ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

πίσω


Κείμενα

Επακριβώσεις στην ιδεολογική ταυτότητα,
Θεόκλητου Φαρμακίδη

Η ελληνικότητα της αρχαίας Εκκλησίας της Ρώμης,
Μεθοδίου Γ. Φούγια

Ο Ελληνισμός στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου,
Ι. Ζηζιούλα

Η μυστική θεολογία,
Δεληκωστόπουλου

Οι «ιστορικές περιπέτειες» των ιερών λειψάνων της Αγίας Βαρβάρας,
Επισκόπου Φ. Αγαθαγγέλου

Η προσφορά του Βυζαντίου στον πολιτισμό.
I. Χατζηφώτη

Τα Ευαγγέλια και η θέση του Ιησού έναντι των εθνών- Μεσοδια- θηκική περίοδος και προπαρασκευή,
Γ. Πατρώνου

Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τους αγώνας του Έθνους
Αθ. Ε. Καραθανάση

Ο 'Αγιος Κοσμάς και το Εικοσιένα
Κ. Σ. Κώνστα

Η Ευχαριστιακή λειτουργία - Αρχές και ιστορική εξέλιξη
Π. Ευδοκίμωφ

Σκέψεις πάνω στον διάλογο της Ορθοδοξίας με τον έξω κόσμο
Αστέριου Αργυρίου

Η Πέτρα του Αποστόλου Πέτρου
Παν. Μπούμη

Τα όρια της Δυτικής Ευρώπης
Μ. Μπέγζου

Πολιορκία και 'Αλωση της Κωνσταντινου- πόλεως
Γουσταύου Σλουμβερζέ

Θρήνος Δούκα για την άλωση της Κωνσταντινου- πόλεως
Δούκας

Απόπειραι των Δυτικών προς απελευθέρωσιν των Ελλήνων από της τουρκικής δουλείας (1453- 1463)
Κωνσταντίνου Σάθα

Το ζήτημα της σχέσεως του Ευγενίου Βουλγάρεως προς το Διαφωτισμό και τις αρχές του
Αθανασίου Γ. Κάρμη

Η Λουκάρειος Ομολογία και το εκ ταύτης δημιουργηθέν Λουκάρειον πρόβλημα
Ιωάννου Ν. Καρμίρη

Εις Νικόλαον Λούβαρι Μνημόσυνον
Eduard Spranger

Τα Πρεσβεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν σχέσει προς τα άλλα Ανατολικά Πατριαρχεία
Βασιλείου Σταυρίδου

Ο παπισμός στη Φραγκοκρατούμενη Ελλάδα
Ζαχαρόπουλου Νίκου

Κολλυβάδες- Αντικολλυβάδες
Χαρ. Γ. Σωτηρόπουλο

Η φιλοσοφία από την Αθήνα στην Αλεξάνδρεια
Ηλία Τεμπέλη

Ενοφυλία το ιδεώδες των Γνωστικών
Παναγιώτη Χρήστου

Ο χαρακτήρ των πρώτων κατά της Εκκλησίας διωγμών
Αγουρίδη Σάββα

Eastern Orthodoxy and Islam: An Historical Overview
Robert M. Haddad

Η «Πολιτεία του Θεού»
Αντωνίου Κ. Παπαντωνίου

Η τελευταία δημηγορία του Παλαιολόγου και ο Βαρβερινός Ελληνικός Κώδιξ ΙΙΙ
Γεωργίου Θ. Ζώρα

Κριτόβουλος, Ξυγγραφής Ιστοριών Α΄
Δήμητρας Ι. Μόνιου

Όψιμη Ιεραποστολή στη Λακωνία
Νίκου Οικονομίδη

Υπήρξε ποτέ «Τρίτη Ρώμη»; Παρατηρήσεις για τη βυζαντινή κληρονομιά στη Ρωσία
John Meyendorff

«Ρουμ Μιλέτι»: οι Ορθόδοξες κοινότητες υπό τους Οθωμανούς Σουλτάνους
Steven Runciman

 

 

Η φιλοσοφία από την Αθήνα στην Αλεξάνδρεια

Ηλία Τεμπέλη, Ομιλίες 1996- 2002,
εκδ . Μουσείο της πόλεως των Αθηνών Βούρου -Ευταξία,
Αθήνα 2006, σελ. 31-49.

 

Η παραδοσιακή αντίληψη που επικρατεί σχετικά με το έτος 529 μ.Χ. είναι ότι τότε ο Ιουστινιανός για να καταφέρει ένα ακόμη πλήγμα εναντίον της ειδωλολατρίας εξέδωσε διάταγμα με το οποίο έκλεισε τη νεοπλατωνική σχολή στην Αθήνα. Συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι η ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι το 529 εκλείπει οριστικά ο αρχαίος κόσμος. Απόψε θα εξετάσουμε τις ενδείξεις περί του αντιθέτου. Υπάρχουν, δηλαδή, ενδείξεις για το ότι με την έκδοση του διατάγματος για το κλείσιμο της νεοπλατωνικής σχολής της Αθήνας, ο Ιουστινιανός είχε μάλλον σκοπό να κάνει απλώς μια μεταρρύθμιση στην ανώ­τατη εκπαίδευση που παρεχόταν στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Παρά τη γενικότερη αντίθεση ταυ στην ειδωλολατρία, ο Ιουστι­νιανός είχε σε εκτίμηση τους ειδωλολάτρες νεοπλατωνικούς φιλο­σόφους, στους οποίους επέτρεπε να διδάσκουν σχεδόν ανενόχλη­τοι σε περιοχές όπως την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Για να πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή, πρέπει να δούμε, πρώτο, πού βρίσκονταν κατά πάσα πιθανότητα οι εγκατα­στάσεις της νεοπλατωνικής σχολής της Αθήνας, δεύτερο, τι ακριβώς συνέβη σε αυτήν τη σχολή το 529 και, τρίτο, πού και πώς δι­δασκόταν εκείνη την περίοδο η νεοπλατωνική φιλοσοφία στην Αλεξάνδρεια. Τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα τις δίνουν η αρχαιολογική σκαπάνη και τα σχετικά κείμενα φιλοσόφων και ιστορικών.

Οι ανασκαφές στην Αθήνα έφεραν στο φως δύο κτίρια, το κτίριο Χ και το κτίριο Ω, όπως έχουν μείνει γνωστά στην αρχαιο­λογική ορολογία. Και τα δύο αυτά κτίρια, κρίνοντας από τα ευρήματα αλλά και από το γεγονός ότι εγκαταλείφθηκαν από τους ειδωλολάτρες ιδιοκτήτες τους στο πρώτο μισό του 6°" αι., θεωρή­θηκαν πιθανοί χώροι διδασκαλίας της φιλοσοφίας μέχρι το 529. Για την ταυτότητα των κτιρίων δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι, αλλά σε σχέση με το κτίριο Χ έχουμε περισσότερους βάσιμους λόγους να πιστεύουμε ότι εκεί βρίσκονταν οι εγκαταστά­σεις της νεοπλατωνικής σχολής της Αθήνας.

