Οι θεολογικοί διάλογοι μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών στην υπηρεσία της εξωτερικής πολιτικής: η συμβολή του Σύρου Αλεξάνδρου Λυκούργου και του Αθηνών Μελετίου Μεταξάκη

Καρυάμη Σωτ. Αθανασίου, πρωτοπρ.

«Οι θεολογικοί διάλογοι μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών στην υπηρεσία της εξωτερικής πολιτικής: η συμβολή του Σύρου Αλεξάνδρου Λυκούργου και του Αθηνών Μελετίου Μεταξάκη»,
Μεσόγειος 39 (2024), Αθήνα, 2024, σελ. 221-55 εκδ. Ηρόδοτος

Κατά τη διάρκεια του Αγώνα του 1821 η πορεία της πολιτικής σκέψης όλων των εμπλεκομένων πολιτικών και οπαδών του Διαφωτισμού για τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, επέβαλε τη χρήση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως το υπόστρωμα της κυοφορίας αυτού του στόχου. Το υπό ίδρυση κράτος θα έπρεπε για όλους εκείνους να ήταν βασισμένο στα δυτικά πρότυπα. Η αξιοποίηση από την πρώτη στιγμή των εκκλησιαστικών ανδρών στις επαναστατημένες περιοχές μαζί με όσους κατέφευγαν σε αυτές, ήταν ένα καθολικό φαινόμενο στα πρώτα της χρόνια που όμως δεν κράτησε για πολύ καιρό. Η συμβολή των ιεραρχών υπήρξε πολύτιμη όπως και των απλών κληρικών. Όμως, η πολιτειοκρατία αναδεικνύεται διαχρονικά ως η μόνη οδός για την πορεία της Εκκλησίας στο υπό ίδρυση κράτος. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, που επέτρεψαν τη δημιουργία του μικρού κρατιδίου και όχι την ανεξαρτησία του, είχαν άλλες βλέψεις για τη δομή και τις προτεραιότητές του. Οι πολιτικοί ταγοί του νεοσύστατου κρατιδίου μαζί με τους λόγιους άνδρες οπαδούς του Διαφωτισμού (ανάμεσά τους αρκετοί κληρικοί) αδιαφορούσαν για τις επιλογές των πολιτών που έβλεπαν με καχυποψία αυτές τις πρωτόγνωρες αλλαγές. Εξάλλου, οι τοπικές ορθόδοξες εκκλησίες των Βαλκανίων ήταν όλες υποχρεωτικά προσανατολισμένες στην αφύπνιση των λαών και στη συμμετοχή τους στις διαδικασίες για τη δημιουργία εθνικών κρατών. Το κλίμα αυτό, των κρατικών επεμβάσεων από κάθε κυβερνητικό σχηματισμό, συντηρήθηκε και αξιοποιήθηκε στο νεοσύστατο κράτος ολόκληρο τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Οι επεμβάσεις γίνονταν σε κάθε πολιτική, πολιτειακή ή εθνική κρίση (1).

Οι εκκλησιαστικές υποθέσεις από την αρχή της Επαναστάσεως του 1821 ανατέθηκαν σε ένα ειδικό υπουργείο, το Μινιστέριον της Θρησκείας. Αυτό είχε στην αρμοδιότητά του μόνο τις υποθέσεις που αφορούσαν την Ορθόδοξη Εκκλησία στις επαναστατημένες περιοχές. Τα θρησκευτικά ζητήματα των Ρωμαιοκαθολικών διαχειρίζονταν απευθείας οι πολιτικοί ταγοί. Οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν βρήκαν την αναμενόμενη ανταπόκριση από τους Ρωμαιοκαθολικούς που εκτός των άλλων, δεν ήθελαν να επωμισθούν το οικονομικό κόστος μιας τέτοιας προσπάθειας, που η κατάληξή της θα ήταν αβέβαιη. Πρώτος μινίστρος, δηλαδή υπουργός, της Θρησκείας ανέλαβε ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, ο οποίος πιεζόταν να συντάξει ένα σχέδιο νόμου για τα εκκλησιαστικά πράγματα. Όμως, ενσυνείδητα δεν ολοκλήρωσε την υποχρέωση που είχε αναλάβει, αφού διέβλεπε τις συνέπειες για τον εκκλησιαστικό οργανισμό στο εγγύς μέλλον, από τις επεμβάσεις των πολιτικών προσώπων στα εσωτερικά διοικητικά ζητήματα της Εκκλησίας και οδηγήθηκε αναγκαστικά σε παραίτηση. Η πρώτη προσπάθεια επιβολής της πολιτικής εξουσία σε αρχιερείς προέκυψε στις αρχές του 1822, όταν το Εκτελεστικό απαίτησε από ομάδα ιεραρχών που βρίσκονταν στην Κόρινθο να προχωρήσει σε αφορισμούς, με τη διαταγή αυτή να διαβιβάζεται στον υπουργό Εσωτερικών Ιωάννη Κωλέττη και όχι στον αρμόδιο μινίστρο της Θρησκείας επίσκοπο Ανδρούσης Ιωσήφ. Η αξιοποίηση ετεροχθόνων πολιτικών με τη στήριξη των αυτόχθονων προκρίτων έγινε για να καταφέρουν οι δύο πλευρές να επικρατήσουν στη διαμάχες τους με τους στρατιωτικούς ηγέτες που είχαν αναλάβει το βάρος του ένοπλου αγώνα της Επανάστασης του 1821 (2).

Η περιθωριοποίηση των εκκλησιαστικών ανδρών εντοπίζεται από το έτος 1824. Τα δάνεια από την Αγγλία έδωσαν «φτερά» στους πολιτικούς ταγούς που τα διαχειρίστηκαν, εισπράττοντας την μεγάλη δυσφορία των στρατιωτικών που ένιωθαν παραγκωνισμένοι. Η αντιπαλότητα μεταξύ τους θα συνεχίζονταν με τις ανάλογες κάθε φορά συνέπειες. Οι εσωτερικές διαμάχες των επαναστατημένων Ελλήνων και οι εξελίξεις από την εμπλοκή των ξένων Δυνάμεων, αποτυπώθηκαν σύντομα και στα εκκλησιαστικά ζητήματα. Η θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, που ήταν υπεύθυνο για όλους τους ορθοδόξους λαούς εντός των ορίων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν πολύ δύσκολη. Η διακοπή των σχέσεων του με τις επαναστατημένες περιοχές αναπόφευκτη για την επιβίωσή του. Η αναρχία που επικράτησε στα εκκλησιαστικά θέματα ήταν η αιτία που κινητοποιούσε τους αρχιερείς να αναζητούν λύσεις βασισμένοι στους ιερούς κανόνες, χωρίς όμως να βρίσκουν ανταπόκριση από τους πολιτικούς που διαχειρίζονταν την εξουσία, καταφεύγοντας στα αναγκαία κάθε φορά προσωρινά ημίμετρα (3).

Η διακυβέρνηση Ι. Καποδίστρια δεν διαφοροποιήθηκε καθόλου από την πολιτειοκρατική στάση που κράτησαν και διατήρησαν οι προηγούμενοι πολιτικοί κατά την περίοδο της Επαναστάσεως. Ο ίδιος οπαδός της πεφωτισμένης Δεσποτείας και όχι του Διαφωτισμού, είχε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη γηραιά ήπειρο και είχε επιλέξει τον ίδιο με αυτούς τρόπο αντιμετώπισης της ελλαδικής Εκκλησίας από την Πολιτεία. Η ίδρυση της Γραμματείας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, δηλαδή υπουργείου, με πρώτο γραμματέα (υπουργό) το Ν. Χρυσόγελο, ήταν στην πραγματικότητα αναμενόμενη. Η μοναδική διαφορά του Κυβερνήτη Καποδίστρια με τους προηγούμενους και τους επόμενους ήταν η διάθεσή του να βρει μια κοινά αποδεκτή λύση στηριζόμενος στους ιερούς κανόνες, σε συνεργασία με τον Οικουμενικό θρόνο. Απεναντίας διατηρήθηκαν οι πολιτειοκρατικές του θέσεις και μετά τη δολοφονία του, ενώ συστηματοποιήθηκαν οι παρεμβάσεις της Πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα στην Ελλάδα από την Αντιβασιλεία, χωρίς αυτή να υπολογίζει την κανονική τάξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας με βάση τους ιερούς κανόνες (4).

H δεκαετία του 1870 υπήρξε και για τα εκκλησιαστικά πράγματα στην Ελλάδα αρκετά δύσκολη, αφού η κρατική παρέμβαση εκφράσθηκε με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο, αποκαλύπτοντας το βάθος του προβλήματος της πολιτειοκρατίας που καθόριζε τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας που με τόσο έντεχνο τρόπο είχε εκδηλωθεί και παγιωθεί από τον καιρό της Επανάστασης του 1821. Η κρατική παρέμβαση στις εκλογές επισκόπων συνδέθηκε, εκτός από την υποχρεωτική υποταγή στις απόψεις της εκάστοτε πολιτικής ή πολιτειακής ηγεσίας, με οικονομικά ανταλλάγματα, μεταξύ υπουργών και υποψήφιων αρχιερέων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι αξιώσεις των δύο αρμόδιων υπουργών για τη νομιμοποίηση των εκλεγμένων αρχιερέων της όγδοης και τελευταίας κυβέρνησης του Δημητρίου Βούλγαρη. Ο I. Βαλασόπουλος και ο γαμπρός του πρωθυπουργού Β. Νικολόπουλος, έβγαλαν σε πλειστηριασμό τέσσερις εκκλησιαστικές επαρχίες, απαιτώντας τεράστια χρηματικά ποσά για την εποχή από τους κληρικούς υποψηφίους επισκόπους γι’ αυτές. Το τεράστιο αυτό πολιτικό, οικονομικό και εκκλησιαστικό σκάνδαλο ήρθε στο φως της δημοσιότητας, από τον άνθρωπο που εισήγαγε τον ευσεβισμό στην Ελλάδα, τον λαϊκό ιεροκήρυκα Απόστολο Μακράκη. Η καταδίκη των δύο υπουργών και των τριών αρχιερέων (ο τέταρτος είχε αποβιώσει) άνοιξε για άλλη μια φορά τον ασκό του Αιόλου, αφού οι παλινωδίες συνεχίστηκαν και μετά τη δίκη, μεταξύ Εκκλησίας της Ελλάδος και του αρμόδιου υπουργείου, για την απόφαση του δικαστηρίου. Τη στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος στηλίτευσε με την άρνησή του ο βασιλικός επίτροπος και καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Νικόλαος Δαμαλάς να μην υπογράφει τα πρακτικά της Ιεράς Συνόδου (εκφράζοντας τη βούληση της πολιτικής ηγεσίας), δείχνοντας πως το συγκεκριμένο σκάνδαλο ήταν απλά η κορυφή του παγόβουνου στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Εξάλλου, αυτή η τακτική της καταβολής μεγάλων χρηματικών ποσών σε κρατικούς αξιωματούχους ήταν πολύ συχνό φαινόμενο από την εποχή της Οθωμανικής κυριαρχίας. Σύμφωνα με το βεράτι του 1525 οι σουλτάνοι μετά την άνοδό τους στον θρόνο ανανέωναν το προηγούμενο βεράτι μετά από αίτημα του εκάστοτε Πατριάρχη, με την υποχρέωση να πληρώνει ένα χρηματικό ποσό γι’ αυτή την ανανέωση, όπως είχε γίνει ξανά στο παρελθόν. Η συγκεκριμένη πρακτική υιοθετήθηκε και στο νεοσύστατο κράτος, όπως φαίνεται ολοκάθαρα από δύο Εγκυκλίους της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Με την εγκύκλιο 81 Β’ με αριθμό πρωτοκόλλου 3460/11-7-1853 «Περί ακριβούς εκπληρώσεως των καθηκόντων των Επισκόπων» και με την εγκύκλιο 88 με αριθμό πρωτοκόλλου 4353/9-1854 ««Περί καθηκόντων των Επισκόπων» αναφέρεται ότι η συγκεκριμένη τακτική υιοθετήθηκε κάποιες φορές και στη νεότερη Ελλάδα. Αυτό το φαινόμενο αξιοποιήθηκε από τους δύο εμπλεκόμενους υπουργούς όταν βρήκαν την κατάλληλη ευκαιρία. Το συγκεκριμένο σκάνδαλο ήταν μια απτή απόδειξη της αιχμαλωσίας της Εκκλησίας στην Ελλάδα και της χρήσης της για προσωπικούς, εθνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς ή άλλους σκοπούς σε κάθε περίοδο όταν αυτό ήταν για κάποιους αναγκαίο (5).

Η πολιτειοκρατία στην Ελλάδα που είχε μονομερώς εδραιωθεί, βιώθηκε από την ελληνική κοινωνία με πρωτόγνωρο και απροκάλυπτο τρόπο. Κάποιοι πολιτικοί ταγοί σε κάθε εποχή δεν κρατούσαν πλέον ούτε τα προσχήματα, βέβαιοι για την αδυναμία των εκκλησιαστικών ανδρών να ξεφύγουν από αυτό το πολιτειοκρατικό σύστημα. Το εκκλησιαστικό σκάνδαλο των σιμωνιακών ήρθε να αναδείξει την αδυναμία της Εκκλησίας της Ελλάδος να αντιδράσει ουσιαστικά στις ποικίλες επεμβάσεις που αφορούσαν τα εσωτερικά διοικητικά της θέματα, και αξιοποιήθηκε για να απορροφήσει τους κραδασμούς από ένα άλλο σημαντικό πολιτικό σκάνδαλο της όγδοης και τελευταίας κυβέρνησης του Δημητρίου Βούλγαρη που έμεινε γνωστό στην ιστορία ως τα στηλιτικά. Μετά από τη δίκη των εμπλεκομένων στα σιμωνιακά το ενδιαφέρον του λαού είχε ολοκληρωτικά ατονήσει και οι δεκάδες κατηγορούμενοι βουλευτές έπεσαν στα μαλακά, αφού το ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη δίκη (που άρχισε αμέσως μετά τη δίκη για τα σιμωνιακά) ήταν πάρα πολύ μικρό, σχεδόν ανύπαρκτο (6).

Σε μια περίοδο που η διεθνής διπλωματία καλούνταν να δραστηριοποιηθεί για τη διευθέτηση δύσκολων καταστάσεων, η Ελλάδα δεν είχε καμία ανάλογη προετοιμασία, αφού ούτε διπλωματικές αποστολές δεν είχε καταφέρει να διατηρήσει σε υπολογίσιμες δυνάμεις στο εξωτερικό (7). Μέσα σε αυτό το γενικό κλίμα οι διαμάχες μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και τσαρικής Ρωσίας για τον έλεγχο του μικρού βασιλείου δεν έπαψαν να υπάρχουν από τη σύστασή του. Ας μη ξεχνάμε ότι τα πρώτα κόμματα στην Ελλάδα αντλούσαν την ονομασία τους από τα ονόματα των κρατών των Μεγάλων Δυνάμεων, εξυπηρετούσαν ουσιαστικά τα δικά τους συμφέροντα και νομιμοποιούσαν ηθικά τις δικές τους επιλογές και παρεμβάσεις, με τους Έλληνες να περιμένουν τη σωτηρία τους από αυτά. Η κατάσταση δεν βελτιώθηκε ούτε με την αλλαγή της βασιλικής Δυναστείας και της ψήφισης του νέου Συντάγματος (1864), αφού η νοοτροπία του πολιτικού κόσμου δεν άλλαξε. Η παλαιά κακή νοοτροπία των λαϊκών στρωμάτων, η κακοδιοίκηση, το άκρατο κομματικό συμφέρον, η προσωπολατρία και τα κομματικά ρουσφέτια δεν άφηναν πολλά περιθώρια προόδου εκσυγχρονισμού του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (8).

