ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

πίσω


Κατάλογος Νεομαρτύρων

Αφιέρωμα στο 1821

Αποστολικής Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης Πάθη

Ο Ευδοκιάδος Γρηγόριος Δενδρινός

Στρατιωτικοί ιερείς στον αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας

Η προσφορά των βλαχοφώνων στην επανάσταση του 1821

Η πτώση της Αυτοκρατορίας

Εκκλησία και Κράτος

Εκκλησία Σχολεία και επιστήμη κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας

Υπομνήματα Παλαιών Πατρών Γερμανού

Απομνημονεύματα Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β' και η έκρηξις της Επαναστάσεως
Διονυσίου Κοκκίνου

Αι πρώται ειδήσεις δια την Επανάστασιν
Διονυσίου Κοκκίνου

Η τουρκική τρομοκρατία εις την Κωνσταντινούπολιν
Διονυσίου Κοκκίνου

Το Κρυφό Σχολειό : Μύθος ή Πραγματικότητα;
Κων. Χολέβα

Το Μεσολόγγι στο σταυροδρόμι της δόξας
Χρίστου Εμμ. Αγγελομάτη

Μαχού υπέρ πίστεως και Πατρίδος
Αλέξανδρου Υψηλάντη

Φιλική Εταιρεία
Ι. Φιλήμονος

Η προβληματική των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στα επαναστατικά συντάγματα
Κωνσταντίνου Μανίκα

Η προβληματική των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στα επαναστατικά συντάγματα

Κωνσταντίνου Μανίκα, Η διαμόρφωση των σχέσεων Εκκλησίας
και πολιτείας στη νεώτερη Ελλάδα
(1821-1852),
εκδ. Παρρησία, Αθήνα 2008, σελ. 79-84

 

Οι περί Θρησκείας διατάξεις των επαναστατικών συνταγμάτων.

Όλοι οι Έλληνες ομογενείς, οι οποίοι από το δεύτερο έτος της επαναστάσεως ανέλαβαν την πολιτική της ηγεσία και συγχρόνως έγιναν οι κύριοι ιδεολογικοί εκφραστές της, γνώριζαν πολύ καλά, ότι η αποδοχή και διπλωματική αναγνώριση της από τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις -και κατά συνέπεια η υλική, στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη της- δεν ήταν δυνατό να εξασφαλισθούν, παρά μόνο μέσα από την παροχή μιας σειράς θεσμικών εγγυήσεων, ικανών να πείσουν τους ευρωπαίους ηγεμόνες για την ειλικρινή επιδίωξη των επαναστατημένων Ελλήνων να δημιουργήσουν ένα κράτος σταθερά προσανατολισμένο προς τα τότε ισχύοντα δυτικοευρωπαϊκά δικαιϊκά και πολιτειακά πρότυπα. Στην πράξη αυτό σήμαινε, ότι στις καταστατικές δομές του νέου κράτους έπρεπε να είναι εμφανείς και πειστικές οι αποδείξεις, ότι οι ηγέτες της επαναστάσεως είχαν την αμετακίνητη πρόθεση να παραμείνουν πιστοί στην τότε διεθνή νομιμότητα και ότι η επανάσταση τους δεν είχε καμία απολύτως ιδεολογική σχέση με τα άλλα φιλελεύθερα επαναστατικά κινήματα της εποχής, για τα όποια εθεωρείτο ότι στόχευαν στην ανατροπή του ευρωπαϊκού κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου (1). Μέσα λοιπόν στα πλαίσια των αναγκαστικών αυτών επιλογών, αλλά και του ευρύτερου ιδεολογικού προσανατολισμού που είχαν εκ πεποιθήσεως υιοθετήσει οι φορείς της νέας πολιτικής ηγεσίας για την κατάρτιση των συνταγματικών κειμένων της επαναστάσεως, εντάσσονταν ως αυτονόητα και τα αντίστοιχα κοσμικά και πολιτειοκρατικά πρότυπα για τον θεσμικό προσδιορισμό της θέσεως της Εκκλησίας και γενικότερα της Θρησκείας μέσα στο συγκροτούμενο ελληνικό κράτος, που επικρατούσαν την εποχή εκείνη στην προτεσταντική και ρωμαιοκαθολική Ευρώπη (2).