Ας δούμε αναλυτικά τις λεπτομέρειες γι' αυτό το κτίριο. Η αρ­χαιολογική σκαπάνη έφθασε το 1955 στα ερείπια του στα νότια της Ακρόπολης εντελώς τυχαία. Στα πλαίσια των εξωραϊστικών έργων που γίνονταν τότε, μεταξύ των οποίων ήταν και η αποπεράτωση της νέας οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου, οι μηχανικοί εκσκαφείς προσέκρουσαν σε αρχαία ερείπια, οπότε αναγκαστικά επενέβη η Αρχαιολογική Υπηρεσία. Η έρευνα που έγινε, περιορίστηκε στη λωρίδα που σήμερα καλύπτεται από το οδόστρωμα της Διονυσίου Αρεοπαγίτου από το ύψος της οδού Παρθενώνος και δυτικά. Δυ­στυχώς, αυτή η ανασκαφή είχε προδιαγεγραμμένη τη μοίρα της, καθόσον τα αρχαία που αποκάλυψε δεν παραδόθηκαν διατηρημέ­να για μελλοντικούς ερευνητές και επισκέπτες. Όπως σημείωνε ο υπεύθυνος της ανασκαφικής έρευνας Ιωάννης Μηλιάδης :

«(...) τίποτε δεν δύναται να ελαφρύνη την πικρίαν των συνεργασθέντων εις την ανασκαφήν ταύτην , οίτινες είδον να καταπίνωνται πάλιν υπό της γης σεβαστά και αξιόλογα μνημεία, τα οποία μόλις είχον έλθει εις το φως δια να μας δώσουν ζωντανήν την ει­κόνα ενός τομέως της αρχαίας ταύτης μητροπόλεως. Μεταξύ ημών και των ακινήτων ευρημάτων μας παρενεβλήθη ο παγερός ασφαλτικός τάπης της νέας λεωφόρου» (1) .

Μεταξύ των κτιρίων που ανασκάφτηκαν, ήταν και το υστερορρωμαϊκό κτίριο Χ, νοτιοανατολικά του Ωδείου του Ηρώδου Αττικού και νοτιοδυτικά του θεάτρου του Διονύσου. Αυτό ήταν μια μεγάλη οικία με συνολικό πλάτος 32 μέτρα από Ανατολικά προς Δυτικά. Λεπτομερής έρευνα έγινε μόνο στο βόρειο τμήμα της, διότι το υπόλοιπο συνεχίζεται κάτω από σύγχρονα οικοδομή­ματα, στις νότιες αυλές των οποίων διαπιστώθηκαν ίχνη του και ψηφιδωτά δάπεδα. Στο βόρειο τμήμα της υπήρχε μια μεγάλη ορ­θογώνια αίθουσα διαστάσεων 6,40 χ 9,60 μ. που κατέληγε σε μεγαλοπρεπή ημικυκλική αψίδα ύψους 3,50 μ. , πλάτους 6,60 μ. και βάθους 4,40 μ. Τόσο η αίθουσα όσο και η αψίδα καλύπτονταν από ψηφιδωτά με αξιόλογα διακοσμητικά σχήματα. Ανατολικά και δυτικά της κεντρικής αίθουσας υπήρχαν μικρότερες αίθουσες και δωμάτια. Σε ένα από αυτά τα δωμάτια βρέθηκε μικρό ιερό με εντοιχισμένο έκτυπο ανάγλυφο της Κυβέλης, ένα αναθηματικό προς τιμή πιθανότατα του Ασκληπιού καθώς και μαρμάρινη βάση επιτύμβιου αγάλματος που μπορεί να τη χρησιμοποιούσαν ως τράπεζα προσφορών ή ως βάση αγάλματος κάποιου θεού. Η βά­ση αυτή φέρει ανάγλυφη παράσταση δεξίωσης. Ολόκληρη η οικία δίνει την εντύπωση ασυνήθιστης μεγαλοπρέπειας. Η ανοικο­δόμηση της πρέπει να έγινε κατά το πρώτο τέταρτο του 5 ου αι. Στα ερείπια της υπήρχαν ένα σπάραγμα από επίγραμμα ίσως φιλοσοφικού περιεχομένου που περιελάμβανε τις λέξεις « σοφίην » και « βίοτον », μία μαρμάρινη κεφαλή νεαρού άνδρα, ένας ακέφαλος κορμός της Ίσιδας. Βρέθηκε ακόμη ένας τάφος χοίρου με τα εξής κτερίσματα: επτά ποτήρια, μια στάμνα και ένα λύχνο του 5°" αι. με παράσταση πτερωτού Έρωτα. Είναι αξιοσημείωτο ότι το σιδερένιο μαχαίρι του θύτη βρέθηκε στο λαιμό του ζώου.

Με βάση τα ευρήματα αυτά, εύκολα έχουμε κάποιες ενδείξεις για το ότι σε αυτό το κτίριο ζούσαν νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι. Από άλλη πηγή ήδη γνωρίζαμε ότι η νεοπλατωνική σχολή στεγα­ζόταν στην οικία του επιφανούς νεοπλατωνικού φιλοσόφου Πρό­κλο υ. Ο βιογράφος του Πρόκλου , Μαρίνος, μας πληροφορούσε ότι η όμορφη οικία του Πρόκλου βρισκόταν κοντά στο Ασκληπι­είο και στο θέατρο του Διονύσου και ότι ήταν ορατή από την Ακρόπολη (2) . Η περιγραφή αυτή ταιριάζει με το σημείο, στο οποίο βρέθηκε η συγκεκριμένη οικία. Αν το άγαλμα της Ίσιδας ανήκει στην αρχική διακόσμηση της οικίας, τότε έχουμε μια ένδειξη ότι ο ιδιοκτήτης της πίστευε σε ειδωλολατρικούς θεούς και ίσως αυτό το στοιχείο δείχνει μια συσχέτιση με τη φιλοσοφία και το νεοπλατωνικό συγκρητισμό. Γνωρίζουμε ακόμη ότι ο Πρόκλος έγραψε ύμνο για την Ίσιδα . Επίσης, λάτρευε την Κυβέλη και κάθε μήνα οργάνωνε εξαγνιστικές τελετές προς τιμή της στην οικία του και όχι σε κάποιο ναό, ενώ έγραψε και βιβλίο γι' αυτήν. Με επίκληση στο θεό Ασκληπιό ο Πρόκλος θεράπευσε την Ασκληπιγένεια και ο ίδιος θεός τον θεράπευσε από δική του ασθένεια (3 ). Ο τάφος του χοίρου δείχνει ότι στο κτίριο Χ τελέστηκε μαγική πράξη όχι ασυμ­βίβαστη με τη νοοτροπία των σχολών της ύστατης αρχαιότητας, δεδομένου ότι χοίροι θυσιάζονταν κατά τα Ελευσίνια μυστήρια και θεωρούνταν ιερά ζώα συνδεόμενα με τις χθόνιες θεότητες (4) . Η χρησιμοποίηση της οικίας στην αρχική της μορφή έπαψε κατά τον 6° αιώνα, αλλά αφού δεν υπάρχουν ίχνη βίαιης καταστροφής ή πυρκαγιάς, δεν μπορεί να αποδοθεί σε τέτοια αιτία η εγκατάλειψη της. Βέβαια οριστική επιβεβαίωση για την ταυτότητα του κτιρίου δεν πρόκειται να υπάρξει αν δεν έλθει όλο στην επιφάνεια. Με βά­ση τις διαθέσιμες αρχαιολογικές μαρτυρίες, δεν αποκλείεται η οι­κία αυτή να κατοικήθηκε από Χριστιανούς που είχαν όλον αυτόν το διάκοσμο ως έργα τέχνης στο σπίτι τους (5) .