Ο έλεγχος από το κράτος όλων των εκκλησιαστικών ζητημάτων ήταν ασφυκτικός και απόλυτος. Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν είχε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει άμεσα ή έμμεσα με οποιαδήποτε πολιτική ή εκκλησιαστική αρχή στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό. Η αλληλογραφία της έπρεπε πρώτα να περάσει από λογοκρισία από το αρμόδιο υπουργείο που χειριζόταν όλα τα εκκλησιαστικά θέματα, για να φθάσουν οι επιστολές της στους παραλήπτες εντός ή εκτός Ελλάδος (9).

Τόσο μεγάλος και ασφυκτικός υπήρξε ο κλοιός γύρω από τους επισκόπους, πρεσβυτέρους και διακόνους που δεν τους επέτρεπαν να έχουν πολιτικά δικαιώματα, ούτε να διορίζονται σε δημόσια αξιώματα. Το Σύνταγμα της Τροιζήνος το 1827 αναφέρει ότι οι κληρικοί δεν μπορούσαν να κατέχουν κανένα δημόσιο υπούργημα και ότι μόνο οι πρεσβύτεροι θα είχαν δικαίωμα ψήφου. Όμως και αυτό δεν άργησε να αφαιρεθεί από αυτούς, αφού με τον Νόμο 93/1864 άρθρο 71 και λίγα χρόνια αργότερα με τον Νόμο 648/1877 τους διέγραψαν από τους εκλογικούς καταλόγους. Το ζήτημα αυτό ήρθε ξανά στην επιφάνεια επί των ημερών του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου το 1954 με πρωτοβουλία του βουλευτή Αχαΐας Αναστάσιου Δρούλια. Παρά τις αρχικές αντιδράσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος και τη μετέπειτα διχογνωμία των ιεραρχών, φοβούμενοι οι ίδιοι μήπως κατηγορηθούν σε δύσκολες και πολιτικά φορτισμένες εποχές για συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος σε προεκλογικές αναμετρήσεις, τελικά οι ιερείς και οι αρχιερείς στην Ελλάδα λίγα χρόνια αργότερα μπορούσαν να είναι ελεύθερα ψηφοφόροι στις εκλογές (10).

Ένα μεγάλο αγκάθι στις σχέσεις μεταξύ των Ελλήνων και των Ρώσων υπήρξε η ανακήρυξη της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870. Ο σουλτάνος στις 10 Μαρτίου 1870 ίδρυσε με φιρμάνι του την αυτοκέφαλη βουλγαρική Εκκλησία, γνωστή ως Βουλγαρική Εξαρχία. Ο πρόεδρός της θα ήταν πρόεδρος μιας ανεξάρτητης συνόδου. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αντιλαμβανόταν τις βλέψεις κάποιων κύκλων. Η αιτία όλων αυτών των αλλαγών υπήρξε ο εθνοφυλετισμός (καταδικάσθηκε το 1872 ως αίρεση επί Πατριάρχη Άνθιμου ΣΤ’) ο οποίος θα στιγμάτιζε τις σχέσεις μεταξύ των ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών από τότε μέχρι σήμερα. Οι διαμαρτυρίες του ορθόδοξου πληρώματος στον σουλτάνο γι’ αυτήν την εξέλιξη δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα (11).

Το 1871, με αφορμή τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων από την έναρξη του Αγώνα του 1821 αποφασίστηκε ο εορτασμός της επετείου με ιδιαίτερη λαμπρότητα από το νεοσύστατο κράτος. Στο πλαίσιο αυτό αποφασίσθηκε να ζητήσουν από τη τσαρική Ρωσία τη μετακομιδή του λειψάνου του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου Ε’ που είχαν απαγχονίσει οι Οθωμανοί λίγο μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης. Ο νέος άνακτας της Ελλάδας Γεώργιος Α’ (1845-1913) είχε νυμφευθεί τη Μεγάλη Δούκισσα της Ρωσίας Όλγα (1851-1926) το 1867. Με αυτό τον γάμο οι δεσμοί των δύο βασιλικών οίκων ενισχύθηκαν, χωρίς όμως να ομαλοποιηθούν οι διακρατικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδος-Ρωσίας. Το φάντασμα του Πανσλαβισμού δεν μπορούσε να αγνοηθεί από πολλούς πολιτικούς άνδρες και από μεγάλη μερίδα του λαού. Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1854¬1856) ήταν η αιτία της στροφής της εξωτερικής πολιτικής του τσαρικού κράτους, απέναντι στους μη σλαβόφωνους ορθόδοξους πληθυσμούς εντός των ορίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η τσαρική Ρωσία αποφάσισε να εκμεταλλευθεί το γεγονός του εορτασμού της πεντηκονταετίας, για να προσεγγίσει ξανά τον ελληνικό λαό που είχε πάψει να ανήκει στη δική της σφαίρα επιρροής. Το «ξανθό γένος» είχε πια ξεθωριάσει στα μάτια των Ελλήνων. Ο Ευστάθιος Λιανός Λιάντης γράφει: «Δηλαδή ο Πανσλαβισμός όχι μόνον απέτυχε ως τάση επιρροής και επέκτασης αλλά, εν τοις πράγμασι, λειτούργησε συρρικνωτικά για την κύρια δύναμη εμπνεύσεως.» Έτσι, η Ρωσία για να ανατρέψει το αρνητικό κλίμα που είχε εδραιωθεί στην Ελλάδα, αποφάσισε τη μετακομιδή του λειψάνου του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’ παρά της αντιδράσεις του σουλτάνου που επιθυμούσε την επιστροφή του λειψάνου στην επικράτειά του, αφού υπήρξε ο απαγχονισμένος Πατριάρχης υπήκοός του, αναγνωρίζοντας το λάθος τους (12).

Ο ανταγωνισμός των ξένων Δυνάμεων για τον έλεγχο της Ελλάδος ήταν ασφυκτικός από τη σύσταση του νεοελληνικού κρατιδίου. Η διαμάχη άγγιξε πολλές πτυχές του καθημερινού βίου των απλών ανθρώπων. Στο θεολογικό πεδίο οι Έλληνες θεολόγοι, με βάση τον τόπο διεξαγωγής των σπουδών τους στο εξωτερικό αλληλοκατηγορούνταν μεταξύ τους. Όσοι θεολόγοι είχαν σπουδάσει τη θεολογική επιστήμη στην τσαρική Ρωσία, κατηγορούσαν ανοικτά όσους είχαν πραγματοποιήσει τις μεταπτυχιακές τους σπουδές σε γερμανόφωνα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, ως προτεσταντίζοντες. Έτσι, οι θεολογικές διαμάχες της εποχής εκτείνονταν σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους της θεολογίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο θεολόγος Αλέξανδρος Λυκούργος κατά τη διάρκεια των σπουδών του στα γερμανικά πανεπιστήμια, έγινε σφοδρός πολέμιος του κινήματος του Πανσλαβισμού. Η σύγκρουσή του εντός των συνόρων με πρόσωπα που εξυπηρετούσαν τις βλέψεις του τσάρου στην ελληνική επικράτεια, του δημιούργησε πολλά εμπόδια στην εξέλιξή του ως καθηγητή στο πανεπιστήμιο, ως επισκόπου και λίγα χρόνια αργότερα ως προκαθήμενου της Εκκλησίας της Ελλάδος, αφού μετά από επέμβαση του τσάρου ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ δεν προχώρησε στην επικύρωση της εκλογής του (13).

Ο αρχιεπίσκοπος Σύρου, Τήνου και Μήλου Αλέξανδρος Λυκούργος (1827-1875) γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1827 στη Χώρα ή κατ’ άλλους στο Πυθαγόρειο της Σάμου. Ο πατέρας του Γεώργιος Λογοθέτης Λυκούργος (1772-1850) που ως Φιλικός πήρε το όνομα Λυκούργος ήταν από τις ηγετικές μορφές του αγώνα του 1821 και διοίκησε πολιτικά και στρατιωτικά το νησί της Σάμου ως αυτόνομο κράτος με επιτυχία. Ο Αλέξανδρος έμαθε τα πρώτα του γράμματα στον τόπο της γεννήσεώς του και συνέχισε τις σπουδές του στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Αθήνα. Σαν φοιτητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών αντιπαρατέθηκε με τον προτεστάντη Αμερικάνο ιεραπόστολο Ιωνά Κιγκ. Όταν αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή Αθηνών έφυγε για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Γερμανία, στα πανεπιστήμια της Λειψίας, της Χάλλης και του Βερολίνου, με την οικονομική στήριξη του ελληνικού βασιλικού ζεύγους. Μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε στην ελληνική πρωτεύουσα όπου προσπάθησε να διορισθεί καθηγητής θεολογίας στο πανεπιστήμιο, χωρίς επιτυχία, αφού δέχθηκε πολλαπλές επιθέσεις από άλλους συνυποψήφιους του για τη θέση του καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Οι προσπάθειες του όμως ευοδώθηκαν το 1860. Δύο χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και λίγο αργότερα πρεσβύτερος από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Κύριλλο Β’. Το 1864 έγινε τακτικός καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, διδάσκοντας τα μαθήματα Εγκυκλοπαιδεία της Θεολογίας, Συμβολική, Ομιλητική και Ιστορία των Δογμάτων. Στο νεότευκτο Πανεπιστήμιο του Όθωνος ο Αλέξανδρος Λυκούργος δίδαξε μόνο έξι χρόνια (1860-1866). Η ανάθεση σε αυτόν της διδασκαλίας τεσσάρων διαφορετικών μαθημάτων δεν του έδωσε την ευκαιρία να αναπτύξει μεγάλο συγγραφικό έργο. Κατά τη διάρκεια των ετών 1859-1862 εξέδωσε μαζί με τον υφηγητή της Θεολογίας Αντώνιο Μοσχάτο το περιοδικό Ιερομνημων, ήτοι Επιστημονικόν Θεολογικόν Σύγγραμμα περιέχον ύλην εκ πάντων των κλάδων της Θεολογίας και εκδιδόμενον περιοδικώς, όπου δημοσίευσε αρκετές σημαντικές μελέτες με σκοπό την αναθεώρηση του τρόπου προσεγγίσεις της θεολογικής επιστήμης στη νεότερη Ελλάδα. Τον Μάιο του 1867 από το πανεπιστήμιο της Αθήνας «απενεμήθη αυτώ η προσηγορία του επιτίμου καθηγητού του Πανεπιστημίου» (14).

Το έντυπο αυτό από το δεύτερο τεύχος του αντιτάχθηκε με σφοδρότητα στον πανσλαβισμό και ο ίδιος μέσα από τις στήλες του ήρθε σε άμεση αντιπαράθεση με τους φιλορωσικούς θεολογικούς κύκλους στην Ελλάδα και με τον θεολόγο Παναγιώτη Ρομπότη. Η Ελισάβετ Κοντογιώργη και η Φωτεινή Ασημακοπούλου σημειώνουν: «Επειδή όμως θεωρήθηκε ότι οι θέσεις του για δογματικά, εκκλησιολογικά και άλλα θέματα έκλιναν προς τον προτεσταντισμό, ο Αλέξανδρος Λυκούργος κλήθηκε το 1861 να υπερασπισθεί τις απόψεις του περί της θεοπνευστίας της Αγίας Γραφής, ενώπιον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Μετά τη δικαίωσή του από τη Σύνοδο, υποστήριξε στον Ιερομνήμονα ότι η διδασκαλία του είχε σκοπίμως παρερμηνευθεί και διαστρεβλωθεί από Έλληνες θεολόγους που είχαν σπουδάσει στη Ρωσία και τον ανταγωνίζονταν προσωπικά» (15).

Μετά τον θάνατο του Σύρου, Τήνου και Μήλου Δανιήλ το 1862 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εξέλεξε τον αρχιμανδρίτη Αλέξανδρο Λυκούργο ως νέο αρχιεπίσκοπο Σύρου, Τήνου και Μήλου χωρίς να αποφευχθούν οι αντιδράσεις από τους γνωστούς ρωσόφιλους κύκλους στην Ελλάδα. Ο Αλέξανδρος χειροτονήθηκε επίσκοπος στις 12 Ιουλίου 1866 και η ενθρόνισή του έγινε στη Σύρο στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στις 3 Αυγούστου 1866. Η εκλογή του σύμφωνα με τον Δ. Μπαλάνο «εγένετο αναντιρρήτως επί ζημία της θεολογικής επιστήμης». Ο Λυκούργος ως αρχιερέας δεν υπήρξε το ίδιο φιλελεύθερος όπως υπήρξε ως καθηγητής. Ο συνάδελφός του στη Θεολογική Σχολή Αθηνών καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Αναστάσιος Διομήδους Κυριακός τον κατηγόρησε ευθέως ως φανατικό «χάριν προσωπικών συμφερόντων». Ο Σύρου Αλέξανδρος επιθυμούσε ως ιεράρχης να μην λογοδοτεί η Εκκλησία στο κράτος και ζητούσε την κατάργηση της παρουσίας του βασιλικού επιτρόπου στις συνεδριάσεις της Συνόδου και της υποχρεωτικής υπογραφής των αποφάσεών της για να έχουν νομική ισχύ, προτείνοντας να μη χάνει εντελώς η συνοδική απόφαση την ισχύ της αλλά να αποφασίζει το αρμόδιο υπουργείο. Ο Δ. Μπαλάνος γράφει: «Ως ορθώς λέγει ο Εμμ. Κόκκινος ο Λυκούργος, εν τω περί σχέσεως Εκκλησίας και Πολιτείας ζητήματι εβάδισεν την μέσην οδόν μεταξύ Φαρμακίδου και Οικονόμου και αποφύγων τας υπερβολάς αμφοτέρων» (16).

Οι σχέσεις της ορθόδοξης Εκκλησίας με τους Αγγλικανούς μπαίνουν σε μια νέα περίοδο από τον 18ο αιώνα εγκαινιάζοντας νέα σειρά επαφών, αρχικά με την ομάδα των Ανωμότων (1716-1725) που πλησίαζαν περισσότερο τους Ρωμαιοκαθολικούς σε ζητήματα πίστεως. Αυτοί αρνούμενοι να δώσουν όρκο πίστεως στον νέο βασιλιά Γουλιέλμο, έμειναν σχισματικοί ως προς την αγγλικανική Εκκλησία. Ο Θηβαΐδος Αρσένιος με εντολή του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σαμουήλ Καπασούλη, κατέφυγε στην Αγγλία για να ζητήσει οικονομική βοήθεια, φέροντας μαζί του γράμματα προς τη βασίλισσα Άννα. Εκεί γνώρισε τον αρχηγό των Ανωμότων Κάμπελ, ο οποίος ήθελε να αποκτήσει με κάθε μέσο στηρίγματα στο εξωτερικό. Οι επαφές συνεχίστηκαν με ανταλλαγή τεσσάρων επιστολών και από τις δύο πλευρές, ενώ ενημερώθηκε η Ρωσική Εκκλησία για τις εξελίξεις. Όμως, ο θάνατος του Μ. Πέτρου έγινε αιτία της διακοπής αυτής της προσπάθειας (17).