Η πρόθεση της πολιτικής ηγεσίας της επαναστάσεως να εμφυτεύσει στις καταστατικές δομές του νέου ελληνικού κράτους τη δυτικόκεντρη προβληματική για τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στην τοπική Συνέλευση της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Στο κείμενο του «Οργανισμού» (3) , που εγκρίθηκε από τη συνέλευση αυτή, περιλαμβάνεται μια ολόκληρη σειρά διατάξεων, οι οποίες άμεσα ή έμμεσα αναφέρονται σε θέματα της θρησκείας. Ο ολοκληρωμένος χαρακτήρας και η τεχνική αρτιότητα -για τα δεδομένα βέβαια της εποχής- του τοπικού αυτού συντάγματος, καθώς επίσης και η ισχυρή προσωπικότητα και η πρωταγωνιστική πολιτική δράση του αρχιτέκτονα του Θ. Νέγρη, συνέβαλαν αποφασιστικά, ώστε οι περιεχόμενες σ' αυτό διατάξεις περί θρησκείας να αποτελέσουν το αρχικό πρότυπο και τον κεντρικό ιδεολογικό άξονα, επάνω στον οποίο στηρίχθηκαν όλες σχεδόν οι μετέπειτα συνταγματικές και νομοθετικές διαδικασίες διαμορφώσεως του νέου συστήματος των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, οι οποίες άρχισαν κατά την επανάσταση και ολοκληρώθηκαν τυπικά από την ετερόδοξη βαυαρική αντιβασιλεία το 1833.

Κρίνεται ως εκ τούτου σκόπιμο και αναγκαίο να παρατεθούν εδώ αυτούσιες όλες αυτές οι διατάξεις, με την κατωτέρω συγκεντρωτική μορφή, για την καλύτερη ανάλυση τους :

«Τμήμα Α'.

Κεφάλαιον πρώτον.

αρθρ. α': όσοι κάτοικοι της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν είναι

Έλληνες.

αρθρ. ιβ': Όσοι κάτοικοι της Ελλάδος δεν πιστεύουσιν εις Χριστόν,

είναι μέτοικοι.

αρθρ. κστ': αν και όλας τας Θρησκείας και γλώσσας δέχεται η Ελλάς και τας τελετάς και χρήσιν αυτών κατ' ουδένα τρόπον δεν εμποδίζει, την Ανατολικήν όμως του Χριστού Εκκλησίαν και την σημερινήν γλώσσαν μόνας αναγνωρίζει ως επικρατούσας, Θρησκείαν και γλώσσαν της Ελλάδος.

 

Κεφάλαιον Δεύτερον.

Δικαιώματα, αρθρ. στ', § α': Ο Έλλην δεν ενοχοποιείται δια τα θρησκευτικά και πολιτικά του φρονήματα.

Χρέη, αρθρ. στ', § β': Ο Έλλην χρεωστεί να υποφέρη όλα τα θρησκευτικά και πολιτικά φρονήματα των ομοίων του.

Τμήμα ΣΤ'.

Κεφάλαιον πρώτον, Αποπλήρωμα.

αρθρ. α': Ο Ιερός κλήρος της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος είναι εις χρέος να λάβη μέρος, με όποιον τρόπον και ο λοιπός της Ελλάδος κλήρος εις όσα μεταγενέστερα τον Ιερόν κλήρον της Ελλάδος αποβλέπουσι γενικώς και εν ειδήσει της Εθνικής Βουλής.

αρθρ. β': Οποίαν μεταγενεστέραν διάταξιν λάβη ο Ιερός Κλήρος, αν επικυρωθή από την Εθνικήν Βουλήν, ανεξετάστως δέχεται η Ανατολική Χέρσος Ελλάς» (4).

Από τις ανωτέρω διατάξεις, εκείνη που εισάγει τον όρο «επικρατούσα -θρησκεία», καθώς επίσης και την έννοια της «ανοχής» των άλλων θρησκειών, αναπαράγεται στερεότυπα στα πρώτα άρθρα «Περί Θρησκείας», τόσο του Προσωρινού Πολιτεύματος της Α' Εθνικής Συνελεύσεως της Επιδαύρου (1822) όσο και του Νόμου της Επιδαύρου της Β' Εθνικής Συνελεύσεως του Άστρους (1823), υπό την εξής όμως συστηματικότερη μορφή :

«Η επικρατούσα θρησκεία εις την Ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας· ανέχεται όμως η Διοίκησις της Ελλάδος πάσαν άλλην θρησκείαν και αι τελεταί και ιεροπραγίαι εκάστης αυτών εκτελούνται ακωλύτως» (5).