Το δεύτερο κτίριο, όπου πιθανολογείται ότι βρίσκονταν οι εγκαταστάσεις της νεοπλατωνικής σχολής της Αθήνας, είναι το κτίριο Ω στη βόρεια κλιτύ του βράχου του Αρείου Πάγου στα νό­τια της Αγοράς της αρχαίας Αθήνας. Εκεί μπορεί να δίδασκε ο Δαμάσκιος, ο τελευταίος αρχηγός της νεοπλατωνικής σχολής της Αθήνας, αλλά, σε αντίθεση με τη σχετική πειστικότητα των ευρη­μάτων του κτιρίου Χ, δεν έχει υπάρξει στην περίπτωση του κτιρί­ου Ω κάποια τόσο σαφής ένδειξη για το ότι εκεί κατοίκησαν ή δί­δαξαν νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι. Το κτίριο Ω ήρθε στο φως το 1971 από αρχαιολόγους της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών και δίνει την εντύπωση ότι χρησιμοποιήθηκε για εκπαι­δευτικούς σκοπούς. Πρόκειται για μια μεγαλοπρεπή οικία που κτίστηκε στα τέλη του 4ου αιώνα, έχει 16 δωμάτια, διαστάσεις 25 χ 35 μ. και καλύπτει μαζί με τις αυλές συνολική έκταση πάνω από 1-500 τ.μ . Ένα μέρος της προοριζόταν για ιδιωτική χρήση και το άλλο για δημόσια. Σε αυτήν βρέθηκαν μαρμάρινες κεφαλές της θε­άς Νίκης και του θεού Ήλιου, μικρό ακέφαλο άγαλμα της θεάς Αθηνάς, μικρό άγαλμα του Ηρακλή, δύο ανάγλυφες παραστάσεις της Άρτεμης και του θεού Πάνα, καθώς και διάφορα άλλα αγάλ­ματα. Όλα αυτά τα ευρήματα που φαίνεται ότι είχαν θρησκευτική αξία, βρέθηκαν είτε εγκαταλελειμμένα στις αυλές, είτε κρυμμένα μέ­σα σε δύο από τα πηγάδια της οικίας. Το αξιοσημείωτο είναι ότι κάποια από αυτά βρέθηκαν αποκεφαλισμένα με προσοχή, ώστε να μην αναγνωρίζονται, πράγμα που μπορεί να σημαίνει ότι πρόκει­ται για ενέργεια κάποιου Χριστιανού ιδιοκτήτη. Το γεγονός ότι κά­ποια βρέθηκαν σε πηγάδια ίσως δείχνει ότι αυτός ο Χριστιανός θε­ώρησε αρκετό το κρύψιμό τους κατ' αυτόν τον τρόπο. Ο ίδιος πρέ­πει να άλλαξε και τη διαρρύθμιση του μωσαϊκού στο δάπεδο, για να μη φαίνεται η αρχική ειδωλολατρική παράσταση. Αυτές οι επεμβάσεις πρέπει να έγιναν το πρώτο μισό του 6 ου αι. (6) .

Το γενικό συμπέρασμα από την ερμηνεία των αρχαιολογικών ευρημάτων, που έχουμε σήμερα στη διάθεση μας, είναι ότι η νεο­πλατωνική σχολή της Αθήνας πρέπει να λειτουργούσε μέχρι το 529 μάλλον στο κτίριο Χ.

Ας εξετάσουμε τώρα τις πληροφορίες που διαθέτουμε για το κλείσιμο της νεοπλατωνικής σχολής της Αθήνας από τα έργα ιστο­ρικών εκείνης της περιόδου. Η άποψη που επικρατεί με βάση μια επιφανειακή ανάγνωση των σχετικών πηγών είναι ότι το 529 ο Ιουστινιανός έκλεισε τη σχολή για να καταφέρει πλήγμα στην ει­δωλολατρία και ότι ως συνέπεια αυτού του διωγμού επτά καθηγη­τές φιλοσοφίας μετανάστευσαν στην Περσία. Έπειτα από προσε­κτικότερη έρευνα, όμως, ο καθηγητής Gunnar af H ä llsstr ö m , πρώην διευθυντής του Φινλανδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα, ελέγχοντας τη γνωστή επιχειρηματολογία αποδεικνύει ότι:

1. Ο Ιουστινιανός έκλεισε τη σχολή όχι για να καταφέρει πλήγμα στην ειδωλολατρία, αλλά για να κάνει μια ευρύτερη μεταρρύθ­μιση στην ανώτατη εκπαίδευση, και

2. Οι επτά καθηγητές έφυγαν για την Περσία, όχι ύστερα από κά­ποιο διωγμό σε βάρος τους, αλλά επειδή οι ίδιοι το θέλησαν, δύο τουλάχιστον χρόνια μετά το κλείσιμο της νεοπλατωνικής σχολής (7) .

Ειδικότερα, η μόνη πηγή για το διάταγμα του Ιουστινιανού εί­ναι η σύντομη φράση του γενικά όχι πολύ αξιόπιστου χρονογρά­φου του 6°" αι. Ιωάννη Μαλάλα : «ο αυτός βασιλεύς θεσπίσας πρόσταξιν έπεμψεν εν Αθήναις , κελεύσας μηδένα διδάσκειν φιλοσοφίαν μήτε νόμιμα εξηγείσθαι » (8) . Ο χρονογράφος εδώ είναι εξαιρε­τικά ασαφής. Δεν κάνει λόγο για σχολή, αλλά μάλλον για μεμονω­μένους καθηγητές στους οποίους απαγορεύτηκε να διδάσκουν φι­λοσοφία. Επίσης, δεν αναφέρεται στο σκοπό αυτής της πράξης του αυτοκράτορα. Αυτό που λέει είναι ότι ο Ιουστινιανός απαγό­ρευσε στην Αθήνα τη διδασκαλία όχι μόνο της φιλοσοφίας, αλλά και της νομικής, για την οποία, όμως, δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα αν και πού διδασκόταν στην Αθήνα.