Οι αγγλικανοί ποτέ δεν σταμάτησαν τις επαφές με τους ορθοδόξους. Ο Άγγλος επίσκοπος P. Blyth ρώτησε το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων αν υπήρχε η δυνατότητα να υπάρχει αμοιβαία κοινωνία μεταξύ της Αγγλικανικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας και εάν μπορούσε να γίνει αναγνώριση του κύρους των χειροτονιών και του βαπτίσματος. Ο Ιεροσολύμων τους απάντησε επί τη βάσει γνωμοδοτήσεως του διευθυντή της Σχολής του Τιμίου Σταυρού αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, πως δεν μπορούσαν αυτά τα ζητήματα να απαντηθούν ξεχωριστά. Το έντυπο Guardian δημοσίευσε τις ορθόδοξες θέσεις του Πατριάρχη, οι οποίες προκάλεσαν θεολογικές συζητήσεις. Στην Ελλάδα δημοσιεύθηκαν πραγματείες επί του θέματος, όπως του καθηγητή Χρήστου Ανδρούτσου το 1903 υπό το τίτλο «Το κύρος των αγγλικανικών χειροτονιών εξ’ απόψεως Ορθοδόξου». Ο καθηγητής Νικόλαος Δαμαλάς όταν βρισκόταν στην Αγγλία στην πρώτη σύνοδο που έγινε στο Λάμπεθ το 1867 δημοσίευσε μια πραγματεία με τίτλο «Περί της σχέσεως της Αγγλικανικής εκκλησίας προς την Ορθόδοξον», σημειώνοντας πως τα 39 άρθρα δεν είναι για την Ορθόδοξη Εκκλησία υποχρεωτικά και «η εξωτερική μόνον ένωσις ή Intercommunion είνε σύγχυσις Εκκλησιών» (18).

Οι Έλληνες που ζούσαν στο Liverpool της Αγγλίας αποφάσισαν το 1865 να αναγείρουν ορθόδοξο ναό επ’ ονόματι του Αγίου Νικολάου για τις λατρευτικές τους ανάγκες. Όταν είχε σχεδόν αποπερατωθεί απευθύνθηκαν με επιστολή τους στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος (1869) ζητώντας να πάει αρχιερέας στην πόλη τους για να εγκαινιάσει τον ναό τους. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος έκανε το αίτημά τους δεκτό και ανέθεσε στον Σύρου Αλέξανδρο Λυκούργο (παρά τις αρχικές αντιδράσεις ιεραρχών) να μεταβεί στην Αγγλία για τα εγκαίνια. Ο Αλέξανδρος Λυκούργος πήγε στη γηραιά Αλβιώνα το 1870 ακολουθούμενος από τους διακόνους Ευγένιο Δεπάστα μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Χαλκίδος και Παρθένιο Μ. Ακύλα μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Η άφιξή τους συνοδεύτηκε από εγκάρδια υποδοχή και ένθερμες εκδηλώσεις τόσο από την πολιτική ηγεσία και τη βασίλισσα Βικτωρία όσο και από τους αγγλικανούς επισκόπους, πρεσβυτέρους, και θεολόγους ως εκπροσώπους της Ανατολικής Εκκλησίας. Ο αρχιεπίσκοπος του Canterbury δεν μπόρεσε να παραβρεθεί στην υποδοχή του Λυκούργου λόγω ασθενείας και του έστειλε μια επιστολή όπου τον καλωσόριζε (19).

Το κλίμα που βρήκε κατά τη διάρκεια της επισκέψεώς του υπήρξε αρκετά ευνοϊκό, αφού κατά το παρελθόν είχε αναπτυχθεί σε θεολογικούς κύκλους της Αγγλίας (Ritualistes) μια τάση που επιθυμούσε την ένωση της Αγγλικανικής Εκκλησίας με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι πολλές καινοτομίες των Ρωμαιοκαθολικών είχαν απομακρύνει τους Αγγλικανούς από την ιδέα της ενώσεώς τους με αυτούς. Στις 15 Δεκεμβρίου 1865 είχε πραγματοποιηθεί συνέλευση στο Λονδίνο παρόντος του αρχιεπίσκοπου του Canterbury, του επισκόπου της Οξφόρδης, πολλών άλλων επισκόπων, πρεσβυτέρων και θεολόγων στο Λονδίνο. Οι συμμετέχοντες εξέφρασαν την επιθυμία τους να γίνει ένωση τους με τους ορθοδόξους. Ήδη, είχε προηγηθεί επίσημη επιστολή του Οικουμενικού θρόνου προς αυτούς ως απάντηση στο αίτημά τους το 1869 όπου γνωστοποιούσε την απόφασή του να τελεί ορθόδοξος ιερέας την εξόδιο ακολουθία σε Αγγλικανό, όταν δεν υπήρχε στην περιοχή κληρικός του δόγματός τους για να τελέσει την ακολουθία της κηδείας (20).

Εκείνη την περίοδο ο ρωμαιοκαθολικισμός βρισκόταν σε πολύ δύσκολη φάση. Οι απολυταρχικές του τάσεις βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους, με την επιβολή του νέου δόγματος του αλάθητου του Πάπα στη Α’ Βατικανή Σύνοδο το 1870. Η απώλεια της κρατικής του οντότητας και της κοσμικής δύναμης του ποντίφικα αντικαταστάθηκε από μια πνευματική υπεροχή, η οποία είχε αμφισβητηθεί ήδη από την εποχή του Διαφωτισμού. Ο πάπας Πίος Θ’ το 1854 είχε ανακηρύξει ως νέο δόγμα της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας την «άσπιλο σύλληψη» της Θεοτόκου. Όλη αυτή η διαδικασία απομάκρυνε τις δυνατότητες προσέγγισης μεταξύ Αγγλικανών και Ρωμαιοκαθολικών. Έτσι άνοιγε ο δρόμος για την προσέγγισή τους με τους Ορθοδόξους, που μπορούσαν να συζητήσουν τα διάφορα θεολογικά ζητήματα πάνω σε άλλη ορθή βάση. Όσοι αντέδρασαν στο αλάθητο αποσχίσθηκαν από τη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και ονομάσθηκαν Παλαιοκαθολικοί. Αυτοί με τη σειρά τους προσπάθησαν να έρθουν σε επαφή με Ορθοδόξους, Αγγλικανούς και Προτεστάντες και παρέμεναν ως μια ομάδα κυρίως πανεπιστημιακών και κληρικών, χωρίς να έχουν μεγάλη απήχηση στον λαό (21).

Η παρουσία του Σύρου Αλέξανδρου Λυκούργου στην Αγγλία αξιοποιήθηκε στο έπακρο από την εκκλησιαστική, την πολιτειακή και πολιτική ηγεσία, με την υποστήριξη των ακαδημαϊκών θεολογικών κύκλων. Η παρουσία του αρχιεπισκόπου Σύρου και έγκριτου πανεπιστημιακού θεολόγου Αλέξανδρου Λυκούργου, υπήρξε γι’ αυτούς μοναδική ευκαιρία, που δεν θα πήγαινε χαμένη. Ο αγγλοσαξωνικός κόσμος είχε επενδύσει πολλά στο παρελθόν στον επανευαγγελισμό της Ανατολής, χωρίς ουσιαστικά κανένα αποτέλεσμα. Οι προσπάθειες των προτεσταντών ιεραποστόλων δεν βρήκαν καμία ουσιαστική ανταπόκριση από τους Έλληνες τόσο πριν από την Επανάσταση του 1821 όσο και στο νεοσύστατο κράτος ή εντός των συνόρων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αγγλικανικές κοινότητες υπήρξαν στον ελλαδικό χώρο από τον 18ο αιώνα. Αρχικά στα Ιόνια νησιά, με την είσοδο των Βρετανών αξιωματούχων και στρατιωτών που ανήκαν στον χώρο του προτεσταντισμού, ανάμεσά τους και πολλά μέλη της Αγγλικανικής ομολογίας (High Church). Μαζί τους και πολλοί προτεστάντες μισιονάριοι, που είχαν αρχίσει τις ιεραποστολικές τους δραστηριότητες. Από τα μέσα του 18ου αιώνα μέχρι την αναγνώριση του κράτους των Ελλήνων οι σχέσεις τους με τους Ορθόδοξους υπήρχαν τεταμένες εξαιτίας της ίδρυσης αγγλικανικών επισκοπών το 1841 στα Ιεροσόλυμα, στο Γιβραλτάρ το 1842 και της εγκατάστασης στη νήσο Μάλτα του κέντρου των προτεσταντικών ιεραποστολών για την εγγύς Ανατολή μαζί με την εγκατάσταση τυπογραφείου. Ο Δ. Μεταλληνός γράφει: «Με το Σύνταγμα του 1817 […] κατοχυρώνεται για πρώτη φορά στην ιστορία των Ιονίων Νήσων και η αγγλικανική εκδοχή του χριστιανισμού και μάλιστα ως ισόκυρη και επικρατούσα με την Ορθόδοξη Εκκλησία του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού» (22).

Η κατάσταση στην Αγγλία ήταν εντελώς διαφορετική από ό,τι στην υπόλοιπη γηραιά ήπειρο, με τη Ρώμη να δίνει συνεχώς μάχες για να ελέγχει τα εκκλησιαστικά πράγματα στη γηραιά Αλβιώνα. Ο εκάστοτε βασιλιάς προσπαθούσε να έχει λόγο στον διορισμό επισκόπων, αφού από εκείνους διορίζονταν οι κυβερνητικοί του αξιωματούχοι. Οι υπηρεσίες των εκκλησιαστικών ανδρών προς τον βασιλιά, ήταν το διαβατήριο τους για το επισκοπικό αξίωμα. Η διδασκαλία του Λούθηρου συγκίνησε πολύ περισσότερο τους πανεπιστημιακούς κύκλους. Στα χρόνια του βασιλιά Ερρίκου Η’ οι Άγγλοι είχαν αναπτύξει ισχυρή εθνική συνείδηση και δυσανασχετούσαν σε κάθε ξένη επέμβαση. Στην Αγγλία η εκκλησιαστική περιουσία κατείχε το 1/5 μέχρι το 1/3 της γης. Οι ιερείς είχαν αποκτήσει πολλά δικαστικά και φορολογικά προνόμια. Έτσι, ο βασιλιάς της Αγγλίας έπρεπε υποχρεωτικά να έχει τον έλεγχο των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Με συνεργάτη τον καρδινάλιο Γούλσεϋ που κυβερνούσε το βασίλειο από το 1518 μέχρι το 1529 ως αντιπρόσωπος του βασιλιά (τον οποίο υπηρετούσε πιστά) και του Πάπα. Η πολιτική που εφάρμοσε ήταν η αιτία να γίνει αντιπαθητικός στον απλό λαό και η αντιπάθειά του αυτή αντανακλούσε στη Ρώμη. Η διάδοση των ιδεών της Μεταρρύθμισης έδωσε την ευκαιρία στον βασιλιά της Αγγλίας να αποδείξει την πίστη του στον ρωμαιοκαθολικισμό. Ο ίδιος ο βασιλιάς απαγόρευσε τη κυκλοφορία των βιβλίων του Λούθηρου, ενώ ο ίδιος έγραψε το έργο «Επιβεβαίωση των Επτά Μυστηρίων» για να απαξιώσει τη διδασκαλία του. Ο Πάπας Λέων ο Ι’ του απένειμε τον τίτλο «Υπερασπιστής της πίστεως» τον οποίο κατέχουν ακόμα και σήμερα οι βασιλείς της Αγγλίας (23).

Η αγγλικανική Εκκλησία δημιουργήθηκε εσπευσμένα για να υπηρετήσει προσωπικά συμφέροντα. Αποσχίσθηκε από τους Ρωμαιοκαθολικούς την εποχή που στον θρόνο της Αγγλίας βρισκόταν ο Ερρίκος Η’ (1491-1547). Αιτία ήταν η άρνηση του Ρώμης να δεχθεί να χωρίσει ο βασιλιάς της Αγγλίας από την σύζυγό του, την Αικατερίνη της Αραγωνίας, κόρη του Φερδινάνδου της Ισπανίας, και να παντρευθεί άλλη γυναίκα. Ο Ερρίκος Η’ ανακήρυξε τον εαυτό του αρχηγό της Εκκλησίας στη χώρα του και εξέλεξε αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας τον Thomas Crammer (1489-1556) οπαδό της Μεταρρύθμισης, χωρίς να υπάρξουν αλλαγές σε θέματα διδασκαλίας και λατρείας. Μετά από τον θάνατο του βασιλιά της Αγγλίας ο αρχιεπίσκοπος κατήργησε την αγαμία των ιερέων και τις ιερές εικόνες, ενώ στη συνέχεια έγινε η αναθεώρηση του ευχολογίου (Common Prayer Book) με εμφανέστατες πλέον τις επιρροές των καλβινιστών. Το 1552 συνέταξε ομολογία πίστης με 42 άρθρα. Η μεταρρύθμιση της αγγλικανικής Εκκλησίας συνεχίστηκε επί των ημερών της βασίλισσας Ελισάβετ (1558-1603). Ο στόχος της ήταν να καταφέρει να διατηρήσει μέσα από την εκκλησιαστική συνοχή την πολιτική ενότητα. Έτσι, προέβη στην έκδοση δύο νόμων: της Πράξεως της Κυριαρχίας (Act of Supremacy) και της Πράξεως της Ομοιομορφίας (Act of Uniformity). Η πρώτη Πράξη αφορούσε την επέκταση του δικαιώματος του πατέρα της να είναι η κεφαλή της Αγγλικανικής Εκκλησίας και στους επόμενους βασιλείς της Αγγλίας, όχι όμως ως η κεφαλή, αλλά ως κυβερνήτες των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Με τη δεύτερη Πράξη η Ελισάβετ προσπάθησε να αμβλύνει τις πολλές διαφορές μεταξύ των διαφόρων θρησκευτικών παρατάξεων στο βασίλειό της. Η βασίλισσα δεν εμπιστεύονταν ούτε τους Ρωμαιοκαθολικούς, οι οποίοι ήταν εξαρτημένοι από τον Πάπα, ούτε τους Καλβινιστές που επικοινωνούσαν με τη Γενεύη. Το κοινοβούλιο επικύρωσε τη Μεταρρύθμιση και τα άρθρα πίστης το 1571 περιορίσθηκαν σε 39 με την αγγλικανική Εκκλησία. Ο αρχιεπίσκοπος Matthew Parker (1504-1575) το έτος 1559 χειροτόνησε εννέα νέους επισκόπους με την αγγλικανική Εκκλησία να παγιώνει τη θέση της μέσα στην αγγλική κοινωνία. Ο πρωτ. Α. Αλεβιζόπουλος σημειώνει: «Πρόκειται για εθνική Εκκλησία. Ως ανώτατη Αρχή θεωρείται ο αγγλικός θρόνος. Η εκλογή των επισκόπων γίνεται από τους Dekanen (κληρικός προϊστάμενος μιας περιφέρειας) και από το επισκοπικό συμβούλιο. Όμως σε αυτό το ζήτημα ο θρόνος έχει δικαιώματα. Το πνευματικό λειτούργημα των επισκόπων απορρέει από τη χειροτονία τους. Ασκείται αφού προηγηθεί όρκος αφοσίωσης στον θρόνο. Η πολιτεία επιβλέπει και τις μορφές λατρείας, είναι υπεύθυνη για την αναθεώρηση του ευχολογίου και για την εκκλησιαστική δικαιοσύνη.» Στην Ελλάδα ο πρώτος αγγλικανός ιεραπόστολος που δραστηριοποιήθηκε ήταν ο J.H. Hill. Αυτός ίδρυσε ένα σχολείο (School for Girls) και εξυπηρετούσε ποιμαντικά όλους τους αγγλόφωνους Αγγλικανούς στην πρωτεύουσα της Ελλάδας. Το 1836 ήρθε στην Αθήνα ο κληρικός H.D. Leeves ως απεσταλμένος της Βρετανικής Βιβλικής Εταιρείας, ενώ το 1837 διορίσθηκε Chaplen στη Βρετανική πρεσβεία. Λίγο αργότερα έγινε η ανέγερση του ναού του Αγίου Παύλου ο οποίος εγκαινιάσθηκε από τον επίσκοπο του Γιβραλτάρ Tomilson to 1843 (24).