Αντίθετα, στο Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος της Γ' Εθνικής Συνελεύσεως της Τροιζήνας (1827) η περί θρησκείας σχετική διάταξη εμφανίζεται φραστικά διαφοροποιημένη και διατυπώνεται ως εξής:

«Καθείς εις την Ελλάδα επαγγέλλεται την θρησκείαν του ελευθέρως και δια την λατρείαν αυτής έχει ίσην υπεράσπισιν η δε της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, είναι θρησκεία της επικρατείας» (6).

Επί των ανωτέρω καταστατικών διατάξεων είναι αναγκαίο να γίνουν οι εξής κατ' αρχήν γενικές επισημάνσεις :

Πρώτον, η εναλλαγή των όρων «ανέχεται» και «δέχεται», που παρατηρείται στα επαναστατικά συντάγματα αναφορικά με τη θέση των άλλων θρησκειών στην ελληνική επικράτεια, δεν διαφοροποιεί στην πράξη ουσιαστικά το περιεχόμενο της αρχής της «θρησκευτικής ελευθερίας», δεδομένου ότι αυτό, όπως θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, ρυθμιζόταν έμμεσα μεν αλλά λεπτομερώς με μια σειρά άλλων καταστατικών διατάξεων. Η αναγραφή, πάντως, των όρων «ελευθέρως» και «ίση υπεράσπισις » στην αντίστοιχη διάταξη του Συντάγματος του 1827 θεωρούμε ότι αποτυπώνει ακριβέστερα το νομικό περιεχόμενο της αρχής της « θρησκευτικήςελευθερίας », ενώ αντίθετα ο όρος «ανέχεται» των δύο πρώτων επαναστατικών συνταγμάτων φαίνεται μάλλον να παραπέμπει εμμέσως στο καθεστώς της θρησκευτικής ανοχής η ανεξιθρησκίας.

Δεύτερον, πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός, ότι στο Σύνταγμα του 1827 αντικαταστάθηκε ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» με τον όρο «θρησκεία της επικρατείας», πράγμα το όποιο δεν πρέπει να θεωρείται τυχαίο. Αν και βέβαια δεν προκύπτει ουσιαστική διαφοροποίηση στο νομικό περιεχόμενο των δύο αυτών όρων στα επαναστατικά συντάγματα, θα πρέπει ωστόσο να γίνει δεκτό, ότι η έντονη προβληματική που δημιουργήθηκε κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα ως προς το ακριβές ιδεολογικό (7) και νομικό περιεχόμενο του όρου «επικρατούσα θρησκεία», όπως επίσης και ως προς την παράλληλη θεσμοθέτηση της αρχής της «θρησκευτικής ελευθερίας», επέδρασε καταλυτικά στην απόφαση των συντακτικών νομοθετών του 1827 να προτιμήσουν τον όρο «θρησκεία της επικρατείας».

Έναν άλλο παράγοντα, εξ ίσου σημαντικό εν προκειμένω, αποτελεί και το γεγονός ότι από τη Γ' Εθνοσυνέλευση απουσίαζαν οι δύο βασικοί αρχιτέκτονες των προηγούμενων επαναστατικών συνταγμάτων, ο Νέγρης και ο Μαυροκορδάτος· ο μεν πρώτος, ο και εισηγητής του όρου, είχε ήδη αποβιώσει τον Νοέμβριο του 1824, ενώ ο δεύτερος είχε αναγκασθεί να αποσυρθεί από την ενεργό πολιτική δράση, έπειτα από τις εμφύλιες συγκρούσεις που προηγήθηκαν της Εθνοσυνελεύσεως αυτής (8).

Φαίνεται λοιπόν από τα ανωτέρω, ότι ο καταστατικός όρος «επικρατούσα -θρησκεία» δεν είχε γίνει απόλυτα αποδεκτός από την κοινή γνώμη κατά τη διάρκεια της επαναστάσεως. Αυτό διαπιστώνεται και από το γεγονός, ότι πολύ σύντομα ο εν λόγω όρος συνδέθηκε στην πράξη με τις προσπάθειες των υπό τους δύο ανωτέρω πολιτικούς επαναστατικών κυβερνήσεων να επιβάλουν τις πολιτειοκρατικές τους επιλογές κατά την αντιμετώπιση των αναφυέντων εκκλησιαστικών προβλημάτων, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια. Για τους λόγους αυτούς άλλωστε και ο Νέγρης, στην κατωτέρω παρατιθέμενη «επεξήγηση» του Νόμου της Επιδαύρου του 1823, απέφυγε να αναφερθεί ευθέως στον όρο «επικρατούσα -θρησκεία», α λλ ' αντ ' αυτού έκαμε χρήση των εκφράσεων «θρησκεία καθ' αυτό του Ελληνικού Έθνους» και «κυρία εκκλησία του έθνους», αποφεύγοντας επίσης επιμελώς να τις συνδέσει και αυτές με το ζήτημα της διαμορφώσεως των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. Είναι ευνόητο, ότι οι εκφράσεις αυτές αποδίδουν καλύτερα τον όρο «θρησκεία της επικρατείας», με το αποψιλωμένο βέβαια νομικό περιεχόμενο της απλής επισημότητας.