Το σημαντικό είναι ότι το κλείσιμο της νεοπλατωνικής σχολής κανείς άλλος σύγχρονος Χριστιανός συγγραφέας δεν το μνημο­νεύει, ούτε κανείς ειδωλολάτρης, πολέμιος του Ιουστινιανού, αναφέρει τίποτε σχετικά. Αυτό, όμως, που μαρτυρούν διάφοροι ήταν ότι η φιλοσοφία τον 6° αιώνα ήταν απαξιωμένη στην Αθήνα, η οποία από το 267 πέρασε φάσεις μεγάλης παρακμής, ερημωμένη από τον πληθυσμό της και χωρίς αξιόλογη οικονομική δραστη­ριότητα. Πιθανότατα ο Ιουστινιανός κρίνοντας από τη γενικότερη παρακμή της Αθήνας, θεωρούσε περιττή την ύπαρξη σχολής της φιλοσοφίας σε αυτήν την πόλη. Ταυτόχρονα έκλεισε και τη νομι­κή σχολή, ακριβώς διότι ο ίδιος είχε άλλα σχέδια για τις νομικές σπουδές στην αυτοκρατορία. Γνωρίζουμε ότι ο Ιουστινιανός επι­δεικνύοντας προσωπικό ενδιαφέρον για τις νομικές σπουδές, τις αναδιοργάνωσε μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, διότι διαπί­στωσε ότι το επίπεδο τους ήταν εξαιρετικά χαμηλό. Έτσι προσδιό­ρισε τη διάρκεια τους, τα συγγράμματα, τον τρόπο ζωής των φοι­τητών, τον επιτρεπόμενο αριθμό των αντιγράφων του Codex Iustianianus , ενώ ακόμη έκανε ο ίδιος διορθώσεις σε νέους και πα­λαιούς νόμους. Τη διδασκαλία της νομικής την επέτρεπε σε τρεις πόλεις: στο Βυζάντιο, τη Βηρυτό και τη Ρώμη, απαγορεύοντας την παράνομη διδασκαλία.

Ως προς τις νομικές σπουδές, η μεταρρύθμιση του Ιουστινια­νού κορυφώθηκε το 529 με την πρώτη έκδοση του Codex Iustianianus . Την ίδια χρονιά εξέδωσε διατάγματα με τα οποία κλεί­νει δύο σχολές, χωρίς όμως να έχει θρησκευτικά κίνητρα, αλλά μόνο πολιτικά. Ο Ιουστινιανός απαγόρευσε στην Αθήνα τη διδα­σκαλία της φιλοσοφίας και της νομικής έχοντας κατά νου μια ευ­ρεία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Οι Χριστιανοί συγγραφείς δεν ασχολούνταν καθόλου με αυτό το ζήτημα διότι τους ήταν, ως εκ­παιδευτική μεταρρύθμιση, άσχετο. Άλλωστε, ήταν γνωστό ότι ο Ιουστινιανός γενικά είχε την εμμονή να κάνει συνεχώς μεταρρυθ­μίσεις και νεωτερισμούς (9).

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι σε άλλο σημείο ο Μαλάλας μιλά με σεβασμό για ειδωλολάτρες φιλοσόφους, όπως την Υπατία και τον Πρόκλο . Ιδιαίτερα για τον δεύτερο αναφέρει ότι προσέφερε πολύτιμες συμβουλές στον αυτοκράτορα Αναστάσιο Α' σχετικά με κάποια πολιτική αναταραχή. Μνημονεύει μάλιστα τη μετριοφρο­σύνη του Πρόκλου , ο οποίος δεν ζήτησε αμοιβή γι' αυτές τις συμ­βουλές του. Άσχετα αν ο Μαλάλας αποδεικνύεται κακός ιστορικός σε αυτό το σημείο, διότι ο Πρόκλος ήταν ήδη πεθαμένος την επο­χή της βασιλείας του Αναστασίου (491-518), αξιοσημείωτο είναι ότι δεν αναφέρεται υποτιμητικά για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ούτε της Υπατίας, ούτε του Πρόκλου , για τον οποίο ο βιογράφος του Μαρίνος μας λέει ότι κάποτε προκάλεσε βροχή σώζοντας έτσι την Αθήνα από ξηρασία και απέτρεψε ένα σεισμό. Συμπερασματικά, έχουμε άλλη μία ένδειξη ότι τα κίνητρα του Ιουστινιανού σε σχέση με το κλείσιμο της νεοπλατωνικής σχολής της Αθήνας δεν ήταν θρησκευτικά.