Η αγγλικανική Εκκλησία από τη Μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα βρέθηκε σε ένα μεγάλο δίλημμα για την πορεία που θα έπρεπε να ακολουθήσει. Η Αγγλικανική Εκκλησία κατάφερε από νωρίς αφομοιώσει στοιχεία και από τα δύο ρεύματα του χριστιανισμού στη Δύση. Τον 19ο αιώνα είχαν πλέον παγιοποιηθεί στην Αγγλικανική Εκκλησία τρεις βασικές ομάδες. Πρόκειται για την «High Church» με έμφαση στα στοιχεία που είχαν υιοθετηθεί από τους Ρωμαιοκαθολικούς, την «Low Church» με προτεσταντικό κυρίως προσανατολισμό και μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ο αντίποδας της «High Church» και την «Broad Church» την ευρεία και φιλελεύθερη Εκκλησία, η οποία περιλαμβάνει όλους αυτούς που δεν ήθελαν να ακολουθήσουν την καθιερωμένη θεολογική μέθοδο και ερμήνευαν το αγγλικανικό τυπικό με ευρύ και φιλελεύθερο τρόπο. Η χρήση του όρου «Broad Church» καθιερώθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα (25).

Τον αρχιεπίσκοπο Σύρου Αλέξανδρο Λυκούργο φρόντισε ο αρχιεπίσκοπος του Canterbury να τον υποδεχθεί ένας αγγλικανός κληρικός που ήταν καθηγητής πανεπιστημίου και άριστος γνώστης των Ανατολικών Εκκλησιών. Ο Αλέξανδρος Λυκούργος κατά τη διάρκεια της παραμονής του ήρθε σε επαφές με αρκετούς επισκόπους της Αγγλικανικής Εκκλησίας και ομίλησε καταλλήλως σε κάποιες εκκλησιαστικές συνάξεις. Ο πρωθυπουργός William Gladstone τον φιλοξένησε στην οικία συγγενικού του προσώπου και συναντήθηκε με τον αρχηγό του κόμματος της αντιπολιτεύσεως Marquis of Salisbury, αλλά και με τη βασίλισσα της Αγγλίας Βικτωρία. Τα δύο παλαιά και αξιόλογα πανεπιστήμια Oxford και Cambridge τον ανακήρυξαν σε επίτιμο διδάκτορα. Ο Μ.Β. Σακελλαρίου γράφει: «Τόσο υψηλές τιμές και μάλιστα συσσωρευμένες απονέμονται σε αρχηγούς κρατών και μόνον όταν πραγματοποιούν επίσημες επισκέψεις.» Ο Σύρου Αλέξανδρος ήταν ένας αρχιεπίσκοπος ενός μικρού νησιού του Αιγαίου και ακαδημαϊκός δάσκαλος που επισκεπτόταν την Αγγλία για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Δεν ήταν σε επίσημη καθορισμένη από το κράτος διπλωματική αποστολή ή εκκλησιαστική αποστολή για την έναρξη ενός θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών. Όμως, η παρουσία του εκεί αξιοποιήθηκε στο έπακρο από τους Βρετανούς που είδαν την επίσκεψή του ως τη μοναδική ευκαιρία που έψαχναν. Η Αγγλικανική Εκκλησία τρία χρόνια πριν είχε με τον ποιο επίσημο τρόπο προσπαθήσει να προσεγγίσει τις ανατολικές εκκλησίες χωρίς καμία επιτυχία, αφού η επιστολή της προς αυτές δεν είχε βρει καμία θετική ανταπόκριση. Η ενημέρωση για την άφιξη του συγκεκριμένου αξιόλογου και πολέμιου της ρωσικής πολιτικής Έλληνα ιεράρχη, έγινε από την Κωνσταντινούπολη, από τον αγγλικανό κληρικό, ανταποκριτή της Anglo- Continental Society. Οι συζητήσεις υπήρξαν γόνιμες και από τις δύο πλευρές αφού οι Βρετανοί τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο δεν ήταν αρνητικοί απέναντι στην προοπτική αλλαγής των συνόρων υπέρ της Ελλάδας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η οργανωμένη σύσκεψη του επισκόπου του Ely με τον Σύρου Αλέξανδρο, ο οποίος κατηγοριοποίησε τις διαφορές μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών σε δύο ομάδες στις δογματικές που ήταν αδιαπραγμάτευτες (όπως π.χ. η απάλειψη του filioque) και στις υπόλοιπες που θα μπορούσαν να είναι απλώς ανεκτές (26).

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ΣΤ’ κατά την πρώτη περίοδο της Πατριαρχίας του (1835-1840) ήταν αρνητικός στις μεταφραστικές προσπάθειες της Βίβλου προωθούμενες από τους Βρετανούς μισιονάριους, που είχαν την έδρα τους στα Επτάνησα όπου βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο της Βρετανίας. Στη δεύτερη πατριαρχία του (1869-1871) άλλαξε τη στάση του απέναντι τους. Η πρώτη ουσιαστική επαφή του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με την επίσημη Αγγλικανική Εκκλησία σημειώθηκε με το απαντητικό του γράμμα στις 26 Σεπτεμβρίου 1869 προς τον προκαθήμενο των αγγλικανών αρχιεπίσκοπο του Canterbury Archibald Campbell Tait, o οποίος με γράμμα του ευχαριστούσε τον Πατριάρχη Γρηγόριο ΣΤ’ για την υποδοχή του επισκόπου του Γιβραλτάρ Charles Amyand, ο οποίος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να εγκαινιάσει έναν αγγλικανικό ναό το 1868. Ο Tait πρόσφερε στον Οικουμενικό Πατριάρχη το Αγγλικανικό Βιβλίο των προσευχών (Book of Common Prayer) και τα 39 άρθρα της Πίστεως των Αγγλικανών μαζί με τη μετάφραση της εγκυκλίου της Α’ Συνόδου των Αγγλικανών επισκόπων που συνήλθε στο Lambeth το Σεπτέμβριου του 1867 που έγινε από τον αρχιεπίσκοπο του Lincoln Christopher Wordsworth. Η Ε. Κοντογιώργη και η Φ. Ασημακοπούλου σημειώνουν: «Ο Λυκούργος, όταν αναχώρησε τον Δεκέμβριο του 1869 για την Αγγλία […] φαίνεται ότι ήταν προετοιμασμένος να προωθήσει περαιτέρω τον διάλογο Αγγλικανών-Ορθοδόξων με στόχο την προσέγγιση των δύο Εκκλησιών που είχαν εγκαινιάσει οι παραπάνω ενέργειες. Στις επαφές του με τη θρησκευτική και την πολιτική ηγεσία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας για το ζήτημα της Ένωσης επιδίωξε συγχρόνως να εξασφαλίσει την υποστήριξη  των Άγγλων προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά την περίοδο της δυσκολότερης φάσης του Βουλγαρικού Ζητήματος» (27).

Π δομή και η αδυναμία του μικρού τότε βασιλείου δεν επέτρεπε στην εθναρχούσα Εκκλησία να στηρίζεται στο εθνικό κέντρο για μία ουσιαστική βοήθεια και στήριξή του σε μία τόσο περίπλοκη φάση. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ της Ελλάδος δεν αρνήθηκε να αλλάξει δόγμα και από Προτεστάντης να γίνει Ορθόδοξος σε αντίθεση με τον ρωμαιοκαθολικό βασιλιά Όθωνα, κερδίζοντας τη συμπάθεια του λαού. Η Αγγλία που πίστευε ότι η ρωσική επιρροή ήταν αρκετά αυξημένη κατά τη διακυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια, έφθασε στο σημείο το 1831 να φοβάται μήπως η Ελλάδα περάσει αποκλειστικά στη σφαίρα της ρωσικής επιρροής. Ένας άλλος πονοκέφαλος των Βρετανών ήταν η προσήλωση ιεραρχών από ανεξαρτητοποιημένες χώρες στην ομόδοξη Ρωσία. Μέσα σε αυτό το κλίμα που διαμορφώθηκε τον 19ο αιώνα στη Βαλκανική χερσόνησο η χρήση της θρησκείας ήταν το κλειδί για την υλοποίηση των σχεδίων όλων των εγγυητριών Δυνάμεων με στόχο τον έλεγχο μικρών νεοσύστατων κρατών. Π προσέγγιση των Ορθοδόξων από τους Αγγλικανούς ήταν μια μεγάλη ευκαιρία για την απαγκίστρωση της μικρής Ελλάδας από τη σφαίρα επιρροής της τσαρικής Ρωσίας. Η πρώτη ευκαιρία παρουσιάστηκε τη δεκαετία του 1870 και η δεύτερη κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Οι προσεγγίσεις αυτές θα έδιναν την ευκαιρία να αλλάξει ρότα η εξωτερική μας πολιτική ελπίζοντας να εισπράξει η μικρή Ελλάδα πολλά ανταλλάγματα από τους ξένους συμμάχους της (28).

Την τελευταία ημέρα της παραμονής του στην Αγγλία ο Αλέξανδρος Λυκούργος συνάντησε το πρωθυπουργό της Αγγλίας για τον αποχαιρετήσει, και να τον ευχαριστήσει για τη φιλοξενία. Οι δύο άνδρες δεν έπαψαν να αλληλογραφούν μέχρι τον θάνατο του Σύρου Αλέξανδρου. Λίγη ώρα πριν αναχώρησή του από την Αγγλία ο Σύρου Αλέξανδρος δέχθηκε την αιφνιδιαστική επίσκεψη των πρεσβευτών της Ελλάδας Π. Βραϊλά και της Ρωσίας Σουβάλωφ, ο οποίος τον προσκάλεσε να επισκεφθεί αμέσως μετά την Πετρούπολη που θα τον υποδεχόταν με ακόμα μεγαλύτερες τιμές. Ο πρεσβευτής της Ελλάδος τον παρότρυνε να αναχωρήσει αμέσως για τη Ρωσία. Όμως, ο ιεράρχης δεν επιθυμούσε να εμπλακεί σε συνομιλίες με την τσαρική Ρωσία η οποία τον είχε πάντοτε στο στόχαστρο. Έτσι, αναγκάσθηκε να προβάλλει ως δικαιολογία «το ασθενές του σώματος» για να αποφύγει την επίσκεψή του σε μία τόσο εχθρική για τον ίδιο και τα εθνικά συμφέροντα χώρα. Από τα φοιτητικά του χρόνια στη Γερμανία είχε διαπληκτισθεί έντονα με τους Πανσλαβιστές και είχε δώσει αρκετές μάχες διαχωρίζοντας με ολοκάθαρο τρόπο τη θέση του. Στα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα ο Αλέξανδρος Λυκούργος είχε ως πνευματικό καθοδηγητή του, τον στενό τους οικογενειακό φίλο κληρικό Κωσταντίνο Οικονόμο τον εξ Οικονόμων γνωστό ρωσόφιλο, ο οποίος είχε αναλάβει στο νεοσύστατο βασίλειο να υλοποιήσει τους σχεδιασμούς της τσαρικής Ρωσίας και να ανατρέψει όσο γινόταν τους σχεδιασμούς της Αντιβασιλείας που είχε προχωρήσει στην ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου τον Αύγουστο του 1833 καθιστώντας την Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα για 17 χρόνια σχισματική. Ήταν η περίοδος που το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ήταν αναγκαστικά υπό την υψηλή προστασία της ισχυρής Ρωσίας. Αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος που οι Βαυαροί και οι δύο εγγυήτριες Δυνάμεις Γαλλία και πολύ περισσότερο η Αγγλία, ήταν αντίθετες σε τέτοια μεγάλη επιρροή της ομόδοξης Ρωσίας εντός των συνόρων της Ελλάδας, χρησιμοποιώντας την Ορθόδοξη Εκκλησία ως τον Δούρειο Ιππο στα σχέδιά της για τα Βαλκάνια (29).

Η αλλαγή του αιώνα βρήκε την Ελλάδα πληγωμένη από τον ατυχή πόλεμο του 1897. Το κίνημα στο Γουδί το 1909 άλλαξε το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα. Η αδυναμία της κυβέρνησης, των πολιτικών ταγών και του παλατιού να ελέγξουν την κατάσταση στη χώρα, έδωσαν την ευκαιρία στον στρατιωτικό σύνδεσμο που οργάνωσε το κίνημα στο Γουδί, να προσκαλέσει στην Ελλάδα τον Κρητικό πολιτικό Ελευθέριο Βενιζέλο. Παρότι ο εθνικός διχασμός πήρε σάρκα και οστά το 1915, κυοφορείται από το κίνημα στο Γουδί, που έφερε στο περιθώριο ολόκληρο τον πολιτικό κόσμο που ήταν στο προσκήνιο μέχρι τότε, αναδεικνύοντας ως βασικό πρωταγωνιστή τον Ελευθέριο Βενιζέλο (30).

Ο Μελέτιος Μεταξάκης (1871-1935) γεννήθηκε στην Κρήτη το 1871. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην πατρίδα του, ενώ λίγο αργότερα συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα, όπου αποφοίτησε αριστούχος το 1900. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1892 στη Δαμασκό. Ο Μελέτιος υπήρξε πάντοτε άριστος διαχειριστής πολλών και δύσκολων εκκλησιαστικών και όχι μόνο καταστάσεων. Από το 1902 έως το 1907 υπηρέτησε ως αρχιγραμματέας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Το 1907 μετέβη στην Κύπρο για την επίλυση του χρονίζοντος αρχιεπισκοπικού ζητήματος. Το 1908 η Σύνοδος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων έπαψε από τα καθήκοντά του τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δαμιανό με την αιτιολογία της ενδοτικότητάς του προς τους Άραβες. Το 1909 εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη το έργο του με τίτλο «Αι αξιώσεις των αραβοφώνων έναντι των Ορθοδόξων της Παλαιστίνης», το οποίο βοήθησε τις Οθωμανικές αρχές να λύσουν αυτό το δύσκολο πρόβλημα. Το 1910 εξελέγη μητροπολίτης Κιτίου της Κύπρου, όπου έμεινε ως το 1918 που έγινε μητροπολίτης Αθηνών μετά από προσωπική απόφαση του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου. Ως προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος αντιτάχθηκε σθεναρά στο πολιτειοκρατικό σύστημα που επικρατούσε. Με το υπόμνημά του «Περί της εκκλησιαστικής καταστάσεως και των δεόντων γενέσθαι» προσπάθησε να θέσει τις βάσεις για να απαγκιστρωθεί η Εκκλησία από τα πολιτειοκρατικά δεσμά της, που είχαν επιβληθεί μετά την έκδοση του Συνοδικού Τόμου 1850 από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με τους Νόμους Σ’/1852 και ΣΑ’/1852 (31).

