σκοπό, πού καθορίσθηκε από τον Θεό».
Έτσι λοιπόν συνάγεται το συμπέρασμα ότι «η εσχατολογία είναι τόσο αναγκαία για την εβραϊκή θρησκευτικότητα όσο είναι για τον θρησκεύοντα έλληνα η αμετάβλητη υπερβατικότητα» (Boman).
Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις γίνεται κατανοητό ένα σύνολο θεμελιωδών πεποιθήσεων της Π.Δ. Επί παραδείγματι η «δημιουργία κατά τη θεολογία της Π.Δ. είναι εσχατολογική» ή, όπως ισχυρίζονται οι εβραιολόγοι, «η δημιουργία είναι ιστορία», ενώ θα περίμενε κανείς η δημιουργία να θεωρηθεί ως φύση ή κόσμος, ποτέ όμως ως ιστορία. Αυτό ενέχει την καταξίωση της υλικότητας του σύμπαντος και της σωματικότητας του ανθρώπου: ένα χαρακτηριστικό της βιβλικής μεταφυσικής είναι η απουσία κάθε αρνητικής ιδέας για την υλη.
Η εβραϊκή βιοθεωρία επονομάζεται «ποιητικός υλισμός» ή «σαρκικός ιδεαλισμός» και δίδεται η κατωτέρω εύγλωττη εξήγηση: «Ό Εβραίος έχει αγάπη για το αισθητό επειδή δεν είναι δυαλιστής, έχει τό αίσθημα του σαρκικού διότι διακρίνει σε αυτό τον χυμό του πνευματικού. Το βιβλικό κοσμοείδωλο είναι το ακριβώς αντίθετο του μανιχαϊσμού » (Tresmontant).
Το πιο έκδηλο γνώρισμα της ιουδαϊκής κοσμοαντιλήψεως είναι η έμφαση στη δημιουργία που ενέχει την καινοτομία, το ανεπανάληπτο, το απρόβλεπτο: «Η ανάδυση του καινού είναι σφραγίδα της δημιουργίας».
Κοινός παρονομαστής χριστιανισμού και ιουδαϊσμού είναι η εσχατολογική οντολογία. Ό διαφορετικός αριθμητής εντοπίζεται στη θεολογία και μάλιστα στη χριστολογία. Η εβραϊκή εσχατολογία γνωρίζει μόνον ένα κέντρο, στο μέλλον, με την έλευση του Μεσσίου. Η χριστιανική εσχατολογία διαθέτει δύο τέτοια επίκεντρα: το ένα στο παρελθόν (Ενσάρκωση, Πρώτη Παρουσία) και το άλλο στο μέλλον (Κρίσις, Δευτέρα Παρουσία).
Αντί για τη μονοδιάστατη ιουδαϊκή εσχατολογία, ο χριστιανισμός έχει διασδιάστατη θεολογία με την ένταση ανάμεσα στις δυο Παρουσίες.
Αν ο χρόνος για τον Εβραίο αναπαριστάται με μίαν ευθεία γραμμή ή ένα βέλος, για τον χριστιανό είναι ένας κοχλίας που κάμνει κυκλικές κινήσεις, αλλά κινείται ευθύγραμμα, εξελίσσεται, μολονότι μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, κάτι ωσάν τη βίδα.
Ό εβραίος αντιλαμβάνεται τον χρόνο ωσάν βέλος, ο χριστιανός ωσάν κοχλία και ο έλλην ωσάν κύκλο.
Η αέναος κι αιώνια επανάληψη του ομοίου χωρίς καινοτομία και δίχως απροσδιοριστία είναι η καρδιά του ελληνικού κοσμοειδώλου. Αν ο ιουδαϊκός πολιτισμός δομείται πάνω στην εσχατολογία, ο ελληνικός βασίζεται στην κοσμολογία.
Ο εβραίος κατανοεί την οντολογία ως εσχατολογία, ο έλλην ως κοσμολογία. Ακόμη και την ιστορία του τη σπουδάζει επιστημονικώς, ωσάν τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη, αλλ’ υποτάσσει την ιστορία στη φύση. Ό εβραίος υπάγει τη φύση στην ιστορία, τον χώρο στον χρόνο, το ον στο γεγονός, την ουσία στη γένεση.
Ό,τι πλεονάζει στον ιουδαϊσμό, δηλαδή η εσχατολογία, αυτό ακριβώς απουσιάζει στον ελληνισμό. Η ελληνική οντολογία κινείται στον αστερισμό της κοσμολογίας αποκλειστικώς, και με αυτήν την έννοια τοποθετείται στους αντίποδες της εβραϊκής οντολογίας.
Η εσχατολογική οντολογία συνιστά την κατ’ εξοχήν θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του ιουδαιοχριστιανισμού. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα πάντα με τα πορίσματα των θρησκειολόγων που συνοπτικώς μνημονεύουμε εν συνεχεία, ότι η εσχατολογία γίνεται το αμετάθετο και ανυπέρβλητο οντολογικό όριο ανάμεσα στον χριστιανισμό και σε κάθε άλλη μορφή θρησκευτικότητας (πέρα από τον ιουδαϊσμό).
«Ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία του συγχρόνου ανθρώπου και του ιστορικού ανθρώπου, που ανεκάλυψε ταυτόχρονα την προσωπική ελευθερία και τον συνεχή χρόνο (αντί για τον κυκλικό χρόνο)» (Eliade). Έτσι προβάλλεται ο θρησκειολογικός ισχυρισμός ότι «ο χριστιανός δεν ζη πλέον μέσα στον κόσμο αλλά μέσα στην ιστορία».