Προκύπτει όμως το ερώτημα: γιατί έφυγαν οι επτά νεοπλατω­νικοί καθηγητές στην Περσία; Η παραδοσιακή άποψη είναι ότι έφυγαν ως συνέπεια διωγμού το 529. Η μόνη μαρτυρία σχετικά με αυτήν τη μετανάστευση προέρχεται από τον ιστορικό Αγαθία (10) , ο οποίος γεννήθηκε ένα χρόνο μετά το κλείσιμο της νεοπλατωνικής σχολής. Συνεπώς στα έργα του περιγράφει γεγονότα που δεν έζη­σε ο ίδιος. Μιλά, λοιπόν, για επτά καθηγητές φιλοσοφίας που με­τανάστευσαν στην αυλή του Πέρση βασιλιά Χοσρόη, αλλά λέει σα­φώς ότι αυτοί έφυγαν εκούσια, διότι ήταν δυσαρεστημένοι με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Η δυσαρέσκεια των καθηγητών προέκυ­ψε από το ότι η γενικότερη νομοθεσία δεν τους επέτρεπε να πάρουν μέρος στη δημόσια ζωή. Ο Αγαθίας δεν αναφέρεται ούτε σε δίωξη εκ μέρους του Ιουστινιανού, ούτε σε κανένα συγκεκριμένο διάταγ­μα του. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση του κειμένου του Αγαθία , πρώτα έφθασε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία η φήμη ότι ο Χοσρόης ήταν η ενσάρκωση του πλατωνικού φιλόσοφου-βασιλιά και ύστερα οι επτά φιλόσοφοι πήραν την απόφαση να τον επισκε­φθούν. Αν λάβουμε υπόψη ότι ο Χοσρόης ανέβηκε στο θρόνο το 531 πρέπει να θεωρήσουμε απαραίτητη τη μεσολάβηση κάποιου χρονικού διαστήματος για να μπορέσει η φημολογία περί Χοσρόη να φθάσει στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι επτά καθηγητές που έφυγαν εκούσια για την Περσία μετά το 531 είχαν όλο το χρόνο να προγραμματίσουν το ταξίδι τους. Ο Αγαθίας μάλιστα δεν μνη­μονεύει καθόλου την Αθήνα ως αφετηρία αυτών των καθηγητών. Σαφώς αναφέρει ότι αποτελούσαν μια πολυεθνική ομάδα: ο 80χρονος Δαμάσκιος από τη Συρία, ο Σιμπλίκιος από την Κιλικία, ο Ευλάμιος (ή Ευλάλιος ) από τη Φρυγία, ο Ισίδωρος από τη Γάζα, ο Πρισκιανός από τη Λυδία και οι Ερμείας και Διογένης από τη Φοινίκη. Κανένας δεν ήταν γηγενής Αθηναίος. Αυτοί οι εκλεκτοί φιλόσοφοι τέλος πάντων αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το Βυζά­ντιο για μια καλύτερη τύχη. Δεν τη βρίσκουν όμως. Επιστρέφουν σύντομα, το 532, έχοντας απογοητευθεί από το Χοσρόη και έχο­ντας καταλάβει ότι οι Βυζαντινοί είναι πολύ καλύτεροι από τους Πέρσες, που ζουν ανήθικη ζωή. Μάλιστα ο ίδιος ο Ιουστινιανός τους επιτρέπει να πιστεύουν ανενόχλητοι στη θρησκεία τους κανο­νικά όπως και πριν (11) . Οι έρευνες των Michel Tardieu και Ι lsetraut Hadot (12) έχουν δείξει ότι οι επτά καθηγητές εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη βυζαντινή πόλη Κάρρες (ή στα συριακά Χαρράν ), 30 χλμ . νοτιοανατολικά της Έδεσσας στη Συρία, κοντά στα σύνορα με την Περσία. Οι καθηγητές αυτοί εντάχθηκαν στο προσωπικό της εκεί προϋπάρχουσας νεοπλατωνικής σχολής, που, παρά τις όποιες διώ­ξεις εναντίον του τοπικού ειδωλολατρικού πληθυσμού, ήταν ακ­μαία οπωσδήποτε μέχρι τα μέσα του 10ου αι. Στις Κάρρες , που ήδη από τα μέσα του 5 ου αι. ήταν γνωστές ως «Ελλήνων πόλις», ο τε­λευταίος ειδωλολατρικός ναός καταστράφηκε το 1081.

Η εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης από τον Ιου­στινιανό με το κλείσιμο της νεοπλατωνικής σχολής δεν επέβαλε σε κανέναν καθηγητή φιλοσοφίας να φύγει από την Αθήνα. Οι λίγοι αλλά φημισμένοι και τιμημένοι καθηγητές της φιλοσοφίας οδηγούνταν από την Αθήνα σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας. Την ίδια εποχή ο Ιουστινιανός μεταχειριζόταν διαφορετικά τη φιλοσο­φική σχολή στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η οποία γνώριζε αξιόλογη ακμή και είχε μείνει άθικτη από τον Ιουστινιανό. Άλλω­στε φιλόσοφοι, όπως ο Πρόκλος , ο Δαμάσκιος και φυσικά ο Σιμπλίκιος , που από παλιά έζησαν στην Αθήνα, ταξίδευαν στην Αλε­ξάνδρεια. Τριάντα χρόνια μετά το κλείσιμο της νεοπλατωνικής σχολής της Αθήνας, η ειδωλολατρική φιλοσοφία διδάσκεται με σθένος από τον Ολυμπιόδωρο στην Αλεξάνδρεια, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Για το που ακριβώς ήταν οι εγκαταστάσεις της νεοπλατωνικής σχολής της Αλεξάνδρειας τίποτε δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιό­τητα. Ανασκαφές που έγιναν στα 1980 και 1981 από Πολωνούς αρχαιολόγους (13) κοντά στο θέατρο και τα λουτρά στην περιοχή Κομ ελ - Ντίκκα έφεραν στο φως τα ερείπια του κτιρίου υπ' αριθμ . 32, η αρχική χρήση του οποίου δεν μπορεί να προσδιορισθεί. Πά­ντως φαίνεται ότι εχρησιμοποιείτο για συναντήσεις μιας ελίτ. Το κτίριο είχε τρεις αίθουσες. Η κεντρική αίθουσα πρέπει να ήταν χώρος διδασκαλίας με ξεχωριστή θέση στο μέσο για τον ομιλητή. Οι άλλες δύο, δεξιά και αριστερά της κεντρικής, πρέπει να ήταν βοηθητικές αίθουσες διδασκαλίας ή χώροι προετοιμασίας. Υπήρ­χε επίσης και μια ειδική τιμητική θέση για κάποιον επίσημο.

Όπου και αν ήταν οι εγκαταστάσεις της σχολής της Αλεξάν­δρειας, είναι βέβαιο ότι η φιλοσοφία καλλιεργείται την περίοδο που εξετάζουμε από καθηγητές που προτιμούσαν να διδάσκουν το Νεοπλατωνισμό μέσα από τα σχόλια, τα οποία διατύπωναν για έργα του Πλάτωνα , του Αριστοτέλη και του νεοπλατωνικού φιλο­σόφου Πορφύριου (14) . Ο Ερμείας, συμμαθητής του Πρόκλου στην Αθήνα, ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τη νεοπλατωνική φιλοσοφία της Αθηναϊκής σχολής στην Αλεξάνδρεια. Ο Ερμείας δεν έγραψε κανένα δικό του έργο, ούτε είναι πολλά πράγματα γνωστά για τη δική του διδασκαλία. Η εργατικότητα για την οποία φημιζόταν, αποδεικνύεται σε μας μόνο από το ότι κατέγραψε τη διδασκαλία του Αθηναίου δασκάλου του Συριανού, σχετικά με ένα έργο του Πλάτωνα . Ο Ερμείας μύησε στη νεοπλατωνική φιλοσοφία το γιο του Αμμώνιο, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Πρόκλου στην Αθή­να, άγνωστο ακριβώς πότε. Ξέρουμε, πάντως, ότι από το 475 άρ­χισε να διδάσκει στην Αλεξάνδρεια και στα 485 έγινε σχολάρχης σε ηλικία μεταξύ 40-50 ετών. Ο Αμμώνιος πέθανε το αργότερο στα 526, πράγμα που σημαίνει ότι δεν έζησε το κλείσιμο της σχο­λής της Αθήνας. Σε μεγάλο βαθμό, όμως, είχε συμβάλει στην ακμή των φιλοσοφικών σπουδών στην Αλεξάνδρεια, καθώς είχε δι­δάξει σε βάθος τουλάχιστον δύο έργα του Πλάτωνα , δέκα του Αριστοτέλη και ένα του Πορφύριου .