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξε ένας πολιτικός που δεν αδιαφόρησε για την επιρροή που είχε η Ορθοδοξία στη συνείδηση του Έλληνα και θέλησε να την συμπεριλάβει στους πολιτικούς του σχεδιασμούς άλλοτε ως σύμμαχο, άλλοτε ως συνεργάτη και άλλοτε ως διαφημιστή του έργου του. Ο Βενιζέλος μετά το κίνημα στο Γουδί το 1909 έρχεται στην Ελλάδα από την Κρήτη και παίζει κυρίαρχο ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Το παλαιό πολιτικό σύστημα που υπήρξε από την εποχή του Χαρίλαου Τρικούπη δεν ασκούσε πλέον καμία υπολογίσιμη επιρροή στο εκλογικό σώμα, όπως αποδείχθηκε. Ο Κρητικός πολιτικός δεν άργησε να έλθει σε ρήξη με τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α’ για τη στάση που θα κρατούσε η χώρα την περίοδο του Μεγάλου Πολέμου. Ο εθνικός διχασμός συνεχίστηκε με τον εκκλησιαστικό διχασμό που οδήγησε στο ανάθεμα του Βενιζέλου (1916) με απρόβλεπτες συνέπειες για την Εκκλησία αλλά και την Ελλάδα. Το κράτος χωρίσθηκε σε δύο κομμάτια με τη βασιλική κυβέρνηση στην Αθήνα και την Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος με έδρα τη Θεσσαλονίκη υπό την τριανδρία Βενιζέλου, Δαγκλή και Κουντουριώτη. Η αναγκαστική παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’ και η φυγή του στο εξωτερικό, οδήγησαν στον θρόνο τον γιο του πρίγκιπα Αλέξανδρο, ενώ το κράτος ενώθηκε ξανά. Η νέα κυβέρνηση δεν μπορούσε να συνεργαστεί με τον προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος και τους ιεράρχες που είχαν εμπλακεί με ενεργό τρόπο στο ανάθεμα. Ύστερα από τις συντονισμένες ενέργειες του νέου υπουργού επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Δημητρίου Δάγκα και του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιου Αλεξιάδη, με τη σύσταση του Ανώτατου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου ο μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος Μηνόπουλος καταδικάσθηκε σε καθαίρεση, ενώ οι περισσότεροι αρχιερείς που πήραν μέρος στο ανάθεμα καθαιρέθηκαν ή τιμωρήθηκαν με αργία. Ο ίδιος ο Βενιζέλος προσκάλεσε από την Κύπρο τον Κιτίου Μελέτιο Μεταξάκη, ικανότατο εκκλησιαστικό άνδρα στον οποίο εμπιστεύθηκε την πορεία της Εκκλησίας της Ελλάδος σε μια δύσκολη περίοδο (32).

Από την ημέρα της ενθρόνισής του ο Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης αρχίζει να δραστηριοποιείται σε κάθε τομέα για το καλό της Εκκλησίας αλλά και της Ελλάδας. Η εθνική του δράση αρχίζει αμέσως μετά την ενθρόνισή του με τις περιοδείες του στο στράτευμα με σκοπό να τους εμψυχώσει. Ο Μελέτιος κατά τη διάρκεια της επισκέψεώς του στη Θεσσαλονίκη στις 30 Απριλίου 1918 δέχτηκε την επίσκεψη του Άγγλου επισκόπου «γενόμενος εγκαρδιώτατα δεκτός». Ο αγγλικανός επίσκοπος αφού αναφέρθηκε στις φιλικές σχέσεις των δύο χωρών πρότεινε στον μητροπολίτη Μελέτιο μετά το τέλος του πολέμου υπέρ της Ελλάδας να διορισθούν στα πανεπιστήμια Αθηνών και Κανταβριγίας Άγγλος και Έλληνας καθηγητής αντίστοιχα, για τη διδασκαλία των δύο αυτών γλωσσών στους φοιτητές των δύο κρατών (33).

Λίγες ημέρες πριν, φιλοβενιζελική ημερήσια εφημερίδα της Αθήνας δημοσίευσε την εξής είδηση: «Νέα θεολογική έδρα. Πληροφορούμεθα ασφαλώς ότι προς καλλιέργειαν των μετά της Αγγλικανικής Εκκλησίας σχέσεων, απεφασίσθη η εν τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου ευρυτέρα διδασκαλία των αφορώντων εις τας δυτικάς ομολογίας και ιδία τας της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Προς τούτο προκαλείται Διάταγμα περί συστάσεως ιδίας έδρας των δυτικών ομολογιών και ιδίως της Αγγλικανικής Εκκλησίας» (34). Η ιδέα για τη διδασκαλία του συγκεκριμένου μαθήματος στη Θεολογική Σχολή Αθηνών δείχνει τον προσεκτικό σχεδιασμό του Μεταξάκη για ουσιαστική προσέγγιση της Αγγλικανικής Εκκλησίας σε μια περίοδο που η κίνηση αυτή θα είχε ευεργετικά αποτελέσματα για τα ανοικτά εθνικά μας θέματα.

Η εκλογή του Μελετίου Μεταξάκη σηματοδότησε καινούρια αρχή για την πολύπλευρη συνεισφορά της Εκκλησίας στον λαό και στην υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας στη δυσκολότερη φάση για την πραγματοποίησή της. Ο μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος πηγαίνει από την Αθήνα στις ΗΠΑ με ενδιάμεσους σταθμούς ευρωπαϊκές χώρες. Ο Μελέτιος αρχικά πηγαίνει στην Ιταλία, όπου συνάντησε τον υπουργό των Εξωτερικών Σοννίνο. Τον μητροπολίτη Αθηνών συνόδευε ο πρεσβευτής της Ελλάδας στη Ρώμη Κορομηλάς. Στη συνέχεια, μετέβη στο Παρίσι όπου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό της Γαλλίας Γεώργιο Κλεμανσώ και τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι η Ελλάδα μπορούσε να υπολογίζει στη βοήθεια της Γαλλίας. Ο Αθηνών Μελέτιος σε ομιλία του στον Ιερό Ναό Αγίου Στεφάνου που την παρακολούθησαν εκτός από τα μέλη της ελληνικής παροικίας και Γάλλοι, τόνισε την προσήλωση της Ελλάδας στον αγώνα των χωρών της εγκάρδιας Συμμαχίας και στα ιδεώδη της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Λίγες μέρες αργότερα βρέθηκε στις ΗΠΑ όπου συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Αμερικής Ουίλσων και είχε πολλές επαφές με πολιτικούς άνδρες και επισκοπιανούς επισκόπους. Αυτές οι επαφές ανέπτυξαν το φιλελληνικό πνεύμα, τόσο των Ευρωπαίων όσο και του αμερικανικού λαού μαζί με τους περισσοτέρους πνευματικούς ηγέτες των χριστιανικών ομολογιών, σε μια εποχή που η Ελλάδα δεν είχε μέχρι τότε ούτε στα σπάργανα αναπτύξει την εκκλησιαστική διπλωματία (35).

Η άφιξη της ελληνικής εκκλησιαστικής αποστολής στις ΗΠΑ είχε διπλό σκοπό. Την οργάνωση των Ελλήνων της διασποράς και την προώθηση των ελληνικών θέσεων για το μέλλον των χειμαζόμενων χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής από τις θηριωδίες των Οθωμανών, στους πολιτικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους της μεγάλης ξένης Δύναμης. Την κρίσιμη αυτή περίοδο τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα κινδύνευαν τόσο από την άγνοια του αμερικανικού λαού για την πραγματική κατάσταση στη βαλκανική Χερσόνησο όσο και από τη προπαγάνδα των Βουλγάρων και τα παζάρια τους με τους προτεστάντες ιεραποστόλους που βρισκόταν για ιεραποστολικές περιοδείες στα Βαλκάνια. Σύμφωνα με τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο που εκδόθηκε στις 8/18 Μαρτίου 1908 το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως είχε εκχωρήσει το δικαίωμα της εποπτείας των ελληνόφωνων της διασποράς στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Με αυτή την παραχώρηση σταματούσε η αυθαίρετη παραβίαση της κανονικής εκκλησιαστικής τάξεως από τις υπόλοιπες ομόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, που είχαν ξεπεράσει τα δικά τους εδαφικά όρια. Η εκχώρηση αυτή συνοδευόταν από πέντε όρους. Το Πατριαρχείο κράτησε μόνο την πόλη της Βενετίας (όπου το 1577 είχε ιδρύσει την πρώτη μητρόπολη) στη δική του πνευματική δικαιοδοσία. Με αυτό τον τρόπο έπαψαν να υπάρχουν προστριβές μεταξύ Οικουμενικού θρόνου και Εκκλησίας της Ελλάδος, αφού για τον διορισμό των ιερέων στο εξωτερικό οι απόδημοι απευθύνονται σε διαφορετικές εκκλησιαστικές αρχές βασιζόμενοι στον τόπο καταγωγής των περισσοτέρων σε αυτές τις παροικίες. Έτσι, παραβιαζόταν ο 28ος κανόνας της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου (451 μ.Χ.) του δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου «του χειροτονείν τους εν τη βαρβαρικοίς και πέραν δηλονούν των καθωρισμένων εκκλησιαστικών περιφερειών επισκόπους και από των εαυτού πρεσβείων ευλόγως δικαιουμένου την υπάτην ασκείν επί των ειρημένων εν τη ξένη Εκκλησία πνευματικήν προστασίαν» (36).

Τον μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκη στο ταξίδι του στο εξωτερικό συνόδευαν ο επίσκοπος Ροδοστόλου Αλέξανδρος, ο αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ο Α’ Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου Αλέξανδρος Παπαδόπουλος και ο τμηματάρχης του αρμόδιου υπουργείου Αμίλκας Αλιβιζάτος. Η επίσκεψή τους αυτή στις ΗΠΑ σημείωσε μεγάλη επιτυχία, αφού οι αμερικανικές εφημερίδες όπως και οι ελληνικές την κάλυψαν εξ ολοκλήρου από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι περιοδείες του, οι ομιλίες του, οι επαφές του με πολιτικούς ηγέτες, τους εκκλησιαστικούς άνδρες των χριστιανικών ομολογιών και πανεπιστημιακούς καθηγητές, υπήρξε γόνιμη. Ο Τύπος και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού δημοσίευε συνεντεύξεις του και το κλίμα γινόταν συνεχώς ευνοϊκότερο για τα δίκαια ελληνικά ζητήματα (37).

Η άφιξη της ελληνικής αποστολής στις ΗΠΑ αξιοποιήθηκε από τους Προτεστάντες για την έναρξη των επαφών τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ιδιαίτερη βαρύτητα στις επαφές της με την ελληνική εκκλησιαστική αποστολή έδωσε η Επισκοπιανή Εκκλησία, η οποία πριν από μισό αιώνα είχε προσπαθήσει ξανά την επικοινωνία με την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία με σκοπό την ένωση των δύο Εκκλησιών. Στην επίσημη υποδοχή της ελληνικής αποστολής στη Νέα Υόρκη παραβρέθηκε ο επίσκοπος Harrisbourg της Πενσυλβανίας J.H. Darlington, ο οποίος ανάγνωσε στους παρισταμένους την επιστολή του προκατόχου του Μελετίου, μητροπολίτη Αθηνών Θεόφιλου Βλαχοπαπαδόπουλου σταλμένη το έτος 1872 προς τους Επισκοπιανούς της Αμερικής με στόχο την ένωση των δύο Εκκλησιών. Ο επίσκοπος Darlington δήλωσε οπαδός της ένωσης των δύο Εκκλησιών και προς σε αυτή την κατεύθυνση εργαζόταν μια ομάδα κληρικών και πνευματικών ανθρώπων μαζί με την οργάνωση τους World Conference on Faith and Order με πρωτεργάτη τον Robert H. Gardiner, οι οποίοι φιλοδοξούσαν η ένωση όλων των χριστιανών να γίνει σύντομα πραγματικότητα. Έτσι, η παρουσία της ελληνικής αποστολής ήταν η αφετηρία για την προσπάθεια της συζήτησης της ένωσης με την έναρξη των θεολογικών διαλόγων με επίσημο τρόπο, μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών για δεύτερη φορά στην ιστορία της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος. Το κλίμα αυτό διατηρήθηκε και σε μεγαλύτερο βαθμό στην Αγγλία όπου υπήρχαν ήδη αρκετές χριστιανικές οργανώσεις που επιθυμούσαν την πολυπόθητη ένωση. Ο Μελέτιος Μεταξάκης συναντήθηκε λίγο αργότερα στην Αγγλία με ομάδα αγγλικανών κληρικών και λαϊκών θεολόγων και με τον A. Riley που ήταν η ψυχή όλου αυτού του εγχειρήματος. Οι φιλοξενούμενοι συζήτησαν για αυτό το θέμα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και σε μετέπειτα άλλες ειδικές συζητήσεις που οργανώθηκαν για αυτό το σκοπό. Ο Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης και η αντιπροσωπία από την Ελλάδα που τον συνόδευε σε εκείνο το υπερατλαντικό ταξίδι, δήλωσαν ότι δεν είχαν λάβει καμία επίσημη εξουσιοδότηση για την έναρξη επίσημων θεολογικών διαλόγων μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών. Η παρουσία τους όμως, υπήρξε πρώτης τάξεως ευκαιρία για ανεπίσημες συνομιλίες γνωριμίας μεταξύ τους, όπως είχε γίνει στις ΗΠΑ. Διεξήχθησαν αυτές οι άτυπες θεολογικές συζητήσεις στη Νέα Υόρκη στις 12/25 Οκτωβρίου 1918, στην Οξφόρδη στις 2/15 Νοεμβρίου 1918 και στο Λονδίνο στις 4/17 Νοεμβρίου 1918. Οι συζητήσεις που άρχισαν στην Αμερική δεν ολοκληρώθηκαν, αφού ο χρόνος που είχε η αποστολή στη διάθεσή της ήταν ελάχιστος για να καλύψει όλα τα ανοικτά υπό διερεύνηση σοβαρά ζητήματα και να τοποθετηθούν από κοινού για έναν γόνιμο μελλοντικά θεολογικό διάλογο. Γι’ αυτό τον σκοπό ειδοποιήθηκαν από εκείνους οι Άγγλοι, για να γνωρίζουν τα αποτελέσματα των συζητήσεών τους στις ΗΠΑ και να συνεχίσουν οι ίδιοι τις συνομιλίες με τους Έλληνες θεολόγους. Τα θέματα που συζητήθηκαν αφορούσαν το κύρος των Αγγλικανικών χειροτονιών, τα 39 άρθρα, το Filioque, Περί Οικουμενικών Συνόδων, το Βάπτισμα, το Χρίσμα, τη Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο. Οι Ορθόδοξοι ενημέρωσαν τους Αγγλικανούς ότι θα δέχονταν το κύρος των Αγγλικανικών χειροτονιών κατ’ οικονομία, υπό τον όρο να αναγνωρίσουν το μυστήριο της ιερωσύνης, την απόρριψη των 39 άρθρων ως συμβολικού βιβλίου και το επισκοπικό της Εκκλησίας Σώμα «ως έχοντος το δικαίωμα επί Συνόδω Οικουμενική να επιβεβαιοί αλανθάστως την σταθεράν και καθολικήν πίστιν της Εκκλησίας». Οι Αγγλικανοί δέχθηκαν ότι η ιερωσύνη είναι μυστήριο, κατά τη διδασκαλία του Βιβλίου των Κοινών Προσευχών (The Book of Common Prayer).