Τρίτον, τέλος, ως προς τις υπόλοιπες διατάξεις του Ο ργανισμού πρέπει να σημειωθούν τα έξης : οι υπ' αριθ. α' και ιβ' διατάξεις του Τμήματος Α' περιλαμβάνονται και στα επόμενα επαναστατικά συντάγματα, με ελαφρές μόνο φραστικές διαφοροποιήσεις, οι οποίες δεν αλλάζουν ουσιαστικά το περιεχόμενο τους ως προς τον τρόπο ρυθμίσεως των σχέσεων Κράτους και Θρησκείας. Φυσικά οι διατάξεις του Α ποπληρώματος (άρθρα α' και β'), ως εκ του συγκεκριμένου μεταβατικού περιεχομένου τους, δεν απαντούν και στα άλλα συντάγματα. Και οι διατάξεις, τέλος, του τοπικού συντάγματος του Νέγρη, οι οποίες αναφέρονται στα δικαιώματα και τα χρέη των πολιτών, δεν επαναλαμβάνονται ρητά στα επόμενα γενικά επαναστατικά συντάγματα. Το περιεχόμενο τους όμως διαχέεται σε άλλες παρεμφερείς διατάξεις, όπως π.χ. εκείνες που διαπραγματεύονται τα περί των πολιτικών δικαιωμάτων των Ελλήνων πολιτών.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1). Λεπτομερή ανάλυση για τους υποχρεωτικούς αυτούς διπλωματικούς προσανατολισμούς της εξωτερικής πολιτικής της επαναστάσεως βλ. στην ειδική μελέτη του Κρ. Μ. Ιωάννου, Εξωτερική πολιτική και Διεθνές Δίκαιο στο Εικοσιένα, Κομοτηνή 1979, σ. 42 εξ., 49 εξ., με πλούσια βιβλιογραφία.

(2) Για τις συνθήκες της μεταφυτεύσεως της νέας αυτής προβληματικής στον επαναστατημένο ελληνικό χώρο, βλ. Βλ. Ι. Φειδά, «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας», Σύγχρονα Βήματα, τευχ. 60 (1986), σ. 210 εξ.

(3) Ο ακριβής τίτλος του εν λόγω συνταγματικού κειμένου είναι: «Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος», ή «Οργανισμός του Αρείου Πάγου, Γερουσίας της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος». Βλ. Α. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν, Α', σ. 43 εξ.

(4) Βλ Α. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν, Α', σ. 43, 46, 78-79, 98-101. Απ. Δασκαλάκη, Κείμενα- Πηγαί, Α', σ. 236-237, 252-253. Βλ. εν μέρει και Εμμ. Ι. Κωνσταντινίδου, Η εν Ελλάδι Εκκλησία, σ. 16-18.

(5). Α. Μάμουκα, Τα κατά την Άναγέννησιν, Β', σ. 15-16. Απ. Δασκαλάκη, Κείμενα- Πηγαί, Α', σ. 283. ΑΕΠ, 3, τ. 1, σ. 25, 89.

(6) Α. Μάμουκα, Τα κατά την Άναγέννησιν, Θ', σ. 198. Απ. Δασκαλάκη, Κείμενα- Πηγαί, Α', σ. 309. ΑΕΠ, 3, τ. 1, σ. 65.

(7) Για τις διαφορετικές ιδεολογικές προεκτάσεις, που προσέδιδαν στον όρο οι φιλελεύθεροι και οι παραδοσιακοί στην επαναστατημένη Ελλάδα, βλ. τη σχετική ανάλυση του Β. Καραγιώργου, Το ζήτημα, σ. 61 εξ.

(8). Βλ. σχετικά Εμμ. Πρωτοψάλτη, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, σ. 161 εξ. 84

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.