Ο Αμμώνιος πρέπει να ήρθε σε κάποια συμφωνία με τις χρι­στιανικές αρχές της Αλεξάνδρειας για να εξασφαλίσει την απρό­σκοπτη χρηματοδότηση και λειτουργία της σχολής του. Ας μην ξεχνούμε ότι στην Αλεξάνδρεια οι καθηγητές πληρώνονταν από το δήμο και τα λειτουργικά έξοδα της σχολής καλύπτονταν από τα δίδακτρα των σπουδαστών. Το 488 ο Αμμώνιος εξασφάλισε την ανοχή του Πατριάρχη Πέτρου Μογγού κάνοντας μια συμφωνία, το περιεχόμενο της οποίας μας είναι εντελώς άγνωστο. Στη σχολή του πάντως, αν και διδάσκονταν ειδωλολάτρες φιλόσοφοι, υπήρ­χαν αρκετοί Χριστιανοί στο ακροατήριο. Ένας από αυτούς ήταν ο Ζαχαρίας ο Σχολαστικός, ο μετέπειτα επίσκοπος Μυτιλήνης, με τον οποίο το 486 ή το 487 ο Αμμώνιος είχε μια έντονη φιλοσοφι­κή συζήτηση για το αν ο κόσμος είναι αιώνιος ή έγχρονος , θέμα που ήταν από τα πιο ακανθώδη στα πλαίσια της αντιπαράθεσης μεταξύ ειδωλολατρών και Χριστιανών.

Ο ίδιος ο Αμμώνιος απέφευγε να γράφει πολύ. Προτιμούσε να βλέπει το περιεχόμενο της διδασκαλίας του και των συζητήσε­ων του να εκδίδεται από μαθητές του, όπως ήταν ο ειδωλολάτρης Ασκληπιός και ο αιρετικός Χριστιανός Ιωάννης Φιλόπονος, πρω­τότυπος στοχαστής που έζησε από το 490 ως τα 570. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει ο Ιωάννης Φιλόπονος, ο οποίος υπήρξε για τους Άραβες ο πιο γνωστός Χριστιανός φιλόσοφος της ύστερης αρχαι­ότητας, αλλά δεν ήταν καθόλου αποδεκτός από τους συγχρόνους του. Κατηγορήθηκε με δριμύτητα από τους μεν ειδωλολάτρες για τον τρόπο με τον οποίο εξεδήλωνε τη χριστιανική του πίστη, αλλά και από τους Χριστιανούς από τους οποίους και αφορίστηκε για το περιεχόμενο αυτής της πίστης. Γεγονός είναι πάντως ότι με το ανήσυχο πνεύμα του ο Ιωάννης Φιλόπονος αναίρεσε τις απόψεις του Αριστοτέλη για την κίνηση των φυσικών σωμάτων και συνέ­λαβ ε την έννοια της αδράνειας των φυσικών σωμάτων πριν από το Γαλιλαίο και το Νεύτωνα, που απλώς επανέλαβαν τα δικά του συ­μπεράσματα.

Ειδωλολάτρες μαθητές του Αμμωνίου ήταν ο Σιμπλίκιος , που άρχισε το συγγραφικό του έργο μετά το 529, ο ιατροφιλόσοφος Γέσ (σ) ιος και.ο Ολυμπιόδωρος , ίσως συγγενής του Αμμωνίου. Ο Ολυμπιόδωρος γεννήθηκε μεταξύ των ετών 495 και 505 και πέ­θανε μετά το 565. Σχολάρχης αμέσως μετά τον Αμμώνιο διατέλε­σε ο μαθηματικός Ευτόκιος , για τον οποίο γνωρίζουμε ότι έγραψε μαθηματικά έργα. Αργότερα, την ηγεσία της σχολής ανέλαβε ο Ολυμπιόδωρος , ο οποίος μας άφησε σχόλια σε τρία έργα του Πλάτωνα και δύο του Αριστοτέλη.

Ας σημειωθεί ότι η λέξη «φιλόσοφος» στην εποχή του Ολυμπιόδωρου είχε στη συνείδηση όλου του κόσμου τη σημασία του ειδωλολάτρη στοχαστή. Δεδομένου μάλιστα ότι η χριστιανική φι­λοσοφία δεν είχε παράδοση με κάποια συνέχεια, οι μορφωμένοι Χριστιανοί γίνονταν μαθητές των φιλοσοφικών σχολών. Ο Ολυ­μπιόδωρο ς είχε κάποιους Χριστιανούς μαθητές, τους οποίους κα­λούσε με πολύ ήπιο και συμφιλιωτικό τρόπο να καταλάβουν τη δι­κή του αντίληψη περί θρησκείας, αν και σε μερικά σημεία κατέκρινε την επιφανειακή σκέψη των Χριστιανών και τη σύγχυση ως προς τις αξίες τους. Γενικά, ο Ολυμπιόδωρος είχε μεγαλύτερη ελευθερία από τη χριστιανική Εκκλησία να κάνει άνετα συγκρίσεις με αντίστοιχες ειδωλολατρικές πίστεις. Ο ίδιος, αν και φανατικός ειδωλολάτρης που εκτελούσε θεουργικές τελετές, είχε θετική άπο­ψη για τη θρησκευτική πρακτική των Χριστιανών και φαίνεται ότι αποδεχόταν το Χριστιανισμό ως πίστη για τους ανεκπαίδευτους. Άλλωστε την εποχή του Ολυμπιόδωρου δεν θα ήταν εύκολο να γί­νεται προπαγάνδα εναντίον της χριστιανικής διδασκαλίας.