Οι θεολογικές αναλύσεις από τον καθηγητή της Θεολογίας Hall έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αποσαφήνιση των θεολογικών διαφορών μεταξύ Ορθόδοξης και Αγγλικανικής Εκκλησίας. Ο γηραιός επίσκοπος Courtney o οποίος ήταν πρόεδρος στις συζητήσεις που έγιναν στη Νέα Υόρκη, δήλωσε, ότι η Αγγλικανική Εκκλησία δεν διατύπωνε καμία διαφωνία για τις προϋποθέσεις που η Ορθόδοξη αντιπροσωπία είχε διεξοδικά αναπτύξει για το ζήτημα της ιεροσύνης. Για την προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως του Filioque ο επίσκοπος Courtney δήλωσε ότι δεν υπάρχει καμία διαφωνία στο Τριαδικό δόγμα με τους Ορθοδόξους όμως, η διατήρησή του ήταν αναγκαία αφού στις ΗΠΑ υπήρξε τότε (όπως και σήμερα πολύ περισσότερο) πανσπερμία χριστιανικών αιρέσεων, που δεν παραδεχόταν τη θεότητα του Ιησού Χριστού. Στην Οξφόρδη οι συνομιλίες περιορίστηκαν στα μυστήρια στο Βάπτισμα και στο Χρίσμα όπου διαπιστώθηκε η κοινή διδασκαλία. Οι συζητήσεις στο Λονδίνο αφορούσαν το ζήτημα της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου. Η ορθόδοξη πλευρά παρουσίασε μια εμπεριστατωμένη θεολογική ανάλυση για τις αποφάσεις που αφορούσαν την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων. Η πλευρά των Αγγλικανών διατύπωσε τις διαφωνίες της με τις αποφάσεις της Συνόδου για τις ιερές εικόνες. Η Αγγλικανική Εκκλησία, όπως δήλωσαν οι παριστάμενοι, θα αναγνώριζε τις αποφάσεις της Ζ’ Συνόδου μετά την ένωση των δύο Εκκλησιών (38).

Ο Μελέτιος Μεταξάκης υπήρξε δεινός θεολόγος, γνώστης της Αγίας Γραφής και της ιεράς παράδοσης της Εκκλησίας και η εκκλησιαστική του δράση δεν άφησε ασυγκίνητους τους Άγγλους θεολόγους. Το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης αποφάσισε την απονομή του τίτλου του επίτιμου διδάκτορος της Θεολογίας. Οι επαφές με τους Αγγλικανούς δεν σταμάτησαν αλλά συνεχίστηκαν μετά την επιστροφή της ελληνικής αποστολής στην Αθήνα. Η πρωτοβουλία ανήκε στον αρχιεπίσκοπο του Καρντέρμπουρι ο οποίος ανάθεσε στα τέλη του 1919 σε αρμόδια επιτροπή με πρόεδρο τον επίσκοπο πρώην Οξφόρδης Gore να μελετήσει το ζήτημα. Η είδηση αυτή χαροποίησε τον μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιο και ζήτησε από τον πρεσβευτή της Ελλάδος στο Λονδίνο να ενημερώσει τον Άγγλο αρχιεπίσκοπο ότι προέβη και η Εκκλησία της Ελλάδος στη συγκρότηση επιτροπής υπό την προεδρία του δεινού θεολόγου και εκκλησιαστικού ιστορικού αρχιμανδρίτη (μετέπειτα Αθηνών) Χρυσόστομου Παπαδόπουλου. Στις 27 Ιανουαρίου 1920 επιστολή δική του και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος στάλθηκε προς τον αρχιεπίσκοπο του Καρντέρμπουρι για να τον ενημερώσει για τις ενέργειές του (39).

Το ζήτημα των θεολογικών διαλόγων για την ένωση των Εκκλησιών απασχόλησε τις στήλες των ημερησίων εφημερίδων της πρωτεύουσας. Οι φιλοβενιζελικές εφημερίδες δεν έπαψαν να γράφουν διεξοδικά για τις εξελίξεις στα εκκλησιαστικά θέματα. Η προοπτική της ένωσης των Εκκλησιών θα βοηθούσε αφάνταστα την προώθηση των ανοικτών εθνικών θεμάτων σε μια δύσκολη φάση, για την ολοκλήρωση του πόθου της Μεγάλης Ιδέας που απασχολούσε τους Έλληνες από τη δεκαετία του 1840. Η ενημέρωση του αναγνωστικού τους κοινού θα βοηθούσε σε μεγάλο βαθμό να μετριάσει τις αντιδράσεις που θα μπορούσαν να προκληθούν, από την έναρξη της υλοποίησης των θεολογικών διαλόγων για να προετοιμάσουν κατάλληλα το έδαφος για την ένωση των Ορθοδόξων με την Αγγλικανική Εκκλησία, βοηθώντας τον Ελευθέριο Βενιζέλο στις διαπραγματεύσεις του με τους συμμάχους στο εξωτερικό. Έτσι, το «πανηγυρικό» κλίμα γι’ αυτές τις εκκλησιαστικές επαφές εντός και εκτός συνόρων ήταν ένα από τα αγαπημένα θέματα των αθηναϊκών εντύπων. Η προβολή των επιτυχιών του μητροπολίτη Αθηνών ήταν επιβεβλημένη. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν οι αναγνώστες και οπαδοί του κόμματος των Φιλελευθέρων να συγκρίνουν το νυν με τον προηγούμενο προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος για να δικαιωθεί η επιλογή του ηγέτη τους. Εξάλλου η Ορθοδοξία για τους Βαλκάνιους έπρεπε να ήταν προσανατολισμένη από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι την περίοδο του Μεσοπολέμου στην υπηρεσία της ιδέας της δημιουργίας εθνικών κρατών με κάθε κόστος (40).

Οι εφημερίδες της εποχής προσπαθούσαν να μεταφέρουν το θετικό κλίμα που επικρατούσε σε πολιτικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους στους αναγνώστες τους με αρκετό ενθουσιασμό. Οι αναφορές ήταν συνεχόμενες για τις εξελίξεις των σχέσεων Αγγλίας-Ελλάδας μέσα από τις σχέσεις των δύο Εκκλησιών. Το κλίμα των ημερών αποτυπώνουν τα διάφορα έντυπα που προσπαθούν με κάθε τρόπο να το ενισχύσουν. Έτσι, δημοσιεύουν την απάντηση στην επιστολή που οι Έλληνες ιερείς της Θράκης απέστειλαν στον αρχιεπίσκοπο του Καρντέρμπουρι με θέμα συμπράξεως των στρατευμάτων της Ελλάδας και της Αγγλίας στο Βαλκανικό μέτωπο και ότι ο Άγγλος αρχιεπίσκοπος «… διαβεβαιοί ότι συμμερίζεται τα διατυπωθέντα αισθήματα» (41). Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος συζήτησε σε επίσημη συνεδρίασή της το ζήτημα της ενώσεως της Ελληνικής με τις Εκκλησίες Αγγλίας και Αρμενίας. Ο μητροπολίτης Αθηνών ενημέρωσε για τα αποτελέσματα των επαφών του στο εξωτερικό με τα άλλα δόγματα. Ο Αθηνών Μελέτιος δήλωσε ότι με κάποιες Εκκλησίες όπως είναι η Αγγλικανική, η Παλαιοκαθολική και η Αρμενική είναι εφικτή η επιδίωξη της ενώσεως, ενώ με τις υπόλοιπες μπορούσε να υπάρξει μια φιλική επικοινωνία, όπως «δημιουργηθεί είδος τι Κοινωνίας Εκκλησιών, όπως η Κοινωνία Εθνών» (42).

Στις 13 Μαρτίου 1919 εφημερίδα της πρωτεύουσας δημοσίευσε την είδηση ότι ο πρεσβευτής της Αμερικής Ντρόππερς πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στον προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος όπου τον ενημέρωνε ότι βρισκόταν καθ’ οδόν ερχόμενη στην Αθήνα αποστολή της Επισκοπιανής Αμερικανικής Εκκλησίας αποτελούμενη από τρεις επισκόπους και δύο ιερείς για να συζητήσουν με τον Μελέτιο την ένωση των Εκκλησιών (43). Την αποστολή αποτελούσαν οι επίσκοποι Χάδερσον, Βίντσεντ και Βίλλερ και οι κληρικοί Ρόγκερς και Πάρσον. Την άφιξή τους ανήγγειλαν με επιστολή τους στον μητροπολίτη Αθηνών. Την αποστολή επισκέφθηκαν με εντολή του Μελετίου Μεταξάκη στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία όπου κατέλυσαν ο τμηματάρχης του αρμόδιου υπουργείου Α. Αλιβιζάτος και ο γραμματέας της Ιεράς Συνόδου Αλέξανδρος Παπαδό¬πουλος (44). Οι ξένοι επίσημοι της Αμερικανικής εκκλησιαστικής αποστολής επισκέφθηκαν τον Άγγλο πρεσβευτή Γκράνβελ, την Ακρόπολη και τον λόφο του Άρειου Πάγου συνοδευόμενοι από τον Αθηνών Μελέτιο κ.α. Μετά από την ξενάγησή της η εκκλησιαστική αποστολή παρέστη στην ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου στον μητροπολιτικό ναό Αθηνών. Στη συνέχεια, αντιπροσωπεία ανέλυσε τον σκοπό της επισκέψεώς της στα μέλη της Ιεράς Συνόδου. Η ενημέρωση αφορούσε την οργάνωση της Επισκοπικής Εκκλησίας για την σύγκληση διασκέψεως για την ίδρυση Κοινωνίας των Εκκλησιών. Οι κινήσεις αυτές δεν βρήκαν καμία ουσιαστική ανταπόκριση από τη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία (45).

Στις 3 Ιουνίου 1920 επισκέφθηκε την Αθήνα ο επίσκοπος Darlington, εκ μέρους της Επισκοπιανής Εκκλησίας των ΗΠΑ. Ο επίσκοπος υπέβαλε προτάσεις για την ένωση των Αγγλικανών, Ορθοδόξων και Παλαιοκαθολικών. Στις συζητήσεις αυτές ήταν παρόντες ο Μελέτιος Μεταξάκης ο Ναυπακτίας Αμβρόσιος, ο αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ο Αμίλκας Αλιβιζάτος και ο Μιχαήλ Γαλανός. Ο Αθηνών Μελέτιος ενημέρωσε τον συνομιλητή του ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δεν είχε το δικαίωμα να αποφασίσει για ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο και τους παρέπεμψε να υποβάλουν οι Αγγλικανοί τις επίσημες προτάσεις τους στον Οικουμενικό θρόνο (46). Στη συνέχεια, ο διάκονος του Ιακώβου Darlington ανέγνωσε την επιστολή της Επισκοπικής Εκκλησίας του Χάρισμπουργκ προς την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία την οποία είχαν υπογράψει 200 Αγγλικανοί επίσκοποι. Η επίσκεψη του Αμερικανού επισκόπου τελείωσε με την επίσημη δεξίωση που έγινε προς τιμήν του στην αίθουσα του φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός από το νεοσύστατο Ελληνοαμερικανικό Σύνδεσμο, ενώ παρακάθησε σε γεύμα που παρέθεσε η Κυβέρνηση της Ελλάδος. Το ταξίδι του επισκόπου θα συνεχιζόταν με επόμενο σταθμό το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για να επιδώσει και εκεί την ίδια επιστολή (47).

Το έντυπο του Μελετίου «Καινή Διδαχή» αναδημοσίευσε από το αγγλόφωνο περιοδικό «Eastern Church» το άρθρο του Sparrov Simpson και αφορούσε μια ιστορική αναδρομή των δυσκολιών που προέκυψαν στο παρελθόν για την αμοιβαία κατανόηση και ειλικρινή γνωριμία των δύο Εκκλησιών. Ο συντάκτης του άρθρου επιχειρώντας να περιγράψει την Ανατολική Εκκλησία επισημαίνει τον παραδοσιακό της χαρακτήρα, που της επέβαλε την προσήλωσή της στην αναλλοίωτη διδασκαλία του χριστιανικού μηνύματος. Διότι, καθολικισμός άνευ παποσύνης παρουσιάζει εξαιρετικόν ενδιαφέρον διά τους οπαδούς των Αγγλικανικών αντιλήψεων. Ο ίδιος διαπιστώνει τις φιλικές διαθέσεις τουλάχιστον πέντε Αγγλικανών αρχιεπισκόπων του Καντέρμπουρι απέναντι στους Ορθοδόξους όπως η προστασία από τον Abbot επί των ημερών του Ιακώβου Α’, του Μητροφάνη Κριτόπουλου ο οποίος στάλθηκε από τον Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρη στην Οξφόρδη να σπουδάσει. Ο αρχιεπίσκοπος Laud έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την σπουδαιότητα ύπαρξης μιας αρχαίας Εκκλησίας χωρίς την ύπαρξη Πάπα. Ο αρχιεπίσκοπος Howley όταν ιδρύθηκε η Αγγλική επισκοπή στα Ιεροσόλυμα το 1841 έγραψε προς τα πατριαρχεία ένα γράμμα δείχνοντας τον σεβασμό του προς την αρχαία εκκλησιαστική παράδοση της Ανατολής. Ο αρχιεπίσκοπος Benson ακολούθησε την ίδια γραμμή και πέτυχε τη σύσφιξη των σχέσεων με την Εκκλησία στη Ρωσία. Σε επιστολή του προς τον μητροπολίτη Κιέβου Πλάτωνα το 1888 τόνιζε, ότι οι Αγγλικανοί και οι Ορθόδοξοι χριστιανοί είχαν ένα κοινό εχθρό, τον παπισμό, ο οποίος προσπαθούσε να υποτάξει όλους τους υπολοίπους χριστιανούς. Ο αρθρογράφος επισήμανε πως δυστυχώς οι Ορθόδοξοι στην Ανατολή θεωρούσαν και τα δύο βασικά ρεύματα του χριστιανισμού ως σχισματικά και αιρετικά, χωρίς να λείπουν οι πολλές παρεξηγήσεις που τελικά είχαν επικρατήσει για τους Αγγλικανούς. Οι τρεις διαφορετικές τάσεις που είχαν παγιωθεί στην Εκκλησία της Αγγλίας δημιουργούσαν «αποπλανητικήν εντύπωσιν» όπως οι προσπάθειες των μισιονάριων από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, να δραστηριοποιηθούν ιεραποστολικά στην Ανατολή με σκοπό τον προσηλυτισμό των χριστιανών ορθοδόξων, και συμπληρώθηκε με την κακή πληροφόρηση για την Αγγλικανική Εκκλησία από τον ρωμαιοκαθολικισμό. Για να τεκμηριώσει τις απόψεις του S. Simpson σημειώνει «Κατά το 1870 ο Αρχιεπίσκοπος Σύρου και Τήνου Λυκούργος είπε τας εξής αξιοσημειώτους λέξεις περί των αγγλικανικών απαιτήσεων εις διάλεξιν λαβούσα χώραν εις το Ely: «“όταν επιστρέψω εις την Ελλάδα θα είπω, ότι η Εκκλησία της Αγγλίας δεν ομοιάζει προς άλλα προτεσταντικά σώματα. Θα είπω ότι είνε μία δευτέρα καθολική εκκλησία πολύ ομοία προς την ιδικήν μας, και είμαι πεπεισμένος ότι διά φιλικής συζητήσεως θα ηδύνατο να επέλθη ένωσις μεταξύ των δύο Εκκλησιών”» (48).

Η ήττα του Ελευθέριου Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 έφερε μια ακόμη μεγάλη ανατροπή στα εκκλησιαστικά πράγματα στην Ελλάδα. Π νέα κυβέρνηση αποφάσισε την απομάκρυνση του μητροπολίτη Μελετίου Μεταξάκη από τον μητροπολιτικό θρόνο της Αθήνας αφού ήταν η προσωπική επιλογή του Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο Μελέτιος Μεταξάκης καταφεύγει στις ΠΠΑ για δεύτερη φορά, όπου θα παραμείνει μέχρι την εκλογή του ως Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Την εκλογή του στον Οικουμενικό θρόνο πολέμησε παρασκηνιακά το Βατικανό. Ο Λ. Παπαδάκης γράφει: «Σε αυτόν πιθανότατα εντάσσεται και ένα δημοσίευμα στις 5.9.1920 στη Μακεδονία και υπό τον τίτλο “Ποιος θα είναι ο Πατριάρχης;”: “Τηλεγραφείται εκ Ρώμης, ότι οι παπικοί κύκλοι φρονούν, ότι η Ελληνική Κυβέρνησις ευνοεί την εκλογήν ως Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του νυν Μητροπολίτου Αθηνών Μελέτιου. Την εκλογήν αυτήν ευνοεί και η Αγγλικανική Εκκλησία”» (49).