Πιο πολύ κι από τον ιουδαϊσμό, όπου «για πρώτη φορά οι προφήτες έδοσαν αξία στην ιστορία», αφού «οι εβραίοι υπήρξαν οι πρώτοι οι οποίοι ανεκάλυψαν το νόημα της ιστορίας ως της επιφανείας του Θεού», «ο χριστιανισμός προχωρεί ακόμα πιο πολύ στην αξιολόγηση του ιστορικού χρόνου.
Επειδή ο Θεός ενσαρκώθηκε, ανέλαβε μία ανθρώπινη ύπαοξη ιστορικώς προσδιορισμένη, η ιστορία έγινε δεκτική αγιοποιήσεως […] η ιστορία αποκαλύπτεται ως η νέα διάσταση της παρουσίας του Θεού μέσα στον κόσμο».
Η διαφορά του χριστιανισμού από τον ελληνισμό και από κάθε άλλη μορφή θρησκευτικότητας πολυθεϊστικού τύπου εντοπίζεται όχι μόνον, ούτε κυρίως, στο θεολογικό επίπεδο- εντοπίζεται στο οντολογικό πεδίο. Δεν είναι μόνον θρησκευτική, αλλά αποβαίνει και φιλοσοφική διαφοροποίηση.
Υπ’ αυτήν την έννοια το πρόβλημα Είναι και Χρόνος εισέρχεται στην προοπτική της φιλοσοφίας της θρησκείας. Η οντολογία καλείται να επιλέξει την εστία της στην εσχατολογία ή στην κοσμολογία, στον χρόνο ή στον χώρο, στην ιστορία ή στη φύση.
Η εσχατολογική, ιστοριοκρατική, χρονική επιλογή της οντολογίας συνεπάγεται την ιουδαιοχριστιανική θεολογία. Η κοσμολογική, φυσιοκρατική άχρονη επιλογή της οντολογίας σημαίνει την ελληνική παράδοση.
Αν θελήσουμε να μιλήσουμε με τους όρους του Κούλλμαν, «Χριστός και Χρόνος», θα μπορούσαμε να σχηματοποιήσουμε τις θέσεις μας κάπως έτσι για να γίνουν πιο ευμνημόνευτες: στον χριστιανισμό ισχύει το «Χριστός και Χρόνος», στον ιουδαϊσμό αρκεί το « Χρόνος χωρίς Χριστό », και στον ελληνισμό εκπροσωπείται το «ούτε Χριστός ούτε Χρόνος».
Ό Χριστός της εκκλησίας συνεπάγεται τον Χρόνο. Δεν ισχύει όμως το αντίστροφο: ο Χρόνος δεν συνεπάγεται τον Χριστό αυτομάτως ή αναγκαίως, γι’ αυτό στον ιουδαϊσμό ο Μεσσίας δεν συμπίπτει με τον Ιησού από την Ναζαρέτ ως τον Χριστό.
Όπου λείπει ο χρόνος απουσιάζει ο Χριστός. Εκεί όπου πιστεύεται ο χρόνος μπορεί να πιστευθεί και ο Χριστός.
«Χριστός και χρόνος» συρράπτονται στενότατα και εσώτατα. Αυτό ακριβώς επιχειρήσαμε να δείξουμε ότι επιβεβαιώνεται από μία θρησκειοφιλοσοφική διερεύνηση της μεταφυσικής τριών θρησκευμάτων του μεσογειακού πολιτιστικού εύρους που εγγίζει την εποχή μας.
Η απουσία εσχατολογικής οντολογίας στον ελληνισμό και στον γνωστικισμό εματαίωσε τη χριστιανική παρουσία είτε προκαταβολικά, όπως στον ελληνισμό, είτε αναδρομικά, όπως στον γνωστικισμό.
Η παρουσία εσχατολογικής οντολογίας στον ιουδαϊσμό ήταν που κατέστησε άνετη κι απροβλημάτιστη τη μεταφυσική κυκλοφορία πιστών ανάμεσα στα δυο αυτά θρησκεύματα, τουλάχιστον κατά τους τρεις πρώτους αιώνες.
Τι συνέβη όμως μετέπειτα, στους Μέσους Αιώνες της εκκλησιαστικής ιστορίας; Ποιά ήταν η μοίρα της εσχατολογικής οντολογίας στον βυζαντινό χριστιανισμό;
Η πατερική θεολογία στην Ανατολή διεφύλαξε ως κόρην οφθαλμού την ιουδαιοχριστιανική εσχατολογία, παρά τις έντονες πιέσεις που δέχθηκε τόσο από τον ελληνισμό όσο και από τον γνωστικισμό.
Η παρακαταθήκη του αρχέγονου χριστιανισμού με την εσχατολογική έμφαση της μεταφυσικής του διεσώθηκε τελικώς στον βυζαντινό χριστιανισμό.
Η Ορθοδοξία συνίσταται σε αυτό: στη διαφύλαξη της εσχατολογικής οντολογίας του χριστιανισμού. Από εκεί εξεπήγασε η λυδία λίθος που είχε στη διάθεσή της η πατερική θεολογία για να ορθοτομήσει την αλήθεια στο χριστολογικό, το τριαδολογικό, το εικονομαχικό ή το πνευματολογικό ζήτημα.
Η χριστιανική οντολογία είναι εσχατολογική ή δεν είναι χριστιανική. Η Ορθοδοξία είναι εσχατολογική ή ανορθόδοξη. Ή με τα λόγια του π. Φλωρόφσκυ: «Όποιος μένει απαθής έναντι της ιστορίας, αυτός δεν είναι καλός χριστιανός».