Μεταξύ των Χριστιανών μαθητών του Ολυμπιόδωρου ήταν ο Ηλίας, ο Στέφανος και ο Δαβίδ, οι οποίοι συνέχιζαν να γράφουν οχόλια , χωρίς, όμως, να εκδηλώνουν ούτε να επηρεάζονται ση­μαντικά από τις χριστιανικές τους πεποιθήσεις. Είναι χαρακτηρι­στικό ότι και οι τρεις μαθητές του Ολυμπιόδωρου θεωρούνταν ιδιαίτερα αξιόλογοι στοχαστές και γι' αυτό τους απονεμήθηκαν διάφορα αξιώματα και τιμητικοί τίτλοι από τις χριστιανικές αρχές. Ο Ηλίας, που είχε τον τιμητικό τίτλο του έπαρχου, δίδαξε Αρι­στοτέλη, Πορφύριο και Γαληνό. Ο Δαβίδ άκμασε ως σχολιαστής του Αριστοτέλη και του Πορφύριου στο δεύτερο μισό του 6°" ή στις αρχές του 7ου αι. Τα κείμενα του έγιναν κλασσικά έργα της αρμενικής φιλοσοφίας, μεταφράστηκαν στην αρμενική γλώσσα και θεωρήθηκαν φιλοσοφικά έργα του Αρμένιου αγίου και θεο­λόγου Δαβίδ, που χρονικά πρέπει να τοποθετηθεί κατά τον 5° αι­ώνα. Ο Στέφανος ήταν ο τελευταίος μαθητής του Ολυμπιόδωρου και γενικά ο τελευταίος εκπρόσωπος της νεοπλατωνικής σχολής της Αλεξάνδρειας. Γεννήθηκε μεταξύ των ετών 550 και 555 και πέθανε περίπου το 638. Εκτός από φιλόσοφος και σχολιαστής του Αριστοτέλη, υπήρξε αστρονόμος, μαθηματικός, αλχημιστής και καθηγητής μουσικής και ιατρικής. Λόγω της φήμης που είχε αποκτήσει στην Αλεξάνδρεια, κλήθηκε από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο το 610 να εργασθεί στην Κωνσταντινούπολη για την αναβάθμιση των εκεί φιλοσοφικών σπουδών. Του απονεμήθηκε μάλιστα και ο τιμητικός τίτλος του «οικουμενικού» ή «καθολικού» διδασκάλου.

Ως προς το έργο και την προσφορά των εκπροσώπων της νε­οπλατωνικής σχολής της Αλεξάνδρειας, πρέπει να επισημανθεί ότι αν και τα πολυσέλιδα σχόλια τους στον Αριστοτέλη είχαν εκδοθεί από την Ακαδημία του Βερολίνου μεταξύ των ετών 1885 και 1909, εν τούτοις έμειναν σχεδόν ανεπεξέργαστα και για πολλές δεκαετίες αμετάφραστα σε οποιαδήποτε γλώσσα. Πιστευόταν μάλιστα ότι δεν τα χαρακτηρίζει κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία που θα τα καθιστούσε άξια μελέτης. Επίσης, επικρατούσε η άποψη ότι ο Αμμώνιος και οι μαθητές του είναι μεν νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι, αλλά με πολλές διαφορές σε σχέση με τους νεοπλατωνικούς της Αθήνας, διότι δήθεν ενδιαφέρονταν περισσότερο για τις θετικές επιστήμες και για τη χριστιανική θεολογία. Απλοϊκές θεωρούνταν και οι απόψεις των εκπροσώπων της σχολής της Αλεξάνδρειας για τα μεταφυσικά προβλήματα που παραδοσιακά απασχολούσαν τους Αθηναίους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους. Έτσι πιστευόταν ότι η σχολή της Αλεξάνδρειας είχε χάσει στην ουσία τον πλατωνι­κό της χαρακτήρα και είχε γίνει ινστιτούτο γενικής φιλοσοφικής μόρφωσης. Ευτυχώς, οι εσφαλμένες αυτές απόψεις έχουν ανα­τραπεί χάρη στις νεότερες έρευνες και στο ευρύτατο πρόγραμμα μεταφράσεων των σχολίων στα έργα του Αριστοτέλη στην αγγλι­κή γλώσσα, που ξεκίνησε πριν από μερικά χρόνια από τις αγγλι­κές εκδόσεις Duckworth υπό το συντονισμό του καθηγητή αρχαί­ας Ελληνικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου Richard Sorasbji . Επίσης, οι ιστορικοί της φιλοσοφίας τώρα ασχο­λούνται σχετικά σοβαρά με τη σχολή του Αμμωνίου και τα πρώτα συμπεράσματα είναι εκπληκτικά.

Έχει πλέον καταστεί σαφές ότι η φιλοσοφία των μελών της σχολής του Αμμωνίου ήταν νεοπλατωνική, με πολλά στοιχεία από τη μεταφυσική του Πρόκλου , η οποία υιοθετήθηκε με κάποιες απλουστεύσεις. Τις απόψεις τους για τη μεταφυσική δεν τις κατέ­γραψαν με συστηματικό τρόπο. Σε διάφορα έργα τους μίλησαν για τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει το νοητό κόσμο και ειδικότερα το θείο. Αυτήν τη διαδικασία τη θεωρούσαν προϊόν της ενεργοποίησης των γνωστικών λόγων στην ανθρώπινη ψυχή. Πίστευαν μάλιστα ότι η γνώση του θείου αποτελεί το σημαντικότερο επίτευγμα της διανοητικής προσπάθειας ενός ανθρώ­που, διότι προσφέρει τη γνώση του τρόπου με τον οποίο όλα τα όντα προέρχονται από τη μία μεταφυσική τους αρχή, το Εν, που αποτελεί την υπέρτατη θεότητα, αλλά το ίδιο δεν είναι δυνατόν να γνωσθεί . Η σχολή του Αμμωνίου επιχείρησε μία ενδιαφέρουσα χαρτογράφηση του πεδίου, στο οποίο κινούμενος ο ανθρώπινος λόγος μπορεί να προσπελάσει γνωστικά την έννοια του θείου. Έτσι προβληματίστηκε για το εάν ο Θεός-Δημιουργός του κόσμου εί­ναι παντοδύναμος ή υπόκειται σε κάποιες αναγκαιότητες που επι­βάλλονται από την ίδια του τη φύση. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αγαθότητα, η αιωνιότητα και η εκ μέρους του Δημιουργού συνεχής δημιουργία του κόσμου αποτελούν αναγκαιότητες που περιορίζουν την παντοδυναμία του. Κατά συνέπεια, ο Δημιουργός δεν έχει βούληση, διότι αυτή χρειάζεται χρόνο για να εκδηλωθεί και, εκτός αυτού, ύπαρξη της θα σήμαινε ότι ο Δημιουργός υφί­σταται κάποια μεταβολή. Έτσι ο κόσμος είναι αιώνιος και όχι έγχρονος , διότι, αν ο Θεός αποφάσιζε κάποτε τη δημιουργία του κό­σμου, αυτό θα σήμαινε ότι προτού πάρει αυτήν την απόφαση είτε δεν ήθελε, είτε δεν μπορούσε να τον δημιουργήσει. Η σχολή του Αμμωνίου προβληματίστηκε ακόμη για το εάν το γεγονός ότι ο Δημιουργός γνωρίζει εκ των προτέρων αυτό που για τους ανθρώ­πους αποτελεί μέλλον, σημαίνει ότι ο κόσμος ντετερμινιστικά ακο­λουθεί την πορεία του όπως είναι προδιαγεγραμμένο στο Νου του Δημιουργού. Ο Αμμώνιος και οι μαθητές του κατέληξαν στο συ­μπέρασμα ότι αν και ο Δημιουργός γνωρίζει το μέλλον, σέβεται την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων. Γνωρίζει κατά τρόπο αμε­τάβλητο εκ των προτέρων την έκβαση κάθε πράξης, ακριβώς διό­τι η γνώση του δεν είναι δυνατόν να συμπληρώνεται και να εξε­λίσσεται. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα σήμαινε ότι ο Θεός είναι ατελής. Από την άλλη, όμως, καμμία έκβαση δεν θεωρείται αναγκαία από το γεγονός και μόνο ότι ο Δημιουργός τη γνωρίζει προ­τού αυτή συντελεσθεί .