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922 η παραμονή του Μελετίου Δ’ στον Οικουμενικό θρόνο ήταν αδιανόητη για τον Μουσταφά Κεμάλ. Ο Πατριάρχης πηγαίνει αρχικά στο Άγιο Όρος ενώ μετά την παραίτησή του διαμένει στην Κηφισιά εφησυχάζων ως πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης μέχρι την εκλογή του ως Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Ο Μελέτιος γνωρίζοντας τη δύναμη του Τύπου το 1925 με μια σειρά από δημοσιεύματα γι’ αυτόν, κυρίως της εφημερίδας Ταχυδρόμος, θα κάνει αισθητή την παρουσία του στην ομογένεια της Αιγύπτου. Όπως ο Θ. Μεϊμάρης γράφει: «Ο Μελέτιος Μεταξάκης, αφού επιχειρήσει μίαν σαφήν προσπάθειαν να διαχωρίση την θέσιν του εκ του πολιτικού παρελθόντος του εθνικού κέντρου μέσω ενός ιστορικού αποχρωματισμού και μιάς ιδεολογικής απαγκιστρώσεως εκ των γεγονότων του εθνικού διχασμού και της συμπορεύσεώς του με την βενιζελικήν παράταξιν, θα υπογραμμίση την ανάγκην διά την προώθησιν της συνεννοήσεως μεθ’ ετέρων Χριστιανικών Ομολογιών, και δη μετά των Αγγλικανών ή Επισκοπελιανών και των Παλαιοκαθολικών, ώστε να δημιουργηθή ένας συνασπισμός απροσμάχητος που θα επέτρεπε στην Ορθόδοξον Εκκλησίαν να διατηρήση υπό τον έλεγχον της τα ιερά σκηνώματα του Γένους» (50).

Οι προσπάθειες του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελετίου Μεταξάκη για τη συνέχιση των θεολογικών συζητήσεων δεν θα πάψουν επί των ημερών του στο τιμόνι της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Υπό την αιγίδα του θα συνεχιστούν στο εγγύς μέλλον οι θεολογικές συζητήσεις μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών. Οι Αγγλικανοί εκτιμούσαν ιδιαιτέρως τον Μελέτιο αφού ήταν ο πρώτος που ως Οικουμενικός Πατριάρχης είχε αναγνωρίσει την εγκυρότητα των χειροτονιών της Αγγλικανικής Εκκλησίας και την εγκυρότητα των μυστηρίων της, όπως αυτά των Αρμενίων και των Ρωμαιοκαθολικών. Όταν Άγγλοι και Αμερικανοί εκκλησιαστικοί άνδρες επισκέπτονταν την Αθήνα πήγαιναν στην Κηφισιά να τον συναντήσουν και να συνομιλήσουν μαζί του (51).

Τον 1930 αντιπροσωπία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας μετέβη στο Άγιον Όρος αποτελούμενη από τους μητροπολίτες Λεοντουπόλεως Χριστόφορο και Ερμουπόλεως Νικόλαο για να λάβει μέρος στη διορθόδοξη συνδιάσκεψη, ενώ τον Ιούλιο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Μεταξάκης πήγε στην Αγγλία όπου έλαβε μέρος και ηγήθηκε των συνομιλιών της επιτροπής θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών. Ο Πατριάρχης Μελέτιος έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές τόσο από τον βασιλιά της Αγγλίας και τους Αγγλικανούς επισκόπους. Ήταν η χρονιά που το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας είχε και αυτό με τη σειρά του (όπως είχε γίνει επί των ημερών του Μελετίου Δ’ ως Οικουμενικού Πατριάρχη αλλά και άλλων Εκκλησιών) αναγνωρίσει την εγκυρότητα των χειροτονιών και των μυστηρίων των Αγγλικανών (52).

Οι θεολογικοί διάλογοι μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών ήταν εκείνη την περίοδο απαλλαγμένοι από τις πολιτικές πιέσεις που υπήρχαν στο παρασκήνιο και ευνοούσαν την ένωση των Εκκλησιών πριν από λίγα χρόνια. Στο εβδομαδιαίο Δελτίο της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας γίνεται εκτεταμένη αναφορά για το επερχόμενο Συνέδριο στο Λάμπεθ. Το έντυπο ενημερώνει τους αναγνώστες του ότι το Συνέδριο αυτό γίνεται κάθε δέκα χρόνια στην έδρα του αρχιεπισκόπου του Καντέρμπουρι που βρίσκεται στο ανάκτορο του Λάμπεθ στο Λονδίνο. Το συνέδριο αυτό πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1867 για να αντιμετωπίσει τις αιρετικές διδασκαλίες του Αγγλικανού επισκόπου του Νατάλ της Νοτίου Αφρικής Sohn William Coleuso (1814-1883) ο οποίος κατά την εκτέλεση του ιεραποστολικού καθήκοντος έμαθε τη γλώσσα του τοπικού πληθυσμού των Ζουλού, κατάφερε να μεταφράσει το ιερό κείμενο της Καινής Διαθήκης και κάποιων τμημάτων της Παλαιάς Διαθήκης. Όμως, οι μεταφράσεις του περιείχαν λάθη, ενώ ο ίδιος είχε υιοθετήσει διδασκαλίες αιρετικές, αφού δεν παραδεχόταν τμήμα της Πεντατεύχου, απέρριπτε την αιώνια τιμωρία και δεχόταν την πολυγαμία. Οι Αγγλικανοί επίσκοποι τον κήρυξαν έκπτωτο από το αξίωμά του. Όταν αυτός κηρύχθηκε αθώος από το Συμβούλιο Επικρατείας οι επίσκοποι του Καναδά ζήτησαν από τον αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι Lougley να επιληφθεί του θέματος. Ο αρχιεπίσκοπος συγκάλεσε το πρώτο Συνέδριο για πρώτη φορά το 1867 στο ανάκτορο του Λάμπεθ στο οποίο μετείχαν 76 επίσκοποι όπου ασχολήθηκαν με τις αιρετικές του θέσεις. Το δεύτερο Συνέδριο συνήλθε για δεύτερη φορά το 1872 στο οποίο συμμετείχαν 100 επίσκοποι. Σε αυτό συζητήθηκε η ενότητα της Αγγλικανικής Εκκλησίας και ιεραποστολικά θέματα, ενώ ο αρχιεπίσκοπος Tait ζήτησε να μην υπάρχει καμία ανοχή στις αιρετικές διδασκαλίες διαφόρων ομάδων. Το 1888 συνήλθε για τρίτη φορά το Συνέδριο υπό την προεδρία του αρχιεπισκόπου Benson αποτελούμενο από 145 επισκόπους. Αυτό ασχολήθηκε με πολλά θέματα όπως η πολυγαμία, η τήρηση της Κυριακής, το διαζύγιο, ο σοσιαλισμός, ζητήματα που αφορούσαν τη μετανάστευση καθώς και τη σχέση των τοπικών Αγγλικανικών Εκκλησιών μεταξύ τους, αλλά και τις σχέσεις τους με την Ορθόδοξη και με τις Σκανδιναβικές Εκκλησίες. Το 1897 συνήλθε το τέταρτο Συνέδριο στο Λάμπεθ υπό την προεδρία του αρχιεπισκόπου Temble, για να συζητήσει το ζήτημα της ενώσεως με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και τους Παλαιοκαθολικούς με τη συμμετοχή 194 επισκόπων. Το επόμενο Συνέδριο έγινε το 1908 υπό την προεδρία του αρχιεπισκόπου Davidons με τη συμμετοχή 241 επισκόπων. Σε αυτό συζητήθηκαν μεταξύ άλλων οι σχέσεις πίστεως και επιστήμης, η μόρφωση του κλήρου, οι σχέσεις με την Εκκλησία της Σουηδίας και οι σχέσεις με τις υπόλοιπες Εκκλησίες. Το επόμενο Συνέδριο στο Λάμπεθ έγινε το 1920 και σε αυτό μετείχαν 252 επίσκοποι που έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στις επόμενες κινήσεις τους για το φλέγον ζήτημα της ενώσεως των Εκκλησιών. Το Συνέδριο έκανε έκκληση σε όλους τους χριστιανούς ηγέτες σε όλο τον κόσμο να συνεργασθούν μαζί τονίζοντας τα δεινά που έπληξαν την ανθρωπότητα κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τις εργασίες του Συνεδρίου παρακολούθησαν ως απεσταλμένοι εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ο μητροπολίτης Διδυμοτείχου Φιλάρετος και ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Χάλκης Π. Κομνηνός (53).

Το εβδομαδιαίο επίσημο Δελτίο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας δημοσίευσε την είδηση για τη θεματολογία του επόμενου Συνεδρίου στο Λάμπεθ από 7 Ιουλίου έως 9 Αυγούστου 1930. Σε αυτό θα συμμετείχε ο Αλεξανδρείας Μελέτιος Μεταξάκης. Το πρόγραμμα του Συνεδρίου περιλάμβανε θέματα όπως η πίστη και η ομολογία της Εκκλησίας στην σύγχρονη εποχή, τη χριστιανική περί Θεού διδασκαλία σε σχέση με τη φιλοσοφία και τις υπόλοιπες μη χριστιανικές θρησκείες, την ενότητα της Αγγλικανικής Εκκλησίας (54). Ο Αλεξανδρείας Μελέτιος Β’ έφθασε στο Λονδίνο στις 28 Ιουνίου 1930 όπου τον υποδέχθηκαν εκπρόσωποι της Αγγλικανικής Εκκλησίας, οι διπλωματικές αρχές της Ελλάδας μαζί με πλήθος Ελλήνων κληρικών και λαϊκών. Στη συνέχεια, επισκέφθηκαν τον ιστορικό ναό του Westminster όπου ο Μελέτιος έψαλε ευχαριστήρια δέηση με τον Τύπο να γράφει ότι η επίσκεψη του Πατριάρχη Μελετίου Β’ είναι μεγάλο ηθικό κέδρος για το Συνέδριο του Λάμπεθ. Ο Πατριάρχης πήρε μέρος στη διάλεξη που έγινε στην Οξφόρδη επί τη επετείω της Α’ Οικουμενικής Συνόδου με θέμα «Αγγλικανισμός και Ορθοδοξία» (55).

Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας κάλυψε ολόκληρη την επίσκεψη του Πατριάρχη Μελετίου Β’ στην Αγγλία και τις επαφές του με τους Αγγλικανούς επισκόπους αλλά και τους εκπροσώπους των Ορθοδόξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Ο ανταποκριτής του εβδομαδιαίου εντύπου «Πάνταινος» διάκονος Άνθιμος Ρόσμαρης κάλυψε με κάθε λεπτομέρεια το περιεχόμενο των συζητήσεων αυτών τις οποίες μετέφερε με θρησκευτική ευλάβεια στις στήλες του εντύπου του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας Πάνταινος. Η συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Συνέδριο έδωσε την ευκαιρία για την έναρξη ουσιαστικότερων συζητήσεων μεταξύ των δύο πλευρών και της θεολογικής προσέγγισης του τρόπου σκέψης τους και βίωσης του χριστιανικού μηνύματος. Το επίσημο Δελτίο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας δημοσίευσε την επίσημη ανακοίνωση από το επίσημο τεύχος του Συνεδρίου στο Λάμπεθ για τα αποτελέσματα του Συνεδρίου του 1930.

Το κείμενο έγραφε τα εξής: «Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία. Α) Το Συνέδριον ευχαριστεί εγκαρδίως τον Οικουμενικόν Πατριάρχην διά την πρόνοιαν αυτού εις συνεργασίαν μετά των άλλων Πατριαρχών και των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών προς αποστολήν τόσον σπουδαίας Αντιπροσωπείας εκ της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας υπό την ηγεσίαν του Πατριάρχου Αλεξανδρείας και εκφράζει την ευγνώμονα εκτίμησιν την παρασχεθείσαν εις την επιτροπήν του παρά της Αντιπροσωπείας ταύτης διά των διαφωτίσεων αυτής κατά τας συσκέψεις περί των σχέσεων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά της Αγγλικανικής. Β) Το Συνέδριον παρακαλεί τον Αρχιεπίσκοπον Κανταουρίας να υποδείξη αντιπροσώπους της Αγγλικανικής Εκκλησίας και να παρακαλέση τον Οικουμενικόν Πατριάρχην να ορίση αντιπροσώπους των Πατριαρχείων και των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών της Ανατολής προς καταρτισμόν Δογματικής Επιτροπής ήτις διά αλληλογραφίας και συσκέψεως να προπαρασκεάση κοινήν διατύπωσιν επί των θεολογικών σημείων τα οποία υφίσταται διαφορά ή συμφωνία μεταξύ της Αγγλικανικής και των ορθοδόξων Εκκλησιών. Γ) Το Συνέδριον μη συνελθών ως Σύνοδος προς καθορισμόν δογματικών ομολογιών, δεν δύναται εκδόση επίσημον απόφασιν επί ζητημάτων αναφερομένων εις την περίληψιν των συζητήσεων μεταξύ του Πατριάρχου Αλεξανδρείας και των συν αυτώ άλλων Ορθοδόξων Αντιπροσώπων και των Επισκόπων και της Αγγλικανικής Εκκλησίας αποδέχεται όμως τας διατυπώσεις των Αγγλικανών Επισκόπων της Επιτροπής ως ακριβή απόδοσιν της διδασκαλίας και πράξεως της Εκκλησίας Αγγλίας και των μετ’ αυτής κοινωνουσών Εκκλησιών. Το Συνέδριον εκφράζει την συμπάθειαν αυτού προς την Εκκλησίαν Ρωσσίας διά τας καταδιώξεις και τα μαρτύρια, τα οποία υφίσταται και παρακαλεί τον Θεόν όπως εν τη ευσπλαχνία Αυτού αποδώση εις αυτήν ελευθερίαν και ευημερίαν, διά να αναλάβη και πάλιν την προτέραν της θέσιν μετά μείζονος ελευθερίας και δυνάμεως μεταξύ των άλλων μεγάλων Εκκλησιών της Χριστιανοσύνης» (56).


Υπησημειωσεις

(1)Αθανάσιος ΣωτΤ. Καρυάμης (πρωτ.), Εκφάνσεις πολιτειοκρατίας. Οι ωμές πα­ρεμβάσεις της πολιτείας στις εκλογές των προκαθημένων της Εκκλησίας της Ελλάδος (1833-1974), Ηρόδοτος, Αθήνα, 2020, σελ. 167-169.

(2) Κωνσταντίνος Μανίκας, Η διαμόρφωση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτεί­ας στη νεότερη Ελλάδα (1821-1852). Ιστορική και κανονική θεώρηση των θεσμικών πλαισίων της πολιτειοκρατίας: η περίοδος της Επαναστάσεως, τόμ. Α’, Παρρησία, Αθή­να, 2008, σελ. 161-162.

(3) Γεώργιος Πρότζος (πρωτ.), Οι πρόσφυγες αρχιερείς στην εθνεγερσία του ’21. Η δράση των αρχιερέων στις επαναστατημένες περιοχές και στο νεοελληνικά κράτος (1821-1833), χ.ε., Μέγαρα, 2021, σελ. 57-58.

(4) Εμμανουήλ  Χαλκιαδάκης, Εκκλησία και πολιτική στην Ελλάδα. Το Οικουμε­νικό Πατριαρχείο και ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831), Ηρόδοτος, Αθήνα, 2017, σελ. 41-48.