Ένα άλλο πρόβλημα που απασχόλησε τον Αμμώνιο και τους μαθητές του είναι πώς ο άφθαρτος και αναλλοίωτος Δημιουργός δημιουργεί έναν κόσμο φθαρτό ως προς τα μεμονωμένα όντα που τον αποτελούν. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Δημιουργός φτιάχνει αιώνια όντα και αυτά είναι τα ουράνια σώματα, τα οποία δημιουργεί απευθείας. Αυτά αναπληρώνουν διαρκώς την ενέργεια που καταναλίσκουν κατά την κίνηση τους. Από κει και έπειτα όλα τα άλλα φυσικά όντα δημιουργούνται με την παρέμβαση των ου­ράνιων σωμάτων, τα οποία αναλαμβάνουν με κάποιον τρόπο χρέη βοηθών του Δημιουργού. Έτσι τα ουράνια σώματα είναι τα άμεσα αίτια της γένεσης και της φθοράς των επιμέρους φυσικών όντων . Η ευθύνη του Δημιουργού περιορίζεται μόνο στο γεγονός ότι εξασφαλίζει τον αιώνιο χαρακτήρα της γένεσης των φυσικών ειδών. Ο αισθητός κόσμος ως σύνολο δεν φθείρεται, διότι αποτελεί ένα τέλειο δημιούργημα.

Αξίζει εδώ να τονισθεί ότι τα έργα των εκπροσώπων της σχολής του Αμμωνίου έγιναν αντικείμενο εκτενούς μελέτης από τους Άραβες και έτσι λειτούργησαν ως μέσο διάδοσης της ελληνικής φιλοσοφίας στον αραβικό κόσμο. Αυτό συνέβη στην περίπτωση των έργων του Αμμωνίου, του Ιωάννη Φιλόπονου, του Ολυμπιόδωρου και του Στέφανου (15) . Ο Αμμώνιος μάλιστα ήταν τόσο ονο­μαστός, που κάποιος άγνωστος Άραβας εξέδωσε περί τα μέσα του 9ου αι. ένα δικό του δοξογραφικό έργο με το όνομα του Αμμωνί­ου, τρεις αιώνες μετά το θάνατο του Αμμωνίου, ακριβώς διότι αυτός ήταν τόσο γνωστός φιλόσοφος και έτσι ο Άραβας πίστευε ότι με ένα τέτοιο όνομα το βιβλίο του θα διαβαζόταν οπωσδήποτε (16) .

Συμπερασματικά, πιστεύουμε ότι με αυτά τα στοιχεία δίνονται πιθανοί λόγοι για την αναθεώρηση των απόψεων μας σχετικά με το μέχρι πότε ήταν ζωντανός ο ειδωλολατρικός κόσμος, με τη μορ­φή της αδιάλειπτης διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής σκέψης από ειδωλολάτρες στοχαστές.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ι. Μηλιάδης , « Αναοκαφαί νοτίως της Ακροπόλεως ( Απόσπασμα του έτους 1955)») Πρα­κτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1957, σ. 38.

2. Μαρίνος , Vita Procli , 29.

3. Όπ . παρ . 19, 29-31, 33.

4. Ιουλιανός , Ο ratio V , 177 b - c .

5. Arja Karivieri , « Τ he "House" of Proclus on the Southern Slope of the Acropolis : A contribution, Papers and Monographs of the Finnish Institute at Athens, vol. I : Post- Herulian Athens, 1994, 115-139.

6. Τ .L. Shear, « Τ he Athenian Agora. Excavations of 1971», Hesperia , 42, 1973, 156-164 . J. Mc K. Camp, The Athenian Agora. Excavations in the Heart of Classical Athens , London 1986 , 202-211. Του ιδίου, «The philosophical schools in Roman Athens» στο S. Walker- A. Cameron ( εκδ . ) The Greek Reinaissance in the Roman Empire (BICS Suppl. Iv) , 1989, 50-55 και Ρ . Α thanassiadi , « Ρ ersecution and response in late paganism : the evidence of Damascius », Τ he Journal of Hellenic Studies , CXIII , 1993, 23.

7. Gunnar af Hälsström , " The Closing of the Neoplatonic School in A. D. 529: An Additional Aspect" , Papers and Monographs of the Finnish Institute at Athens, vol. 1: Post- Herulian Athens, 1994, 141- 160.

8. Ι . Μαλάλας , Χρονογραφία , 18.

9. Προκόπιος, Ανέκδοτα, VI . 21.

10. Αγαθίας , Historiarum libri quinque , II . 30.3-4.

11. Όπ . παρ ., II 31.

12. Μ . Τ ardieu , « Sabiens de Harrân », Journal Asiatique , 274, 1986, 1-44 και Ι . Η adot , « Τ he Life and work of Simplicius in Greek and Arabic sources», στο R. Sorabji ( εκδ .), Aristotle Transformed, London 1990, 275-303. Επίσης , Ρ . Α thanassiadi , όπ . παρ ., 24-29.

13. Βλ . Μ . Rodziewich , « Ε xcavations et Kom el- Dikka in Alexandria 1980- 1981 ( Preliminary report) », Annales du Service des Antiquités de l'Egypte, LXX , 1984' 1985, 233- 246. Επίσης A. K. Bowman, Egypt after the Pharaohs . 332 Β C-AD 642: from Alexander to the Arab conquest, Oxford 1990 , 223, 240-241.

14. Για την ιστορία της νεοπλατωνικής σχολής της Αλεξάνδρειας, βλ. L. G. Westerink , «The Alexandrian commentators and the introductions to their commentaries», στο R. Sorabji ( εκδ .), Aristotle Transformed, London 1990, 325-348.

15. Α . Batawi , La transmission de la philosophie grecque au monde arabe, Etudes de philosophie médiévale, vol. LVI , Paris 1987. 16. R. Ulrich, Die Doxographie des Pseudo - Ammonios . Ein Beitrag zur Neoplatonischen überlieferung im Islam, Abhandlungen für die Kunde des Morgenlandes herausgegeben von der Deutschen Morgenländischen Gesellschaft , Band XLIX . 1, Stuttgart 1989.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.