(5) Παρασκευάς Κονόρτας, Οθωμανικές θεωρήσεις για το Οικουμενικά Πατριαρ­χείο, 17ος – αρχές 20ού αιώνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1998, σελ. 128-129. Βλ. Αθανάσιος Σωτ. Καρυάμης, Σημεία τριβής στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Η περίπτωση του πρώην Αθηνών Ιακώβου Γ’ Βαβανάτσου (1895-1984), Ηρόδοτος, Αθή­να, 2022, σελ. 62-65. Βλ. Δ. Χριστόπουλου (αρχιμ.), Συλλογή των σπουδαιοτέρων εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Μετά των οικείων νόμων Β. Διαταγμάτων υπουργικών εγγράφων οδηγιών κλπ. Καταρτισθείσα και Εκδοθείσα εντο­λή της Ι. Συνόδου, εκ του τυπογραφείου Αγγέλου Καναριώτου, εν Αθήναις, 1877, σελ. 161 και 179.

(6) Αριστείδης Πανώτης, Το Συνοδικόν. Ήτοι Επίτομος Ιστορία της εν Ελλάδι Εκκλησίας κυρίως ως θυγατρός του Οικουμενικού Πατριαρχείου 1850-1922, τόμ. Β’, Εκδοθέν Τύποις Επταλόφου, Αθήνησι, 2009, σελ. 196-201· βλ. Ιωάννης Παναγόπουλος, Η Σιμωνία κατά το δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλη­σίας (Νομική και Κανονική άποφις), Τύποις Ν. Στεφανόπουλου, Αθήναι, 1946, σελ. 120-125.

(7) Εφημερίδα Κόδρος, αριθμός φύλλου 2, 16 Νοεμβρίου 1875.

(8) Σπ. Μπρέκης, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (19ος αιώνας), χ.ε., Αθήνα, 62007, σελ. 244-246.

(9) Θεόκλητος Στράγκας (αρχιμ.), Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευ­δών 1817-1967, τόμ. Α’, χ.ε., Αθήναι, 32001, σελ. 372.

(10)Γεώργιος Ανδρουτσόπουλος, Πελοποννησιακές Ιχνηλασίες. Μια απόπειρα προσέγγισης του θρησκευτικού φαινομένου. Άρθρα στην «Πελοπόννησο» 2013-2019, εκδ. Πελοπόννησος, Πάτρα, 2020, σελ. 186-188· βλ. Ανδρέας Ζαγκλής, Σημεία σήψεως εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος, χ.ε., Αθήναι, 1960, σελ. 81-82.

(11) Γεώργιος Τσούπρας, Εκκλησία και Εθνογένεση. Η «Μακεδονική» Ορθόδοξη Εκκλησία στην υπηρεσία των Σκοπίων, Γρηγόρη, Αθήνα, 2018, σελ. 21-22.

(12) Ευστἀθιος Λιανός Λιαντής, Άγιοι του Θεού, Θεράποντες του έθνους. Θρη­σκεία, Διπλωματία & πολιτική στη διαδικασία γενέσεως εθνικών προτύπων, Ποταμός, Αθήνα, 2018, σελ. 36-40.

(13)Μ.Β. Σακελλαρίου, Η Ελλάδα του Γεωργίου Α’. Πολιτική κριτική του Μιχαήλ Γ. Σακελλαρίου στην «Κραυγή του εκπνέοντος Ελληνισμού» (1910-1911), Ινστι­τούτο Νεοελληνικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2009, σελ. 22-23.

(14) Νικόλαος Νευράκης Ο Αλέξανδρος Λυκούργος (Αρχιεπίσκοπος Σύρου, Τή­νου και Μήλου 1827 -1875). Επί συμπληρώσει 100ετίας από της εκδημίας του, χ.ε., Αθήναι, 1976, σελ. 6-9. Βλ. Δημήτριος Μπαλάνος, Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πα νεπιστήμιον Αθηνών, Εκατονταετηρίς 1837-1937. Ιστορία της Θεολογικής Σχολής, τόμ. Α’, Τύποις Πυρσού, Αθήναι, 1937, σελ. 8· Δ.Α. Δημητριάδης, Απάνθισμα Βιογραφικόν των από της συστάσεως του ελληνικού πανεπιστημίου εκλιπόντων των βίον καθηγη­τών αυτού 1837-1916, Πρυτανεία Ιωάν. Ε. Μεσολωρά, Αθήναι, 1916, σελ. 41-45.

(15)Ελισάβετ Κοντογιώργη – Φωτεινή Ασημακοπούλου, Αρχείο Αλέξανδρου Λυκούργου (1827-1875) Αρχιεπισκόπου Σύρου και Τήνου, τόμ. Α’, Ακαδημία Αθηνών / Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού, Αθήνα, 2014, σελ. 16-17.

(16) Δημήτριος Μπαλάνος, «Ο Αρχιεπίσκοπος Σύρου, Τήνου και Μήλου Αλέξαν­δρος Λυκούργος (1827-1875)», Θεολογία, τόμ. Α’ (1923), τεύχος 1ον, σελ. 41-67.

(17) Βασίλειος Στεφανίδης (αρχιμ.), Εκκλησιαστική Ιστορία. Απ’ αρχής μέχρι σήμερον, Εκδ. Οίκος «Αστήρ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήνα, 51990, σελ. 708-709.

(18) Παναγιώτης Μπρατσιώτης, Αι Αγγλικανικαί χειροτονίαι εξ επόψεως Ορθοδό­ξου, Εκδ. Οίκος «Αστήρ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι, 21962, σελ. 11-15.

(19) Παρθένιος Ακίλας (αρχιεπ.), Ο αρχιεπίσκοπος Σύρου και Τήνου Αλέξανδρος Λυκούργος εν Αγγλία κατά το 1870, εκ του Τυπογραφείου Αρ. Ζ. Διαλησμά, Αθήναι, 1901, σελ. 5-7.

(20) Δημήτριος Μπαλάνος,, «Ο Αρχιεπίσκοπος Σύρου, Τήνου και Μήλου Αλέξαν­δρος Λυκούργος (1827-1875)», περιοδ. Θεολογία, τόμ. Α’ (1923), τεύχος 2ον, σελ. 180-201.

(21) Γεώργιος Μεταλληνός, Πώς έγινε ο Πάπας «αλάθητος» Κριτική παρουσίαση έρευνας του ρωμαιοκαθολικού θεολόγου – ιστορικού Α. Μπ. Χάσλερ που έγραψε ένα βι­βλίο βόμβα στα σπλάχνα του παπισμού, Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις, Αθήνα-Τρίκαλα, 22002, σελ. 38-40.

(22) Δημήτριος Μεταλληνός, Βρετανική Διπλωματία και Ορθόδοξη Εκκλησία στο Ιόνιο Κράτος. Η εκκλησιαστική πολιτική του βρετανού Αρμοστή Sir Howard Douglas (1835-1841) μέσα από την έρευνα στα διπλωματικά αρχεία των National Archives (Λονδίνο) και εκκλησιαστικά αρχεία της Ελλάδας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα, 22016, σελ. 54-55.

(23) Ιωάννης Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία (ΙΑ’ αιώνας μέχρι σήμερα), τόμ. Β’, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη χ.χ., σελ. 367-369.

(24) Αντώνιος Αλεβιζόπουλος (πρωτ.), Ρωμαιοκαθολικισμός, Προτεσταντισμός και Ορθοδοξία, Επτάλοφος, Αθήνα, 1992, σελ. 125-132· βλ. Κωνσταντίνος Σκουτέρης, Πρώιμοι Ομολογίαι των Ελευθέρων Αγγλικών Εκκλησιών, χ.ε., Αθήναι, 1985, σελ. 25-27.

(25) Κωνσταντίνος Σκουτέρης, Η Αγγλικανική αρχή της Comprehensiveness και η Ορθόδοξος περί ελευθερίας αντίληψις, χ.ε., Αθήναι, 1975, σελ. 64-6

(26) Μ.Β. Σακελλαρίου, Η Ελλάδα…, ο.π, σελ. 22-25.

(27) Ελισάβετ Κοντογιώργη – Φωτεινή Ασημακοπούλου, Αρχείο…, ό.π., σελ. 32-34.

(28) Γ.Δ. Μεταλληνός, Παράδοση και αλλοτρίωση, Δόμος, Αθήνα, 1989, σελ. 239-244.

(29) Φωτεινή Ασημακοπούλου, Άθως και Πανσλαβισμός. Από το αρχείο του Αλέ­ξανδρου Λυκούργου, Ακαδημία Αθηνών / Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού, Αθήνα, 2021, σελ. 22. Βλ. Μ.Β. Σακελλαρίου, Η Ελλάδα…, ό.π., σελ. 241-242.

(30)Αθανάσιος Καρυάμης (πρωτ.), Από τον εθνικό στον εκκλησιαστικό δι­χασμό. Τα προηγηθέντα του αναθέματος στον Βενιζέλο (1916) και τα μετέπειτα επί ανα- μείξει σε κοσμικάς φροντίδας, Ηρόδοτος, Αθήνα, 2021, σελ. 34.

(31)Ανδρέας Νανακης (μητρ.), Η Εκκλησία και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος» Χανιά, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 77-80. Βλ. Μεταξάκης Μελέτιος (μητρ.), «Υπόμνημα Προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος. Περί της Εκκλησιαστικής καταστάσεως και των δεόντων γενέσθαι», περιοδ. Καινή Διδαχή, τόμ. Α’ (1919), σελ. 241-400.

(32) Αθανάσιος  Σωτ. Καρυάμης (πρωτ.), Από τον εθνικό…, ό.π., σελ. 209-212. Βλ. Γιώργος Αναστασιάδης – Ευάγγελος Χεκίμογλου, Δημήτριος Γ. Δίγκας (1876-1974). Η ζωή και το έργο του πρώτου Μακεδόνα υπουργού, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2002, σελ. 126-127.

(33) Εφημερίδα Νέα Ελλάς, 1η Μαΐου 1918.

(34) Εφημερίδα Εστία, 17 Απριλίου 1918.

(35) Εμμανουήλ Καραγεωργούδης, Ο Μελέτιος Μεταξάκης ως Μητροπολίτης Αθηνών, Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 165-167.

(36)Αθανάσιος Καρυάμης (πρωτ.), Τα δημοσιεύματα των φιλοβενιζελικών αθηναϊκών εφημερίδων για τον Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκη, Ηρόδοτος, Αθήνα, 2018, σελ. 351-352. Βλ. Δημήτριος Νιάρης (πρωτ.), Αντίδωρο Ορθοδοξίας, χ.ε., Αθήνα, 2011, σελ. 272.

(37)Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (αρχιμ.), «Η θρησκευτική ζωή εν Αμερική. Ελληνική Εκκλησιαστική Αποστολή εν Αμερική και Αγγλία», περιοδ. Καινή Διδαχή, τόμ. Β’ (1920), σελ. 5-19.

(38) Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (αρχιμ.), – Αμίλκας Αλιβιζάτος, «Ορθοδό­ξων και Αγγλικανών Θεολογικαί συζητήσεις. Σύντομος έκθεσις των ανεπισήμων συζητήσεων της υπό τον Μητροπολίτην Αθηνών Εκκλησιαστικής αποστολής και αντιπροσώπων της Αγγλικανικής Επισκοπιανής Εκκλησίας εν Αμερική και Αγγλία», περιοδ. Καινή Δι­δαχή, τόμ. Β’ (1920), σελ. 40-60.

(39) Εμμανουήλ Καραγεωργούδης,, Ο Μελέτιος…, ο.π, σελ. 115-117.

(40)Βλ. Αθανάσιος Καρυάμης (πρωτ.), Τα δημοσιεύματα…, ό.π., σελ. 420-423.

(41)Εφημερίδα Εστία, 5 Δεκεμβρίου 1919.

(42)Εφημερίδα Έθνος, 6 Μαρτίου 1919.

(43) Εφημερίδα Βαλκανικός Ταχυδρόμος, 13 Μαρτίου 1919. Βλ. Εφημερίδα Εστία, 13 Μαρτίου 1919.

(44) Εφημερίδα Βαλκανικός Ταχυδρόμος, 21 Μαρτίου 1919. Βλ. Εφημερίδα Ελεύ­θερος Τύπος, 21 Μαρτίου 1919.

(45) Εφημερίδα Νέα Ελλάς, 22 Μαρτίου 1919. Βλ. Εφημερίδες Βαλκανικός Ταχυ­δρόμος, 22 Μαρτίου 1919, Αστηρ, 23 Μαρτίου 1919, Έθνος, 22 Μαρτίου 1919.

(46) Εμμανουήλ Καραγεωργούδης,, Ο Αθηνών Μελέτιος…, ό.π., σελ. 120-121. Βλ. Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, 6 Ιουνίου 1920.

(47)Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, 6 Ιουνίου 1920. Βλ. Εφημερίδες Εστία, 6 Ιου­νίου 1920, Πρωΐα, 7 Ιουνίου 1920.

(48) Sparrov Simpson, «Προσδοκίαι Ενώσεως της Αγγλικανικής και των Ανατολι­κών Εκκλησιών», περιοδ. Eastern Church, μετάφραση αρχιμ. Αθηναγόρας Καββαδάς, αναδημοσίευση στο περιοδ. Καινή Διδαχή, τόμ. Β’ (2020), σελ. 427-438.

(49) Λουκάς Παπαδάκης, Ο Δέκατος Τρίτος Απόστολος. Πράξεις Μελετίου Μετα- ξάκη, χ.ε., Ηράκλειο, 2014, σελ. 423, (εκτός εμπορίου).

(50) Θεόδωρος Μεϊμάρης (διάκονος), Η εκλογή και η αναγνώρισις του Μελετίου Μεταξάκη ως Πατριάρχου Αλεξανδρείας (1925-1927). Μέσα από το διπλωματικό αρ­χειακό υλικό του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος και του Foreign Office του Ηνω­μένου Βασιλείου, Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 2016, σελ. 387-388.

(51) Γεώργιος Αρβανιτάκης, «Γενική ανασκόπισις της Δράσεως του Μελετίου Με­ταξάκη», περιοδ. Εκκλησιαστικός Φάρος, τόμ. ΑΔ’ (1935), τεύχος 4ο, σελ. 502-544.

(52) Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (αρχιεπ.), «Η υπό του Πατριάρχου Μελετίου Β’ Αναδιοργάνωσις της Εκκλησίας Αλεξανδρείας», περιοδ. Εκκλησιαστικός Φάρος, τόμος ΛΔ’ (1935), τεύχος 4ο, σελ. 545-593.

(53) Ανώνυμος, «Από τα ζητήματα της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Το συνέδριο του Λάμπεθ», περιοδ. Πάνταινος, τόμ. 22 (1930), τεύχος 6ο, σελ. 105-107. Βλ. Μιχαήλ Κωνσταντινίδης (Μ. Αρχιμ.), «Το συνέδριον του Λάμπεθ. Γένεσις και βραχεία ιστο­ρική ανασκόπισις αυτού», περιοδ. Θεολογία, τόμ. Ζ’ (1929), τεύχος 4ο, σελ. 328-335.

(54) Ανώνυμος, «Αγγλικανική Εκκλησία», περιοδ. Πάνταινος, τόμ. ΚΒ’ (1930), τεύχος 9Ο, σελ. 165.

(55) Ανώνυμος, «Χρονικά Εκκλησίας Αλεξανδρείας», περιοδ. Πάνταινος, τόμ. ΚΒ’ (1930), τεύχος 27ο, σελ. 468.

(56) Ανώνυμος, «Εκ του συνεδρίου του Λάμπεθ 1930», Περιοδικό Πάνταινος ΚΒ΄ (1930), τεύχ. 40ο , σελ. 671-673.